[...]Οσμίστηκε το πρωινό, κι ήξερε ότι οι πετεινοί στην αυλή έγερναν πίσω το κεφάλι λαλώντας στον ήλιο. Τι άλλο ήταν τα σεντόνια γύρω του αν όχι σάβανα νεκρών; Τι άλλο ήταν το ρολόι με τον πολυάσχολο κτύπο, καθώς ηχούσε ανάμεσα στις φωτογραφίες της μάνας και της νεκρής γυναίκας του, αν όχι η φωνή ενός αρχέγονου εχθρού; Ο χρόνος, σπλαχνικός, άφηνε τον ήλιο να λάμπει στο κρεβάτι του ο χρόνος, ανελέητος, σήμαινε την αποπομπή του με τον ερχομό της νύχτας τότε που χρειαζόταν ακόμα περισσότερο την κόκκινη φλόγα, την ανεμπόδιστη ζεστασιά του.[...]