Η ιδεοθεωρία του Πλάτωνα σηματοδοτεί τη μεταμόρφωση της προσωκρατικής αντίληψης περί του «όντος». Η Παρμενίδεια ταυτότητα του Είναι=Φύση, μεταλλάσσεται από τον Πλάτωνα, ο οποίος ερμηνεύει τη Φύση ως Ιδέα και έτσι, το Είναι εξισώνεται με την Ιδέα. Απ’ αυτή την εξίσωση συνεπάγεται μια διάκριση μεταξύ της Ιδέας η οποία εκλαμβάνεται, από τη μια ως «τί έστιν», δηλαδή, αυτό που ένα πράγμα είναι, η «ουσία» του και από την άλλη ως «ότι έστιν», δηλαδή, ότι ένα πράγμα είναι, «υπάρχει», η Ιδέα ως θέα του εκ-καλυπτόμενου όντος. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική για τη μετέπειτα διάκριση μεταξύ «ουσίας» (essentia) και «ύπαρξης» (existential).
Η μεταμόρφωση του Είναι σε Ιδέα σημαδεύει την ιστορία της Δυτικής σκέψης, παρά τις αλλεπάληλες μεταμορφώσεις που έχουν συντελεσθεί από τότε. Η Ιδέα ως το «αεί κατά ταύτα ον», εξυψώνεται σε «πρότυπη» εικόνα έναντι των «όντως δε ουδέποτε όντων», τα οποία αποτελούν τα «ανάτυπα». Τα «ανάτυπα» τείνουν προς την αρχέγονη εικόνα του καθαυτού γνήσιου όντος, προκειμένου να εξομοιωθούν με την πρότυπη «ιδέα». Γι’ αυτό το λόγο όμως, το πρωταρχικό νόημα της «α-λήθειας» ως έκ-στασης και απο-κάλυψης του «Είναι» εκπίπτει σε απλή «ομοίωσιν» και «μίμησιν». Η «αλήθεια», μετά από αυτή την εξέλιξη, εξαρτάται από τον βαθμό που επιτυγχάνεται η «ομοίωση» με την Ιδέα. Η Πλατωνική εξίσωση της αλήθειας (ομολογία με την Ιδέα) με την ορθότητα θα αναληφθεί από τον Αριστοτέλη, ο οποίος θα συστηματοποιήσει τη διάκριση αλήθειας και ψεύδους, με την οντολογική λογική του. Ενώ ο στόχος του Παρμενίδη είναι το βίωμα της αλήθειας ως έκ-στασης και απο-κάλυψης του Είναι, δηλαδή, η μετάβαση τού Είναι από την απόκρυψη στη θέα, από το σκοτάδι στο φως, στον Αριστοτέλη αυτή η διαδικασία μετατρέπεται σε: «Η μεν αλήθεια έγκειται στην κατά- φαση της σύνθεσης και συμφωνίας δύο πραγμάτων και στην άρνηση της διαίρεσής τους, το δε ψεύδος συνίσταται στην αντίστοιχη αντίφαση των δύο τούτων μερών». Απ’ αυτή τη δήλωση συνεπά- γεται «ου γάρ έστι το ψεύδος και το αληθές εν τοις πράγμασιν... αλλ’ εν διανοία», ούτε η αλήθεια ούτε το ψεύδος είναι στα πράγματα, αλλά στη διάνοια.
Ενώ στον Παρμενίδη «το γαρ αυτό νοειν εστιν τε και είναι», με τον Αριστοτέλη το νοείν μετατρέπεται σε τρόπο κρίσης μεταξύ αλήθειας και ψεύδους. Αυτή η γλωσσολογική και εννοιολογική μεταβολή επηρέασε καθοριστικά τη δυτική σκέψη. Αυτό γιατί το «νοείν» (απαρέμφατο) χάνει την Παρμενίδεια έννοια του συλλαμβάνειν και ταυτίζεσθαι με το απο-καλυπτόμενο «Είναι» και αρχίζει να επέχει κριτική θέση ως λόγος (ουσιαστικό) με την έννοια της λογικότητας περί του Είναι. Άλλωστε είναι γνωστό ότι για τον Αριστοτέλη, ο άνθρωπος νοείται ως ζώο «λόγον έχον». Ενώ η αντίληψη των προσωκρατικών μπορεί να συνοψιστεί στην εξίσωση: Είναι ή Φύση=«Λόγος άνθρωπον έχων», στην ανθρωπολογία του Αριστοτέλη αρχίζει να διαφαίνεται μια σταδιακή άμβλυνση της ταυτότητας Είναι και νοείν, (ο ανθρώπινος λόγος αναπαριστά το Είναι ή τη Φύση και αλήθεια θεωρείται η ισομορφική απεικόνιση της νοητικής παράστασης και του πράγματος).