Μια φορά και έναν καιρό ένα νεαρό αγόρι προτίμησε την εργασία από τις σπουδές. Ντάξει, δεν την προτίμησε ακριβώς, απλά κατάλαβε ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έχει κάποιες λιγοστές ελπίδες να σπουδάσει στο μέλλον. Όταν οι φίλοι του πέρασαν στο πανεπιστήμιο και έκαναν ζωάρα, εκείνος κατάλαβε πόσο καλύτερα περνά, ρωτώντας τους πελάτες αν θέλουν ψιλοκομμένη τη γαλοπούλα τους ή αν προτιμούν πικάντικη τη φέτα τους, την ίδια στιγμή που οι κολλητοί του ξερνούσαν έξω από κάποιο φοιτητομάγαζο της επαρχίας.
Έτσι, βρέθηκε αναγκασμένος να αντιμετωπίσει βλαμμένους συνεργάτες, ψωνισμένους διευθυντές και αγενείς πελάτες, έχοντας μάλιστα την (παράλογη) υποχρέωση από τον νόμο να μη σκοτώσει κανέναν. Τα κατάφερε; Αυτό θα το μάθεις στις μέσα σελίδες.
Ο Νίκος Μπόβολος γεννήθηκε το 1990 με βασικό σκοπό να πεθάνει όσο πιο αργά μπορεί. Μέχρι στιγμής τα καταφέρνει καλά αν εξαιρέσεις ότι ένα ταπεινό ροδάκινο μπορεί να τον στείλει να τσεκάρει τα ραδίκια από την ανάποδη. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο της ζωής και των κλισέ και γράφει από τότε που έμαθε να γράφει. Έχει εργαστεί πολύ με λίγα λεφτά και ονειρεύεται μια μέρα να αρχίσει να συμβαίνει το αντίστροφο. Είναι καλά ή τουλάχιστον έτσι νομίζει, δεδομένου ότι γράφει για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο. Θα ήθελε πολύ να είναι ο Κωστάκης Ανάν ή έστω ο Αργύρης Ταλέκουρδας.
Μικρό βιβλίο, τίμιο. Όχι, δε φιλοδοξεί να καταταγεί στην "υψηλή λογοτεχνία", μαζί με Ντοστογιέφσκηδες και Χέμινγουέιδες.
Η γλώσσα του είναι τόσο ζωντανή, τόσο καθημερινή, τόσο άμεση, που σχεδόν δεν είχε λογοτεχνία. Έχει κεφαλαία, έχει σχόλια, έχει βρισίδια, έχει σβησμένο κείμενο, έχει μέχρι και λινκ για το youtube. Έχει όλα αυτά που ξενερώνουν εμάς τους επιμελητές ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΤΡΕΨΑ!
Ιστορίες μικρές, ευκολοδιάβαστες, βγαλμένες από τη ζωή, χωρίς καμία ωραιοποίηση. Με κάποιες γέλασα, άλλες με άγγιξαν, άλλες με δίδαξαν. Ήταν ένα ωραίο, αν και σύντομο, ταξίδι στον κόσμο ενός υπαλλήλου. Θέλω κι άλλα τέτοια.
Όποιος έχει εργαστεί οπουδήποτε γνωρίζει ότι κάθε εργασιακό περιβάλλον έχει, λίγο έως πολύ, το δικό του ιδιαίτερο μικρόκοσμο. Όταν δε ο μικρόκοσμος αυτός περιλαμβάνει και εξυπηρέτηση κοινού, μπορώ και από προσωπική εμπειρία να βεβαιώσω ότι, ο σουρεαλισμός και το κωμικοτραγικό στοιχείο φτάνουν σε δυσθεώρητα ύψη, γεγονός που πάντα με έκανε να πιστεύω ότι κάποιος με στοιχειώδες ταλέντο θα μπορούσε να γράψει ένα αξίολογο βιβλίο (ή σενάριο) βασιζόμενος στις σχετικές εμπειρίες του. Ο Νίκος Μπόβολος είναι μια τέτοια περίπτωση, αφου καταφέρνει να μετατρέψει τα εργασιακά του βιώματα σε μια διασκεδαστική συλλογή από σύντομα κείμενα που διαβάζεται αβίαστα.
