Ένας πατέρας, μια μητέρα και τα έξι παιδιά τους. Δύο κόρες, τέσσερα αγόρια. Μια μεικτή ομάδα βόλεϊ και δύο αναπληρωματικοί, η οικογένειά μου κομπλέ. Εννέα υπολογίζοντας το σκυλί. Έντεκα αν προσθέσουμε τους δύο γάτους". Το πολυμελές και ιδιόρρυθμο ασκέρι των Μαμπίγιε-Πονς: ο Σαρλ, ειρηνιστής βοηθός συμβολαιογράφου, η Αντελαΐντ, αναρχική και εκκεντρική νοσοκόμα, τα παιδιά, ελεύθερα και μεγάλα, τα τρία υιοθετημένα. Η καθημερινότητα σαν καταιγισμός φαντασίας, κάθε άλλο παρά στρατιωτικός. Μέχρι τις 20 Μαρτίου 2017, πρώτη μέρα της άνοιξης, που το στερνοπούλι απουσιάζει. Ο Γκις, αθεράπευτα καλό παιδί, επαγγελματίας αποδιοπομπαίος τράγος, εξαφανίστηκε και κατηγορείται για τη ληστεία ενός καπνοπωλείου, μια υπόθεση που συνταράσσει το Τουρνόν. Ολόκληρη η οικογένεια βρίσκεται μονομιάς επί ποδός πολέμου! Να κινητοποιηθούν σύσσωμοι, να βρουν τον Γκις, να χρησιμοποιήσουν τα όπλα των αδυνάτων, να κατατροπώσουν τον καθημερινό ρατσισμό της μικρής κομφορμιστικής πόλης με τις κακές ιδέες της, να παλέψουν για το δικαίωμα στην αταξία, για ν' αθωωθεί αυτός, ο αδερφός.
Il a publié une dizaine de romans, dont Dans le ventre des mères, Les visages écrasés (Trophée 813 du roman français 2011 ; Grand Prix du roman noir 2012 du Festival International du film policier de Beaune) et La Guerre des Vanités (Prix Mystère de la critique 2011), traduits dans de nombreux pays (Espagne, Russie, Italie, Brésil…), et écrit des pièces radiophoniques pour France Culture.
Docteur en sciences de l’information et de la communication, chercheur à France Télécom R&D de 2000 à 2007, il est également l’auteur de trois essais, La Démocratie assistée par ordinateur, Pendant qu’ils comptent les morts (coécrit avec Brigitte Font le Bret et Bernard Floris) et La vie marchandise (coécrit avec Bernard Floris). Ses romans évoquent la crise contemporaine et ses conséquences sociales.
Son prochain roman, "L'homme qui a vu l'homme", sortira aux éditions Ombres Noires le 15 janvier 2014.
Με την εγχώρια εκδοτική άνθηση των τελευταίων ετών στο αστυνομικό μυθιστόρημα, παρουσιάζονται στο ελληνικό κοινό όλο και περισσότεροι συγγραφείς του είδους. Ευτυχώς η τρανταχτή πλειοψηφία είναι πολύ προσεγμένες εκδόσεις και όσο έχει να κάνει με το περιεχόμενο, αλλά και με την έκδοση αυτή καθ’ αυτή. Μία από αυτές τις περιπτώσεις είναι ο Γάλλος Marin Ledun (1975) όπου έπειτα από μια πλούσια σε συγγραφική παραγωγή καριέρα στη χώρα του, οι εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου φέρνουν τα έργα του και εντός συνόρων, πρώτα με το βιβλίο Ο πόλεμος της ματαιοδοξίας το 2019 και στη συνέχεια τον Φεβρουάριο του 2020 με το πιο πρόσφατο Σε χαιρετώ, αδερφέ μου, σε μετάφραση του Γιάννη Καυκιά.
