Ο Μακρόπουλος είναι ο Μακριδάκης, αν ο Μακριδάκης έγραφε speculative λογοτεχνία.
Σκεφτείτε το. Και οι δύο επιλέγουν σχεδόν αποκλειστικά τη νουβέλα ως το βασικό τους εκφραστικό μέσο, κεντρικό θέμα τους είναι οι παραδόσεις, λατρεύουν μέσα από τα έργα τους έναν τρόπο ζωής που έχει χαθεί, έχουν μια αδυναμία στην έννοια της πίστης και η γλώσσα τους είναι λυρική και μελωδική.
Ο Μακρόπουλος όμως, ειδικά στο Μαύρο νερό και στη Θάλασσα, τα δύο πιο πρόσφατα έργα του, αποδεικνύεται ο πιο αξιόλογος άντρας εκπρόσωπος της speculative λογοτεχνίας στη χώρα μας. Κι αυτό το επιτυγχάνει όχι μόνο τον τρόπο που αφηγείται αυτή την ιστορία, αλλά και για το γεγονός πως αυτό το κάνει μέσα από έναν εντελώς mainstream και, αν μου επιτρέπεται ο χαρακτηρισμός, παλιομοδίτικο εκδοτικό [τα βιβλία του είναι τυπωμένα σε πολυτονικό, ffs]. Σημαντικό ακόμη κι αν, προς το παρόν, αυτό δε δείχνει να επεκτείνεται και σε άλλους συγγραφείς/εκδοτικούς.
Το Μαύρο νερό αφηγείται την ιστορία ενός πατέρα και ενός γιου, μερικών από τους τελευταίους κατοίκους ενός μικρού χωριού της Ηπείρου, σε έναν κόσμο που το νερό έχει σκοτώσει τους περισσότερους ανθρώπους και τα ζώα, αλλά μαζί έφερε την καταστροφή και στη φύση. Μια μετα-αποκαλυπτικού ύφους αφήγηση, με ολίγη από ελληνικό φολκλόρ, για να δέσει η ιστορία.
Με επίκεντρο λοιπόν μια ολέθρια οικολογική καταστροφή και τη σχέση του πατέρα με τον γιο, ο Μακρόπουλος στήνει μια ρεαλιστική ιστορία, γεμάτη καταχνιά, κατάθλιψη και μουντίλα. Ταυτόχρονα όμως, το βιβλίο δε μένει απλά στις εντυπώσεις και στην υφολογική του αξία. Μιλά για τις ρίζες των ανθρώπων, τη συνήθεια, τη συνύπαρξη, το νόημα της ζωής. Εξαντλεί τα όρια των 80 του σελίδων και συνδέει τον αναγνώστη με τους χαρακτήρες του και την πλοκή του, χωρίς να χρειάζεται συγγραφικά τρικ ή ανατροπες για να το επιτύχει. Πώς να το πω, είναι ήρεμη δύναμη, αλλά από αυτές που σιγοβράζουν.
Για τον Μιχάλη Μακρόπουλο δεν μπορούμε πλέον να πούμε πως είναι ανερχόμενο όνομα, αφού μετά από τα Το δέντρο του Ιούδα, Τσότσηγια & Ω'μ, Μαύρο νερό και Η θάλασσα, τις τέσσερις νουβέλες που έχει κυκλοφορήσει με τις Εκδόσεις Κίχλη, η [σημαντική] θέση του στην ελληνική λογοτεχνία της τελευταίας δεκαετίας έχει παγιωθεί. Εμείς εδώ θα είμαστε να διαβάσουμε και το επόμενο.