Τη μετάφραση της Oδύσσειας από τον Γ. Ψυχουντάκη (που κυκλοφόρησε σε πρώτη έκδοση το 1979) διέκριναν από την πρώτη στιγμή το δέσιμο του κρητικού λόγου με τον ομηρικό, και η χρησιμοποίηση για πρώτη φορά της ρίμας στην απόδοση του ανομοιοκατάληκτου πρωτοτύπου. H κύρια διαφορά εδώ ήταν ότι δεν μιλούσε ένας λόγιος μεταφραστής, αλλά ένας απλός άνθρωπος, που ξαναδημιουργούσε τον Όμηρο, αφού πρώτα τον είχε νιώσει και αφομοιώσει. Διατηρούσε το ποιητικό περιεχόμενο, την ψυχή του κειμένου, και το απέδιδε με την αβίαστη φυσικότητα του ανόθευτου λόγου, που ζει ακόμη και σήμερα στο κρητικό χωριό. Μαζί με το ριζίτικο τραγούδι, που δεν πέθανε, ζει λοιπόν ακόμη στην Κρήτη, ενώ σε πολλά άλλα μέρη τυποποιείται και στερεύει, ένας λόγος τόσο ζωντανός και εκφραστικός, άξιος να αποδώσει τον Όμηρο.
Ο Όμηρος (English: Homer) φέρεται ως ο συγγραφέας των ποιητικών κειμένων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, από τα πρώτα κείμενα της Ιστορικής περιόδου της αρχαίας Ελλάδας, γνωστά ως «Ομηρικά Έπη». Για τη ζωή του υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες και αυτές αντιφατικές, ενώ η φιλολογική επιστήμη των δύο τελευταίων αιώνων αμφισβήτησε ακόμη και την ύπαρξή του. Με κριτήρια τα χαρακτηριστικά των έργων, είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια γράφτηκαν τον 8ο αι. π.Χ. (μερικοί μελετητές, π.χ. M.L. West, προτιμούν ημερομηνίες μέχρι και το πρώτο μισό του 7ου αι. π.Χ.), με την Ιλιάδα να είναι προγενέστερη, ενδεχομένως και κατά μερικές δεκαετίες. Στον Όμηρο κατά καιρούς αποδόθηκαν και άλλα έργα, τα οποία σήμερα είναι δεκτό ότι δεν είναι δικά του, αλλά ακόμη είναι αμφισβητήσιμο το αν τα δύο μεγάλα έπη είναι έργα του ίδιου ποιητή. Η Ιλιάς αποτελείται από 15.693 στίχους και αναφέρεται στις τελευταίες πενήντα μία (51), αποφασιστικής σημασίας ημέρες του πολέμου της Τροίας, ο οποίος συνολικά διήρκεσε, σύμφωνα με το μύθο, 10 χρόνια. Η Οδύσσεια αποτελείται από περίπου 12.000 στίχους και περιγράφει τον δεκαετή αγώνα του Οδυσσέα για τον νόστο (επιστροφή στην πατρίδα του Ιθάκη).