Τα διηγήματα τούτης της συλλογής ανήκουν στην πρώτη συγγραφική περίοδο του Ντύλαν Τόμας, τη "σκοτεινή". Παραμύθια, θρύλοι του βορρά και ιδίως της Ουαλίας, μύθοι και λαϊκές δοξασίες που περνούν από στόμα σε στόμα συνθέτουν το φόντο, τον καμβά πάνω στον οποίο ο συγγραφέας κεντάει με μεγάλη μαστοριά τα κείμενά του. Πρόκειται για διηγήματα-ποιήματα, για κομψοτεχνήματα ποιητικής πρόζας, όπου μπορεί ήδη να διακρίνει κανείς όλα τα χαρακτηριστικά του ώριμου ποιητικού λόγου του Ντύλαν Τόμας.
Τα εφτά διηγήματα της συλλογής αποτελούν μεταφορές, παραβολές μιας ζωής έξω από τα όρια, έξω από τις επιταγές της κοινωνίας. Στις ιστορίες αυτές συναντάμε τον καταχωνιασμένο φόβο, τα ανομολόγητα πάθη, την αλλόκοτη, τερατώδη πλευρά των παραμυθιών. Ο νεαρός Ντύλαν Τόμας είναι ένας provocateur που, διατηρώντας όλη τη σκοτεινιά, το πένθος της εφηβείας, σκηνοθετεί δεξιοτεχνικά ένα σύμπαν που δονείται από εικόνες μυστικές. Κι ο στόχος που θέτει για τον εαυτό του σε τούτα τα αφηγήματα είναι να μοιάζουν με "αυγά γεννημένα από τίγρεις" - να αποπνέουν μια υπέροχη πρωτοτυπία, κάτι νέο και πολύτιμο και απίστευτα σπάνιο!
Το δέντρο Μετά το πανηγύρι Το φόρεμα Ο επισκέπτης Το μεσοφόρι Το φλεγόμενο βρέφος Σχολείο μαγισσών
Dylan Marlais Thomas (1914-1953) was a Welsh poet who wrote in English. Many regard him as one of the 20th century's most influential poets.
In addition to poetry, Thomas wrote short stories and scripts for film and radio, with the latter frequently performed by Thomas himself. His public readings, particularly in America, won him great acclaim; his booming, at times, ostentatious voice, with a subtle Welsh lilt, became almost as famous as his works. His best-known work includes the "play for voices" Under Milk Wood and the celebrated villanelle for his dying father, "Do not go gentle into that good night." Appreciative critics have also noted the superb craftsmanship and compression of poems such as "In my craft or sullen art" and the rhapsodic lyricism of Fern Hill.
[...]Οσμίστηκε το πρωινό, κι ήξερε ότι οι πετεινοί στην αυλή έγερναν πίσω το κεφάλι λαλώντας στον ήλιο. Τι άλλο ήταν τα σεντόνια γύρω του αν όχι σάβανα νεκρών; Τι άλλο ήταν το ρολόι με τον πολυάσχολο κτύπο, καθώς ηχούσε ανάμεσα στις φωτογραφίες της μάνας και της νεκρής γυναίκας του, αν όχι η φωνή ενός αρχέγονου εχθρού; Ο χρόνος, σπλαχνικός, άφηνε τον ήλιο να λάμπει στο κρεβάτι του ο χρόνος, ανελέητος, σήμαινε την αποπομπή του με τον ερχομό της νύχτας τότε που χρειαζόταν ακόμα περισσότερο την κόκκινη φλόγα, την ανεμπόδιστη ζεστασιά του.[...]