Ο Marin Ledun θέτει την ιστορία του τελευταίου εκ των δύο, στην μικρή πόλη της Γαλλίας, Τουρνόν (Tournon-sur-Rhône) με αφηγήτρια και κύρια πρωταγωνίστρια την 20χρονη Ροζ. Η Ροζ είναι μέλος μιας πολυμελούς οικογένειας της οποίας ο πατέρας ο Σαρλ, είναι ένας ειρηνιστής βοηθός συμβολαιογράφου και η μητέρα, η Αντελαΐντ, είναι νοσοκόμα με απόψεις αναρχικές ενάντια στο σύστημα και στις αστικές συμβάσεις. Τα παιδιά συνολικά είναι έξι, όπου πέρα από την Ροζ συναντάμε ένα ακόμα κορίτσι και τέσσερα αγόρια, με τα τρία εξ αυτών να είναι υιοθετημένα από την Κολομβία.
Η ιστορία ξεκινάει όταν ο Γκις, ο ένας εκ των υιοθετημένων γιων, εξαφανίζεται όταν βρίσκεται ύποπτος για την απόπειρα δολοφονίας ενός καπνοπώλη, με όλα τα στοιχεία να οδηγούν στο άτομό του. Η οικογένειά του, ή το ασκέρι όπως αρέσει στη μητέρα να την περιγράφει, είναι σίγουρη για την αθωότητά του και ξεκινάει άμεσα πόλεμο με την αστυνομία, που φαίνεται να βολεύεται με τη σύλληψη ενός σκουρόχρωμου αλλοδαπού αλλά, και με τον ίδιο τον ρατσισμό της μικρής κοινωνίας της Τουρνόν ή όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά: «… της ορδής των έντιμων ανθρώπων που βλέπουν λυσσασμένοι να απομακρύνεται το κόκκαλο που ετοιμάζονταν να γλείψουν και ύστερα να το συνθλίψουν».
Ο Marin Ledun παρά το βαρύ θέμα, παρουσιάζει ένα μυθιστόρημα με άπλετο χιούμορ και ανάλαφρη φαινομενικά ατμόσφαιρα. Η γραφή είναι απλή, χωρίς όμως να πέφτει στην παγίδα της απλοϊκότητας, και ο λόγος προφορικός. Η Ροζ είναι μια νεαρή κοπέλα στα χρόνια αμέσως μετά την εφηβεία και αυτό καθίσταται αμέσως φανερό. Είναι λάτρης του σκληρού ήχου και οι αναφορές της σε μπάντες όπως οι Slipknot και οι Metallica δεν είναι σπάνιας, καθώς και η απαξίωσή της για συγκροτήματα περισσότερο pop, όπως τα εκλαμβάνει η ίδια, όπως οι Depeche Mode. Μέσα από πολλές χρήσεις της pop κουλτούρας, εμβληματικών ταινιών και ηρώων (ενδεικτικά μεταξύ πολλών άλλων κάνουν παρέλαση ταινίες όπως το Pulp Fiction και τα Μάτια ερμητικά κλειστά), αλλά και της λογοτεχνίας και της μουσικής, σχολιάζει με γλαφυρό τρόπο τόσο την οικογένειά της, όσο και την αστυνομία και την υπόλοιπη κοινωνία, μεγαλοαστική και μη.
Εν κατακλείδι, με το Σε χαιρετώ, αδερφέ μου ο Marin Ledun παρουσιάζει ένα χιουμοριστικό noir μυθιστόρημα και με όχημα την απλή γραφή του και τις αναφορές του, σχολιάζει με σαρκασμό και αιχμηρό χιούμορ πολλά από τα κακώς κείμενα της σύγχρονης γαλλικής, και όχι μόνο, κοινωνίας.
Γρήγορη και συναρπαστική γραφή. Μεγάλες δόσεις χιούμορ που φανερώνουν μέσα από μια ιστορία εξαφάνισης, τις αδικίες και τις ανισότητες μιας κοινωνίας, τον ρατσισμό, αλλά και το δικαίωμα να είσαι αυτό που θες και που ορίζεις. Σύγχρονο, γρήγορο, απολαυστικό με απιθανους χαρακτήρες!
