"Ἐσεῖς ζῆτε σέ χρυσούς καιρούς τώρα, σέ χρυσούς καιρούς! ταξιδεύετε σ̓ ὅ,τι ὥρα θέλετε, σ ὅποια χώρα θέλετε. Καί τό κάτω κάτω, ψυχή μου, ξέρετε τί εἶστε. Ἐμεῖς ἐζούσαμεν σέ βίσεκτους καιρούς, δυστυχισμένους χρόνους! Οἱ μάναις μας ἐγονάτιζαν μπρός σταίς εἰκόναις, ψυχή μου, καί ἔκλαιαν στήν Παναγία ἢ νά τούς δώση κορίτσι, ἢ νά σκοτώση τό παιδί, πού εἴχανε στά σπλάγχνα τους, διά νά μή γεννηθῆ ἀγόρι. Γιατί, κάθε λίγο καί πολύ... κάτι μεγάλοι καί φοβεροί Τουρκαλάδες, ἑμάζωναν τά εὐμορφότερα χριστιανόπαιδα, ψυχή μου, καί τά τούρκευαν."