Η Βουδική διδασκαλία εμφανίστηκε και αναπτύχθηκε στην Ινδία σε μια εποχή που η Ινδουϊστική και Βραχμανιστική παράδοση της μεταφυσικής θρησκευτικότητας, όπως νοηματοδούνταν μέσα στα πλαίσια των ιερών κειμένων, των Βεδών και των Ουπανισάδων, είχε αρχίσει να εξασθενεί. Οι μαγικοθρησκευτικές ιεροτελεστίες των Βεδών και οι αφηρημένες έννοιες της μεταφυσικής θρησκευτικότητας της Ουπανισαδικής σκέψης, δεν ενέπνεαν τον λαό. Η αντίδραση σ’ αυτή την κατάσταση ήταν η έξαρση υλιστικών και σκεπτικιστικών ρευμάτων που αποδομούσαν την μεταφυσική ευλάβεια της θρησκείας και αμφισβητούσαν την ιερή αυθεντία των πηγών. Αυτή η εξέλιξη είχε ως συνέπεια την μεταβολή των φιλοσοφικού ενδιαφέροντος από τον αφηρημένο στοχασμό και την μεταφυσική έννοια στην βιωμένη έρευνα της ηθικής αξίας. Στην Ινδική ιστορία των ιδεών παρατηρείται αυτό που συνέβηκε και στην Αρχαία Ελλάδα, δηλαδή η μεταβολή του στοχασμού από τα μεταφυσικά συστήματα, των Πλάτωνα και Αριστοτέλη στον ηθικό στοχασμό των Στωϊκών και των Επικούρειων, στους Ελληνιστικούς χρόνους.
Σε αντίθεση με την σφοδρή κριτική και την αμφισβήτηση των μεταφυσικών συστημάτων της Ινδουϊστικής παράδοσης που άσκησαν τα υλιστικά και σκεπτικιστικά ρεύματα, η Βουδική διδασκαλία προσπάθησε να υπερβεί τις δογματικές προκαταλήψεις της παράδοσης και συγχρόνως να αποφύγει την αντιθρησκευτική αρνητικότητα των νέων ρευμάτων. Ο Βούδας επιχείρησε με το Λόγο και τη λογική να απαλλαγεί από τη μεταφυσική της θρησκείας και να θεμελιώσει μια βιοθεωρία της ηθικής κάθαρσης και λύτρωσης. Αρνήθηκε να μιλήσει για ό,τι δεν μπορεί να εκφρασθεί με το Λόγο και να αποδειχθεί με την λογική επιχειρηματολογία. Η Υπέρτατη Αλήθεια του Όντος, ο Θεός, δεν εμπίπτουν στη σφαίρα του Λόγου και της απόδειξης με λογικά επιχειρήματα. Συνέπεια των παραπάνω ήταν ο Βούδας να μετατοπίσει το ενδιαφέρον του στοχασμού από τη λατρεία του Θεού στην ψυχή του ανθρώπου, από την μεταφυσική ενατένιση του Απόλυτου στην ηθική λύτρωση και τελείωση του ανθρώπου.