Ιστορίες πίσω από τον πάγκο. Ιστορίες που με οδηγό το χιούμορ καυτηριάζουν την κατάσταση όχι μόνο στο σούπερ μάρκετ αλλά γενικά στην κοινωνία. Διότι ο Ζαμπονοκόπτης μπορεί να είμαι εγώ, εσύ, ο καθένας. Κάθε άτομο που κάνει μια δουλειά απλά γιατί κάπως πρέπει να ζήσει και έχει να ανέχεται τα "αφεντικά" ή για την ακρίβεια αυτούς που νομίζουν ότι είναι αφεντικά μόνο και μόνο επειδή τα μισθολογικά τους απαρτίζονται από τέσσερα ψηφία ενώ τα δικά σου από τρία και μάλιστα αρκετά χαμηλότερα από το πρώτο τετραψήφιο ποσό μισθού. Εξαιρετική ιδέα, όμορφη εκτέλεση και σε πρώτη αλλά και σε δεύτερη ανάγνωση.
3,5, το μισό προστίθεται επειδή ήμουν κι εγώ κάποτε.
Αυτός ήταν κι ο λόγος που αγόρασα το βιβλίο: η προσωπική μου θητεία πίσω από τη βιτρίνα με τα τυριά. Είχα και άγχος, αν θα τα έλεγε όπως ήταν ή θα τα στόλιζε με ανοησίες.
Ε, λοιπόν, όχι. Και λίγα λέει. Η παράνοια κι οι βλαμμένοι είναι πιο παρανοϊκή και πιο βλαμμένοι, κι αν η έκφραση δεν βγάζει νόημα, είναι γιατί δεν έχετε κόψει ζαμπόν ποτέ στη ζωή σας.
Το αρνητικό στην όλη υπόθεση (γιατί κι η γλώσσα είναι μια χαρά και η ατμόσφαιρα είναι ό,τι πρέπει) είναι αυτό που είπα προηγουμένως: "και λίγα λέει". Είναι λίγο. Έπρεπε να είναι περισσότερο. Είμαι σίγουρη πως δεν ήταν μόνο αυτές οι εμπειρίες του κι ότι μπορούσε να πει κι άλλα πράγματα, πράγματα που θα έδιναν καλύτερα και με περισσότερες λεπτομέρειες την αγωνία της ζαμπονομηχανής, τη ρέκλα του ληγμένου, τη γνώση του ότι πας άνθρωψ που λαμβάνει τον ρόλο του πελάτη (ΟΛΟΙ μας, εμής της ιδίας μη εξαιρετέας) ελαττώνει αυτομάτως το IQ του κατά 45 μονάδες.
Ήθελα κάτι περισσότερο. Για να μπορώ να το συστήνω και ως research material σε όσους θέλουν να γράψουν βιβλία με ήρωες ζαμπονοκόπτες.
Ένα ευκολοδιάβαστο βιβλιαράκι, ευχάριστο, με συμπαθητικό ύφος. Σε πολλά σημεία το χιούμορ έβγαινε αβίαστα, σε κάποια άλλα όχι και τόσο. Το φοβερό λογότυπο και οι αναφορές στην ταινία-σταθμό του Τσιώλη, δίνουν το μισό αστέρι παραπάνω.
Αν θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τον Ζαμπονοκόπτη με μία φράση, αυτή θα ήταν «Ο ορισμός της χαμένης ευκαιρίας». Τι εννοώ?
