Η Πελοπόννησος, είναι από τα σπουδαιότερα τμήματα του ελληνικού χώρου προπάντων για τη νεότερη ιστορία μας. "Ακρόπολιν της Ελλάδος" την είχαν ονομάσει από την αρχαιότητα και "Εστίαν του Ελληνισμού" ο ιστορικός μας Κ. Παπαρρηγόπουλος. Οι κάτοικοί της, παρόλο τον υπολογιστικόν ατομισμό, που άλλοι τους καταλογίζουν, ξεχώριζαν πάντα για το αγωνιστικό τους πνεύμα και τη γενναιότητά τους. Στους αρχαίους χρόνους, επειδή η ενδοχώρα της, κατά το μεγαλύτερο μέρος είναι ορεινή, οι Πελοποννήσιοι βρέθηκαν στην ανάγκη για να επιζήσουν, να γίνουνται μισθοφόροι στρατιώτες. Ιδιαίτερα "οι Αχαιοί και οι Αρκάδες (κατά τον Χέρτσμπεργκ) ήσαν πότε πάντοτε πανταχού περιζήτητοι και φοβεροί μισθοφόροι στρατιώτες". Και χαρακτηριστική απόδειξη είναι, ότι ο Κύρος ο νεότερος, προετοιμάζοντας την εκστρατεία κατά του αδερφού του Αρταξέρξη, παρήγγειλε τοις φρουράρχοις εκάστοις λαμβάνειν άνδρας Πελοποννησίους, ότι πλείστους και βελτίστους.
Ο Τάκης Σταματόπουλος (γεν. στην Κουνινά Αιγίου το 1902) ήταν γιος του Αργύρη και της Αικατερίνης Σταματοπούλου, σταφιδοπαραγωγών. Σπούδασε στη Φιλοσοφική και τη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Διορίστηκε καθηγητής Γυμνασίου κι υπηρέτησε ως φιλόλογος, μεταξύ άλλων, στα Χανιά, στη Θεσσαλονίκη, στο Αίγιο (τα έτη 1937-1939, στο Γυμνάσιο Θηλέων) και στην Αθήνα. Έφτασε στο βαθμό του Γυμνασιάρχη. Ανάλωσε τη ζωή του, μ' αποκορύφωμα την τελευταία εικοσιπενταετία, στην έρευνα και στη μελέτη Αρχείων που αφορούσαν την Επανάσταση του 1821. Αφήνοντας πίσω του ένα έργο επιβλητικό, θεμελιωμένο πάνω σε προοδευτικά κριτήρια, πραγματική προσφορά στη νεώτερη ιστορία μας.
Ο Τάκης Σταματόπουλος ως πολίτης, ήταν στρατευμένος σ' όλους τους αγώνες του Ελληνικού λαού για ανεξαρτησία και κοινωνική δικαιοσύνη ενώ πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση 1941-1944.
Η Πελοπόννησος υπήρξε για μεγάλο χρονικό διάστημα της ιστορίας της σημαντικό πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό κέντρο του ελληνισμού. Ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσε παρά να είναι για τον ιστοριοδίφη ένα πολύ ελκυστικό πεδίο έρευνας πάνω σε ένα πλούσιο αμάλγαμα γεγονότων, μύθων, τοποθεσιών και ιστορικών συγκυριών. Είναι η περιοχή της σύγχρονης Ελλάδας που περιλαμβάνει στην ιστορική παρακαταθήκη της τόσο διαφορετικά παραδείγματα κοινωνικο-οικονομικής οργάνωσης: τις πόλεις-κράτη της κλασικής εποχής και τις συμπολιτείες του ελληνιστικού κόσμου, τις αυτοκρατορικές επαρχίες της Pax Romana και τα θέματα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τα φεουδαλικά πειράματα της φραγκικής Δύσης και τα δεσποτάτα των Παλαιολόγων (ως πρώτη άγουρη απάντηση του πρώιμου νεότερου ελληνισμού), τις εμπορικές αποικίες της Γαληνοτάτης και τα πασαλίκια της μακραίωνης οθωμανικής κυριαρχίας (για το τελευταίο στάδιο της σκληρής αναμεταξύ τους αντιπαράθεσής συστήνω το πολύ καλό Ο τελευταίος Βενετο-Οθωμανικός Πόλεμος, 1714-1718 του Χατζόπουλου).
