Το "Τραγούδι της γης" είναι ένα από τα λυρικά έργα του Στράτη Μυριβήλη. Σύμφωνα με κριτική πάνω στο έργο "όλα τα εκθαμβωτικά χρώματα πού διαθέτει η παλέτα του, μαζί με το εξαιρετικά πλούσιο και πάντα εκφραστικό, πάντα παραστατικό του λεξιλόγιο, ο Mυριβήλης τα έχει σπάταλα διαχύσει σ' αυτό το τραγούδι που είναι ένας ύμνος στη γη και στην καρπερότητά της. Mας μεταδίδει μια μέθη, μια έκσταση διονυσιακή".
"Έτσι θάναι, γιαυτό ο Θεός μας περιμένει με αγαλλίαση να σκύψουμε ν' αφουγκραστούμε το χτυποκάρδι του μέσα σε όλα τα όντα και τα πράγματα της γης και τουρανού. Είναι κλεισμένη η θεϊκή ουσία μέσα στο κουκούτσι τους, όπως η μυγδαλόψιχα μέσα στο πετρωμένο τσόφλι. Βρήκανε στάρι στους τάφους των Φαραώ. Το σπείρανε και φύτρωσε. Μια στάλα φλογερή από τη θεία πυρκαγιά λούφαζε το λοιπόν μέσα σε τούτο τ' αποξεχασμένο σπειρί. Ένα τιποτένιο σταροκούκουτσο είταν και περίμενε τρείς χιλιάδες πεντακόσια χρόνια το πλήρωμα του χρόνου. Να σπάσει τη χρυσή φασκιά, να ξεμυτίσει τις φύτρες, να βυζάξει τον ήλιο και της γης, να χορτάσει την προαιώνια δίψα του. Αυτή η δίψα, που περιμένει την ώρα της, καταλαγιασμένη μιαν αιωνιότητα, είναι ένα ψίχουλο από την ουσία του Θεού..."
Τι νουβέλες γράφονταν πριν 90 χρόνια;! Πόσο πρωτοποριακό, λογοτεχνικό κείμενο! Ξεκίνησε σαν φυσιοδιφικό, πολύ περιγραφικό οικολογικό έργο, σκέψεις ενός περιπατητού καθώς διασχίζει ένα Αιγιοπελαγίτικο τοπίο Καλοκαιριάτικα, νυχτώνει, ξημερώνει, ο ήλιος πυρπολεί τα πάντα, μα σύντομα εισέρχονται φιλοσοφικές σκέψεις του για τον κόσμο, τη Φύση, την Αγάπη και καταλήγει σε μια παθιασμένη θρησκευτική, παγανιστική αναζήτηση της Ψυχής και του παν-Θείου. «Δεν Σου ζητώ να συγχωρήσεις τις αμαρτίες μου, δεν θέλω να τις χάσω ή λησμονήσω: σώσε τις αμαρτίες μου κι άστες μέσα μου!», προσεύχεται. Με εντυπωσίασε πολύ αυτό.
Η γλώσσα είναι πλούσια, μαγική, πρωτότυπη και άκρως μελοδραματική μα συνάμα πολύ «μαλλιαρή» Δημοτική της δεκαετίας του 1930 που - ευτυχώς - ποτέ δεν καθιερώθηκε. Πολλά στοιχεία Καζαντζακικής κρητικής και ίσως δικής του Μυτιλινιακής διαλέκτου. Με ενόχλησε αρκετά, στα μάτια μου ήταν πιο κατασκευασμένη και ξεπερασμένη κι απ΄την καθαρεύουσα που προσπαθούσε μανιωδώς να αντικαταστήσει τότε. Δεν μου ταίριαξε η τόσο λαϊκή ομιλία με το υψηλό θέμα που πραγματεύεται.
Γενικώς, όποτε διαβάζω Μυριβήλη πάντα αναρωτιέμαι πώς έχει καθιερωθεί ως ένας άκρως συντηρητικός, δεξιός, Ακαδημαϊκός συγγραφέας, μάλλον από τη διάσημη αντι-κομμουνιστική ομιλία του τα χρόνια του Ανταρτοπόλεμου που εκδόθηκε σε τομίδιο, εγώ διακρίνω έναν απίθανα πειραματικό, σύγχρονο, αντιπολεμικό, πρωτοποριακό, εικονοκλαστικό άνθρωπο, τι να πω;...
