Η φιλοσοφία της επιστήμης διέπεται τόσο από λόγο όσο και από αντίλογο, το ένα άκρο του επιστημολογικού φάσματος καταλαμβάνουν οι σχετικιστικές θέσεις και το άλλο άκρο οι ρεαλιστικές θέσεις. Οι σχετικιστικές θέσεις κατά κανόνα αποδίδουν σε μη ορθολογικούς παράγοντες, ιστορικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς, υποκειμενικούς (ενδεχομενικούς) την συγκρότηση της επιστημονικής γνώσης και οι ρεαλιστικές θέσεις, κατά κανόνα, αποδίδουν τη συγκρότηση της επιστημονικής γνώσης σε ορθολογικούς παράγοντες (φυσικούς και αναγκαίους). Γράφουμε, κατά κανόνα, γιατί πέραν των ακραιφνών δογματικών σχετικιστικών και ρεαλιστικών θέσεων υπάρχουν και ενδιάμεσες επιστημολογικές αποχρώσεις, οι οποίες διατυπώνουν μετριοπαθείς θέσεις και διάθεση συμφιλίωσης των αντιθέσεων.
Οι παραπάνω επιστημολογικές αντιθέσεις νοηματοδοτούνται στο πλαίσιο του δογματικού πυρήνα του Λόγου (μεταφυσικής προέλευσης), ο οποίος αντιπαραθέτει τον Άνθρωπο και τον Κόσμο, την Φύση και την Ιστορία, το Ορθολογικό με το Μη Ορθολογικό στοιχείο της Νόησης, την Αναγκαιότητα με την Ενδεχομενικότητα, δηλαδή με το Μη Ορισμένο, το Απρόσμενο και Εμβόλιμο στοιχείο.
Η οντολογία-μεταφυσική που αναδεικνύεται από τη σύγχρονη φιλοσοφία της φύσης είναι σχεσιακή (ενιαία και διαφορική) και μ’ αυτήν την έννοια οι παραπάνω αντιθέσεις ενεργούν διαλεκτικά: Αναγκαιότητα και τυχαιότητα, νομοτέλεια και κανονικότητα, απροσδιοριστία και ενδεχομενικότητα, τοπικό και καθολικό, συγχρονικότητα και διαχρονικότητα λειτουργούν αμοιβαία και συμπληρωματικά και συνδυάζονται στην ανοικτή ενότητα του χρόνου που ξετυλίγεται σπειροειδώς (όλα επαναλαμβάνονται, μεταμορφωμένα).