Με την εγχώρια εκδοτική άνθηση των τελευταίων ετών στο αστυνομικό μυθιστόρημα, παρουσιάζονται στο ελληνικό κοινό όλο και περισσότεροι συγγραφείς του είδους. Ευτυχώς η τρανταχτή πλειοψηφία είναι πολύ προσεγμένες εκδόσεις και όσο έχει να κάνει με το περιεχόμενο, αλλά και με την έκδοση αυτή καθ’ αυτή. Μία από αυτές τις περιπτώσεις είναι ο Γάλλος Marin Ledun (1975) όπου έπειτα από μια πλούσια σε συγγραφική παραγωγή καριέρα στη χώρα του, οι εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου φέρνουν τα έργα του και εντός συνόρων, πρώτα με το βιβλίο Ο πόλεμος της ματαιοδοξίας το 2019 και στη συνέχεια τον Φεβρουάριο του 2020 με το πιο πρόσφατο Σε χαιρετώ, αδερφέ μου, σε μετάφραση του Γιάννη Καυκιά.
Ο Marin Ledun θέτει την ιστορία του τελευταίου εκ των δύο, στην μικρή πόλη της Γαλλίας, Τουρνόν (Tournon-sur-Rhône) με αφηγήτρια και κύρια πρωταγωνίστρια την 20χρονη Ροζ. Η Ροζ είναι μέλος μιας πολυμελούς οικογένειας της οποίας ο πατέρας ο Σαρλ, είναι ένας ειρηνιστής βοηθός συμβολαιογράφου και η μητέρα, η Αντελαΐντ, είναι νοσοκόμα με απόψεις αναρχικές ενάντια στο σύστημα και στις αστικές συμβάσεις. Τα παιδιά συνολικά είναι έξι, όπου πέρα από την Ροζ συναντάμε ένα ακόμα κορίτσι και τέσσερα αγόρια, με τα τρία εξ αυτών να είναι υιοθετημένα από την Κολομβία.
Η ιστορία ξεκινάει όταν ο Γκις, ο ένας εκ των υιοθετημένων γιων, εξαφανίζεται όταν βρίσκεται ύποπτος για την απόπειρα δολοφονίας ενός καπνοπώλη, με όλα τα στοιχεία να οδηγούν στο άτομό του. Η οικογένειά του, ή το ασκέρι όπως αρέσει στη μητέρα να την περιγράφει, είναι σίγουρη για την αθωότητά του και ξεκινάει άμεσα πόλεμο με την αστυνομία, που φαίνεται να βολεύεται με τη σύλληψη ενός σκουρόχρωμου αλλοδαπού αλλά, και με τον ίδιο τον ρατσισμό της μικρής κοινωνίας της Τουρνόν ή όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά: «… της ορδής των έντιμων ανθρώπων που βλέπουν λυσσασμένοι να απομακρύνεται το κόκκαλο που ετοιμάζονταν να γλείψουν και ύστερα να το συνθλίψουν».
Ο Marin Ledun παρά το βαρύ θέμα, παρουσιάζει ένα μυθιστόρημα με άπλετο χιούμορ και ανάλαφρη φαινομενικά ατμόσφαιρα. Η γραφή είναι απλή, χωρίς όμως να πέφτει στην παγίδα της απλοϊκότητας, και ο λόγος προφορικός. Η Ροζ είναι μια νεαρή κοπέλα στα χρόνια αμέσως μετά την εφηβεία και αυτό καθίσταται αμέσως φανερό. Είναι λάτρης του σκληρού ήχου και οι αναφορές της σε μπάντες όπως οι Slipknot και οι Metallica δεν είναι σπάνιας, καθώς και η απαξίωσή της για συγκροτήματα περισσότερο pop, όπως τα εκλαμβάνει η ίδια, όπως οι Depeche Mode. Μέσα από πολλές χρήσεις της pop κουλτούρας, εμβληματικών ταινιών και ηρώων (ενδεικτικά μεταξύ πολλών άλλων κάνουν παρέλαση ταινίες όπως το Pulp Fiction και τα Μάτια ερμητικά κλειστά), αλλά και της λογοτεχνίας και της μουσικής, σχολιάζει με γλαφυρό τρόπο τόσο την οικογένειά της, όσο και την αστυνομία και την υπόλοιπη κοινωνία, μεγαλοαστική και μη.
Εν κατακλείδι, με το Σε χαιρετώ, αδερφέ μου ο Marin Ledun παρουσιάζει ένα χιουμοριστικό noir μυθιστόρημα και με όχημα την απλή γραφή του και τις αναφορές του, σχολιάζει με σαρκασμό και αιχμηρό χιούμορ πολλά από τα κακώς κείμενα της σύγχρονης γαλλικής, και όχι μόνο, κοινωνίας.
