Ως κορυφαίες στιγμές στην ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη αναγνωρίζονται η Αμμόχωστος Βασιλεύουσα (1982) και ο Θόλος (1989), που αντλούν το θεματικό υλικό τους από την κυπριακή τραγωδία του 1974 και τα άμεσα παρεπόμενά της. Τα ποιήματα αυτά έχουν καταξιωθεί από τη φιλολογική όσο και τη λογοτεχνική κριτική (λ.χ. από τους Μ. Θεοδοσοπούλου, Γ. Κεχαγιόγλου, Μ. Μερακλή, Κ. Σταματίου, Μ. Τσιανίκα, Α. Χριστοφίδη κ.ά.), αλλά έχουν αγγίξει και ένα ευρύτερο κοινό – με τη συμβολή και της μελοποίησης.
Για την πόλη που έμεινε πιστή στους συντρόφους της
Μες στην αμαρτωλή της φορεσιά
με απομιμήσεις δέντρων και πουλιών
κοιμάται πλάι στη δύναμη του ονόματός της.
Με την άμμο του ύπνου στα μαλλιά της
γαληνεύει τα όνειρα και τα σώματα
των πρωινών αγαλμάτων.
Φίδια της μαλακώνουνε τα στήθια.
Τι έχει να χάσει αυτή που τόσο λίγο νοιάζεται
για του θανάτου την ιτιά και τα χλωρά σπαθιά;
σε λίγο θα γεμίσει στάχτη το δοχείο.
Και του προσώπου της η φλόγα, κάποτε ιερή,
θα πλύνει με βαμπάκι την πληγή της.
Η άκρη του ματιού της γίνεται αλμυρή.
Το φόρεμά της λιώνει στον κοιτώνα.
Ήτανε δροσερή στα πρώτα χρόνια.
Τώρα μουδιάζει στην καρδιά της παλαμίδας.
Αν έρχεσαι από μακριά, παρακαλώ,
τίναξε τη βροχή από τα μαλλιά σου
κι εγώ θα καταλάβω τ' όνομά σου.