Όταν αφήνεται στο πάτωμα να πέσει η ταραχή μου, με μορφή αντικειμένου, κοιτάζω πάντα με τα μάτια του χαμένου που χρόνια στέκεται ψυχρός στην ίδια θέση.
Όταν η πόρτα είναι κλειστή, δε μου αρέσει να την ανοίγω¨ βάρος ξένου χεριού, στα δάχτυλά μου φορεμένου οριστικά μου `χει τη θέληση αφαιρέσει.
Όταν η μύγα μ’ ενοχλεί, δεν τη σκοτώνω. Όταν φωνές με προσκαλούν –δε συμμετέχω. Όταν τηλέφωνο χτυπά, δεν το σηκώνω¨
την απραξία στις εκφάνσεις της διατρέχω και μες στην πλήξη της αδράνειας που κατέχω