Με το που είδα το βιβλιαράκι αυτό σε ράφι γνωστού βιβλιοπωλείου, η πρωτοτυπία του θέματός του, σε συνδυασμό με το εκπληκτικό εξώφυλλο, με έκαναν να αναμένω στιγμές ανάγνωσης, όπου στο ένα χέρι θα κρατούσα το βιβλίο, και στο άλλο τα έντερα που θα είχαν φύγει απ’ τη θέση τους απ’ τα γέλια. Το τράβηγμα του 10ευρου (κόστος του βιβλίου) από το πορτοφόλι ήταν πιο γρήγορο και από το τράβηγμα του Λούκυ Λουκ, και ένα γρήγορο ξεφύλλισμα να δω τα σκιτσάκια, σε συνδυασμό με το σπαρταριστό μίνι βιογραφικό του συγγραφέα, ενίσχυσαν x10 την προϊδέαση όσον αφορά το τι να περιμένω.
Δυστυχώς όμως, στην πορεία προσγειώθηκα ανώμαλα. Αυτό, γιατί, παρόλο που το μίνι βιογραφικό ισχυρίζεται ότι ο συγγραφέας έχει γεννηθεί το 1990 (τουτέστιν κοντά 30 χρονών), και παρόλο που η φωτογραφία του μάλλον επιβεβαιώνει αυτόν τον ισχυρισμό, η γραφή αυτή καθαυτή φέρνει περισσότερο σε 15χρονο που μόλις ανακάλυψε τον Άρη τον Βελουχιώτη και τον Τσε τον Γκεβάρα, κάνοντας τις μινι ιστοριούλες να φαίνονται σαν να ανήκουν μάλλον σε κάποια σελίδα τύπου Luben, παρά σε βιβλίο που κυκλοφορεί στην αγορά.
Το χιούμορ, όμως, υπήρχε, εδώ είναι το θέμα. Υπήρχαν στιγμές που ο συγγραφέας ξέφευγε για λίγο από τις εφηβικές του ιδεοληψίες, και η γραφή έπαιρνε τα πάνω της – προφανώς δεν άρχιζες να διαβάζεις Dickens, αλλά άρχιζες να διαβάζεις κάτι πραγματικά χιουμοριστικό, αυτό δηλαδή που αρχικά περίμενες. Εκεί όμως που έσκαγε το πρώτο γελάκι, τσακ, σκάει μύτη πάλι ένας «κακός μπάτσος» ή ένας «στυγνός καπιταλιστής», οπότε ξεκινάει πάλι η κατρακύλα με τα «ούτε εδώ, ούτε πουθενά», με τις «επαναστάσεις», και με τα «κακομαθημένα πλουσιόπαιδα», που σε κάνει να νομίζεις ότι διακτινίστηκες, και έχεις βρεθεί ξαφνικά στα Εξάρχεια να διαβάζεις αφίσες και «γκράφιτι» (μτφ->μουτζούρες).
Και όχι τίποτ’ άλλο, αλλά ξαναδιαβάζοντας το μινι βιογραφικό, συνειδητοποιεί κανείς ότι ο συγγραφέας, ναι, έχει χιούμορ, και έχει τον τρόπο να τον αξιοποιήσει. Κρίμα όμως που ριζωμένες ιδεοληψίες εφηβικών ανησυχιών, που ειδικά στη χώρα μας έχουν βρει πρόσφορο έδαφος, και συχνά δεν ξεθωριάζουν με την ενηλικίωση, όπως είναι το φυσιολογικό, δεν του επιτρέπουν να ξεδιπλώσει αυτή την ικανότητα, στην παρούσα περίπτωση τουλάχιστον. In other words, ο ορισμός της χαμένης ευκαιρίας.
Δε θα είμαι φειδωλή στα αστεράκια σε κάποιον που ματώνει με τη δουλειά του, οποία κι αν είναι αυτή. Παρόλο που δεν έχω βρεθεί σε αντίστοιχη θέση, ένιωσα ένα brotherhood με τον ζαμπονοκόπτη, που μάλλον στις μέρες μας λέγεται ενσυναίσθηση. Γέλασα σε αρκετές φάσεις. Και γενικά όταν διακρίνω ευαισθησία μέσα από το χιούμορ το εκτιμώ.
