Το ιστορικο-πολιτισμικό περιβάλλον της Ύστερης Αρχαιότητας
διαμορφώνεται μέσα σ’ ένα πνεύμα συγκρητισμού, που επιφέρει η κατάρρευση των συνόρων και η εξασθένιση των πνευματικών διαφορών με την ανάμειξη των θρησκευτικών δογμάτων, οι άνθρωποι αισθάνονταν αβεβαιότητα και αμφιβολία σε σχέση με τις πεποιθήσεις τους. Η Ύστερη Αρχαιότητα είχε ως θεμελιώδη γνωρίσματα, τη θρησκευτική αμφιβολία, την πολιτιστική παρακμή και το κλίμα απαισιοδοξίας. Οι άνθρωποι αισθάνονταν «ότι ο κόσμος έχει γεράσει». Οι πνευματικές και μυστηριακές αναζητήσεις και τελετουργίες της εποχής περιστρέφονταν γύρω από δύο υπαρξιακούς άξονες: την ανθρώπινη πράξη και τις ανάγκες της ζωής και την αποκατάσταση της ψυχικής γαλήνης. Ο πρώτος άξονας οδήγησε στην ανάπτυξη των θετικών επιστημών και στην τεχνολογική αναβάθμιση και ο δεύτερος στην αναθέρμανση του στοχασμού για τους θεμελιώδεις προβληματισμούς της ηθικής φιλοσοφίας.
Από τους δύο παραπάνω υπαρξιακούς άξονες περιστρέφονται δορυφορικά ερωτήματα: το πώς πρέπει να ζει κανείς και να πεθαίνει, ποια είναι η πραγματική ευτυχία και πώς μπορεί να φτάσει κανείς σ’ αυτή. Έτσι, ο Ηθικός στοχασμός αναδεικνύεται σε μείζον φιλοσοφικό-μεταφυσικό αίτημα που αναλαμβάνεται και διερευνάται αναλυτικά και διεξοδικά, κυρίως, από τρεις ελληνιστικές σχολές: τους Επικούρειους, τους Στωικούς και τους Σκεπτικούς. Οι Επικούρειοι και οι Στωικοί επιχειρούν να θεμελιώσουν τη σκέψη στην αυτοσυνείδηση, οι Σκεπτικοί στρέφουν τη σκέψη ενάντια στη σκέψη και οι Επικούρειοι στην αταραξία. Και οι τρεις σχολές σκέψης, προτείνουν τρόπους για να αντισταθούν και να αντέξουν οι άνθρωποι τις δυστυχίες της εποχής τους. Οι Επικούρεια φιλοσοφία προτάσσει την τέχνη της απόλαυσης αλλά απόλαυση ασκητική, η Στωική φιλοσοφία την τέχνη της βούλησης και η σκεπτική φιλοσοφία την «εποχή», την τέχνη της αμφιβολίας.