C'est un bon roman policier avec des scènes et des jeux de mots qui tirent vers la comédie. Certaines répliques et dialogues sont savoureux. J'ai beaucoup souri et ri. Sous les traits d'humour , Marin Ledun nous parle de la littérature avec de nombreuses références et de sujet de société tel que le racisme ambiant. Je me suis attachée à cette famille atypique et complètement déjantée et surtout à Rose qui à elle seule vaut le détour. Bon moment de lecture.
Ce livre a été pour moi une bonne lecture. J'ai trouvé l'histoire très bien, l'ambiance super. J'ai trouvé que mélanger le côté "famille" avec le côté plus "enquête - policier" était une très bonne idée. J'ai également beaucoup aimé le caractère des personnages (surtout celui de la mère) et trouvé les actions de la narratrice assez "cool".
Beaucoup aimé l’ambiance et les personnages, les références de culture populaire, beaucoup ri ça fait du bien. C’est aussi très bien écrit je l’ai lu d’un seul trait. Par contre l’intrigue pour moi ne tient pas surtout que bon on a compris tout de suite dans quelle direction ça allait, c’est le point un peu dommage. Mais le reste est un sans faute
Οι εξωφρενικές περιπέτειες μιας πολυπληθούς και πολυπολιτισμικής οικογένειας που ζει σε μια γαλλική πόλη, με αφήγηση από την οπτική της Ροζ, ενός εκ των έξι παιδιών.
Χωρίς να είναι κάτι το ιδιαίτερο άπο άποψη πλοκής, κυλάει ευχάριστα και το χιούμορ του δεν είναι άσχημο.
''κι όσο περισσότεροι τρελλοί είμαστε μαζεμένοι'' Ανάλαφρο, χιουμοριστικό, με μιά υπέροχη σουρρεαλιστική οικογένεια. Υπάρχουν άραγε και τέτοιες; Ανέλπιστα καλό !
Je n'ai jamais vu une héroïne aussi pétillante, pleine de vie, dynamique et drôle ! Marin Ledun nous entraîne dans une intrigue policière et familiale rock n' roll, qui est un hommage à la fraternité et une dénonciation du racisme. Ce roman est empli d'humour, en plus d'être truffé de références littéraires ! Un bonheur !
Une lecture à l'image du suivant. C'est drôle, décalé et sarcastique, tout comme j'aime. Le style de l'auteur est très plaisant, le livre se lit très rapidement tellement on est dedans, mais ne vous attendez pas à l'histoire du siècle, juste à passer un très bon moment avec une famille déjantée que vous allez vite vouloir continuer à suivre.
Je ne sais par où commencer. Bon clairement, je n'ai pas du tout aimé ce livre et le finir fut une épreuve. Pourquoi ? 1) Les personnages, mon Dieu, les personnages. Insupportables. On voit tellement que l'auteur est fan de ses personnages et qu'il veut vraiment nous montrer à quel point ils sont spéciaux et formidables, qu'ils en deviennent imbuvables. La mère ? Juste envie de lui coller une paire de gifles. La fille ? Pareil. Les autres ? Parfaitement insignifiants pour l'histoire, mais agaçants quand ils apparaissent. 2) L'histoire justement. Quelle histoire ? Eh beh y a pas d'histoire en fait. Vaguement une enquête au second plan, sans grand intérêt policier si c'est ce que vous cherchez. Le but du roman c'est de parler du racisme, et c'est bien..sauf que c'est tellement cousu de fil blanc que ça devient ridicule. Oui OK on a compris, la ville entière est une armée de cons racistes prêts à se jeter sur le pauvre petit Colombien innocent, mais heureusement qu'il a sa super famille si exceptionnelle pour le défendre ! ...Je roule des yeux. Notons par ailleurs qu'au milieu on a une intrigue de calculs rénaux (??) qui ne sert, littéralement, à rien. Pour conclure, je dirai que ce livre m'a été chaudement recommandé par mon libraire, et que je pense donc changer de libraire.