Δυνατό. Ζόρικο. Αληθινό. Ιστορίες από την άλλη πλευρά του πάγκου κοπής αλλαντικών που αν κάποιος δεν έχει δουλέψει σε παρόμοιο πόστο, δύσκολα θα βάλει τον εαυτό του εκεί. Μου άρεσε πολύ ο τρόπος γραφής του συγγραφέα, το χιούμορ του αλλά και το ότι δεν χαρίζει *κάσταν��. Άνετα θα μπορούσε να κάνει και stand up comedy αν το αποφάσιζε. Είναι ένα βιβλίο που θα έπρεπε να διαβάσει κάθε ένας που θεωρεί πως οι υπάλληλοι του χρωστάνε, πως οι υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι και πως είναι η δουλειά τους. Αυτό το βιβλίο σου μαθαίνει τα αυτονόητα. Τον σεβασμό σε κάθε εργαζόμενο. Σου δείχνει πως ο υπάλληλος δεν είναι ο προσωπικός σου δούλος και μια απλή "Καλημέρα" μπορεί να φτιάξει την ημέρα αυτού του ανθρώπου που για 8 ώρες θα κουβαλάει, θα μαζεύει, θα κόβει ζαμπόν.
*Υπήρχαν στιγμές στο βιβλίο που συγκινήθηκα και 'γιόρτασα' μαζί με τον ζαμπονόκοπτη για τις μικρές του νίκες.
Έχοντας εργαστεί κι εγώ σε σούπερ μάρκετ ταυτίστηκα σε πολλά σημεία! Το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός του συγγραφέα κάνουν το βιβλίο μια δροσερή πηγή δροσιάς! Μα τι λέω... πολύ καλό!
Ενω ξεκινησε αστεια και με χιουμορ, τελικα αποδειχθηκε ενα λαικιστικο βιβλιο με πολυ εντονη την αριστερη προπαγανδα.
Ο ανθρωπος ειχε μια κοινη δουλεια σε σουπερ μαρκετ, με τις αντιξοοτητες και τις δυσκολιες που εχουν τοσες δουλειες. Δεν ειναι καποιου ειδους special snowflake που ανακαλυψε την αδικια στον εργασιακο χωρο και αποφασισε να ξυπνησει ολους τους υπολοιπους μεσω της γραφης του.
Αντιθετως, φαινεται να ειναι ενα ακομα αποκυημα της υποτιθεμενης θυματοποιησης και ηθικου πλεονεκτηματος της αριστερας, γινομενος ενα ακομα ‘θυμα’ του σκληρου καπιταλιστικού συστηματος που τοσο πολεμαει στο βιβλιο του αλλα που αν δουμε τη μετεπειτα πορεια του (Senior Copywriter στη Webjar) μαλλον το υπηρετει τυφλα γιατι προφανως εξελιχθηκε μεσα απο αυτο.
Χρησιμοποιωντας γλαφυροτατες βρισιες και συναισθηματισμους που εγειρουν το λαικο αισθημα τα οποια (οπως αλλωστε αναφερει και ο ιδιος σε μια σελιδα) θα φερουν ‘την επανασταση’ πασχίζει να κερδίσει και αυτος τα 15’ δημοσιοτητας που αξίζουν σε ενα τετοιο βιβλιο.
Κανονικά 3.5 αστεράκια αλλά είπα να δώσω το μισό γιατί μου άρεσε η προσπάθεια και λόγω του μικρού μέγεθους δεν με κούρασε καθόλου.
Φθηνό βιβλίο. Μικρό σε μέγεθος. Λίγες σελίδες. Διαβάζετε λογικά αν όχι σε μία ημέρα σε δύο πες. Οπότε όλα τα αυτά θετικά βοηθάνε.
Πέρασα ωραία. Γέλασα. Συμπάθησα απίστευτα τον Ζαμπονοκόφτη και αυτό βοηθάει στο ότι συμερίζομαι αρκετές απο τις απόψεις του για το πως βλέπει πολλά πράγματα στην ζωή. Θεωρώ ότι είχε πολύ περισσότερο υλικό να πει και να γράψει και για κάποιον λόγο δεν το έκανε και ήταν μία χαμένη ευκαιρία. Εκτός και αν έχει υλικό για Ζαμπονοκόφτης η Επιστροφή. Οπότε του το συγχωρώ.