Το σίγουρο είναι, μας λέει ο συγγραφέας, ότι σε βάθος χρόνου και αυτή η σαφώς πολιτισμένη και επιφανής περιοχή στο κατώτατο άκρο της ελληνικής χερσονήσου, δεν στάθηκε λιγότερο άτυχη απέναντι στη μοίρα της υποταγής και της γενικευμένης παρακμής. Οι ξένοι κατακτητές, ανά τους αιώνες, διαδέχονται ο ένας τον άλλο, οι ελπίδες για βελτίωση της καθημερινής ζωής διαρκώς διαψεύδονται και μαζί αυξάνεται η αποξένωση του ντόπιου πληθυσμού -όχι απαραίτητα και της ελίτ του- απέναντι σε μια εξουσία, κατά κανόνα, αδιάφορη για κάτι διαφορετικό από την απομύζηση των πεπερασμένων υλικών πόρων και την στυγνή εκμετάλλευση της ζωτικότητας των κατοίκων.
Στο εδώ και μη παρέκει, η διεθνής συγκυρία -του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, της Γαλλικής Επανάστασης και της ουράς των πολέμων που την ακολουθούν- ανοίγει στον, ώριμο πια, νεότερο ελληνισμό νέες προοπτικές με την είσοδο του 19ου αιώνα. Η απομονωμένη γεωγραφική θέση του Μοριά, η σύσταση του πληθυσμού και η στρατιωτική κατάσταση που προκύπτει αναπάντεχα λόγω των φυγόκεντρων τάσεων στο εσωτερικό της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (βλ. ρήξη του Αλή πασά με την Υψηλή Πύλη), ευνοούν το ξέσπασμα της επανάστασης στην ευρύτερη περιοχή του και τον αναδεικνύουν σε ντε φάκτο κέντρο του επαναστατικού αγώνα. Όλα αυτά, παρά τις παλινωδίες της διπλής εμφύλιας σύγκρουσης, και μέχρι την ίδρυση του ελληνικού βασιλείου ως οριστική επικύρωση της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού έθνους.
Εκ πρώτης όψεως, η φιλοδοξία του Σταματόπουλου να καταπιαστεί με την ιστορική πορεία του Μοριά για μια τόσο μεγάλη χρονική περίοδο, ίσως να φαντάζει υπερβολική, ειδικά αν λάβει κανείς υπόψιν και το γεγονός ότι ο ίδιος δεν δήλωσε ποτέ ιστορικός με τα κλασικά ακαδημαϊκά κριτήρια. Μιλάμε για μια μονογραφία με ένα εύρος αφήγησης από τα Μηδικά (5ος αιώνας π.Χ.) μέχρι το πρώτο τέταρτο, για την ακρίβεια μέχρι τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα μ.Χ. ! Το εκπληκτικό είναι ότι καταφέρνει σε 200 σελίδες και κάτι ψιλά, να δώσει μια πολύ ικανοποιητική σύνοψη των γεγονότων χωρίς να χάνει τη λεπτομέρεια εκεί που χρειάζεται, αλλά και χωρίς να χάνεται σ' αυτήν, ακόμη κι αν θεωρηθεί δεδομένο ότι η μεθοδολογία του χάνει γενικά σε αξιοπιστία σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, με την υπερβάλουσα έμφαση του στις μεγάλες προσωπικότητες και τις μανιχαϊστικού τύπου απλουστεύσεις σε καλούς και κακούς της ιστορίας ανάλογα με την προσωπική του οπτική.
Για ένα βιβλίο που γράφτηκε πριν από 44 χρόνια το ελάχιστο που μπορώ να πω είναι: Τιμιότατο!