ΥΓ: υπέροχα και τα χαρακτικά του 1955 που συνοδεύουν την πολυτελή έκδοση, η οποία δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να είναι τόσο μεγάλη σε μέγεθος. 80 σελίδες, 30 εκατοστά ύψος;
Μια συλλογή από σκέψεις του Στρατή Μυριβήλη, με έκδηλη ποιητικότητα και ταυτόχρονα εικαστική δυναμικότητα των λέξεων και των συνδυασμών τους. Ο συγγραφέας περιηγείται τοπία της ελληνικής φύσης και αναζητά τον Θεό και ό,τι πυροδότησε τη δημιουργία του Κόσμου. "Εντοπίστε το τραγούδι του Θεού!" μάς λέει, σε μια πρόσκληση να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε "μια στάλα φλογερή από τη θεία πυρκαγιά".
Η αγάπη ως ακατάλυτος νόμος που κυβερνά τα πάντα, το ερωτικό σμίξιμο των πλασμάτων, το φως του ήλιου, "το βάρος της παγκόσμιας ομορφιάς", η αιωνιότητα, η σιωπή και η άβυσσος.
Ο Μυριβήλης στοχάζεται, φιλοσοφεί και ερμηνεύει με τον δικό του τρόπο την ύπαρξη του Θεού, σε συνάρτηση με την ακατανίκητη μοναξιά. Μέσα από λυρικές προσευχές προς τον Κύριο, αιτείται για την ψυχή του να μην καλυφθεί "από τη σκουριά της συνήθειας" και να μην φθαρεί "από τη φοβερή ανωνυμία της αγέλης". Αποδέχεται τις αμαρτίες του ως θησαυρό που κέρδισε η ζωή του, ως αρχοντιά της ψυχής του, ως όλη του τη χαρά και τη σοφία του. Και ξέροντας ότι κάποια στιγμή θα φτάσει η "αφεύγατη ώρα" χωρίς να υπάρχει πια "μερίδιο στο πανηγύρι της ζωής", απευθύνεται σε όλους μας γράφοντας:
"Αγαπημένοι, Ας προφτάσουμε να τραγουδήσουμε βροντερά, όλοι μαζί το υπέρτατο τραγούδι των τραγουδιών, το τραγούδι της Γης. Η ψυχή μας ας εξορμήσει σαν ένα βόλι που φεύγει και σφυρίζει. Ας αδειάσει σα μια αναστάσιμη ντουφεκιά, τραβηγμένη χαρωπά στο αδειανό γαλάζιο. Ας φύγει ταψηλού πάνω στα άγρια φτερά μιας ζητωκραυγής".
Το έργο του τούτο είναι ένας ύμνος στη Φύση, τη ζωή και τον άνθρωπο, που πορεύεται πάνω στη Γη αρμονικά με όλα τα άλλα πλάσματα και συμφιλιωμένος με τη μοναχική, δημιουργική, μεστή από αγάπη πατρική φιγούρα του Θεού, μέσα στον ακατάλυτο ρυθμό της αιωνιότητας.
Όμορφο ποίμα. Αυτό που με χάλασε ήταν το τέλος του ποιήματος. Ο ποιητής περιγράφει τις γυναίκες σαν ένα αγαθό του Θεού, όμορφες και ποθητές, που κοιτούν γύρω με αγάπη. Δυστυχώς ένα άντρας που έχει πεθάνει δεν θα καθρεφτιστεί πια στα μάτια καμιάς γυναίκας όπως λέει ο ποιητής. Και μας θυμίζει την αποψή του για την υπαρξή μας, ότι δηλαδή είμαστε εκεί για να κοιτάξει τον καθρεφτισμό της μάπας του ένας τύπος. Ότι είμαστε ενα αγαθό, σαν το ψωμάκι δηλαδή. Δυστυχώς καθόλου ρομαντικό, καθόλου όμορφο γιατί μας υπενθυμίζει την θέση των γυναικων εκείνη την εποχή και τις δυσκολίες τους λόγω αυτής. Κι εκτός αυτού αποτυχαίνει τελικά να προκαλέσει το αίσθημα της ταύτισης στις γυναίκες (όσες το βλεπουν όπως εγώ) η οποία χτίζεται μέσα στο ποίημα.