Σαν κείμενο δεν είναι καλόγραμένο αλλά περισσότερο σαν να σου λέει ένας κολλητός σου φίλος ιστορίες. Δεν το κάνει όμορφο στο ανάγνωσμα αλλά το κάνει ΑΛΗΘΙΝΟ και έτσι σου περνάει πολύ περισσότερο το μήνυμα και το όλο feeling της κατάστασης. Οπότε αν έγινε εσκεμένα, σωστά έγινε.
Θα ήθελα να άκουγα και άλλες ιστορίες αλλά και γενικά πως βλέπανε τα πράγματα και άλλα άτομα μέσα απο το supermarket καθώς και περισσότερους διαλόγους.
Ένα ωραίο, διασκεδαστικό βιβλιαράκι με εικόνες καθημερινής τρέλας που όλοι μας έχουμε ζήσει-συναντήσει.
Θεωρώ ότι είναι ωραίο να το κάνετε και ως δώρο σε φίλους μου είναι εντός ή και κοντά σε τέτοιου είδους κλάδου εργασίες.
Όταν διάβασα το οπισθόφυλλο και το μίνι βιογραφικό του συγγραφέα ήθελα να το αποκτήσω χτες.Στην έκθεση βιβλίου στο Ζάππειο το πήρα με το που το είδα.Ειδικά επειδή έχω να κάνω και εγώ με κόσμο (και κυρίως χαζό και απαιτητικό κόσμο) ταυτίστηκα.Διάβασα την πρώτη ιστορία,λέω ώπα εδώ είμαστε! Συνεχίζοντας όμως απογοητεύτηκα. Με την γλώσσα της εποχής. Τι εννοώ? Ατάκες που σήμερα είναι αστείες,σε λίγα χρόνια θα έχουν ξεχαστεί. Περίμενα να πετάξει και κανένα η ιστορία της ξανθούλας θα μπει στο Thank you,next μύστη μου. Ήταν τίμια ιστορια. Ή κάτι τέτοιο. Μετα με το αν είσαι φασίστας,μασιστας,μπασιστας κακώς δεν κατάλαβες τι εννοώ,ΜΓΔ που με χάλασαν (συμφωνώ/διαφωνώ με τις απόψεις σου είναι άλλο) Τρεις διαφορετικοι άνθρωποι το διαβάσαμε,με διαφορετικά μυαλά και ηλικίες (που πιάνουν τρεις διαφορετικές δεκαετιες 10+ εως 30+) Και οι τρεις το βρήκακε κατώτερο προσδοκιών. Θα ήθελα να δω μια δεύτερη προσπάθεια του με το ταλέντο του αξιοποιημενο καλύτερα. Μεγάλε μας κέρδισες απο το οπισθόφυλλο και το βιογραφικό μόνο.
Ούτε καν στο μισό δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μου. Το χιούμορ χλιαρό,η πρόζα παρωχημένη,έμπνευση καμία. Ο αναγνώστης που γελά με τα κωμικά του Κορτώ και του Λένου Χριστίδη θα τον αγαπήσει. Ο αναγνώστης(και εγώ) που γελά με τον Κωστάκη Αννάν και τον Παρασκευά Ακαμάτη,ακόμη και τον Larry Cool θα βαρεθεί τη ζωή του..
Το βιβλίο αξίζει για 1.5 αστεράκι και το υπόλοιπο 0.5 γιατί πιστεύω ότι μπορεί πολύ καλύτερα από αυτό..
Ενδιαφέρον βιβλίο με σιτορίες που σε κάνουν να γελάς. Ιστορίες από τις εμπειρίες του Ζαμπονοκόπτη στο super market. Στα θετικά του είναι και η όμορφη εικονογράφηση.