Ελληνικές εκδοχές γνωστών, αγαπημένων παραμυθιών που έγιναν comics και μετατοπίστηκαν σε άλλες εποχές και άλλους κόσμους.
Η αφηγήτρια και σεναριογράφος Βασιλεία Βαξεβάνη (ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΦΟΙΝΙΚΑ – ΑΔΑΜΑΣΤΟΣ: ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ) και η δημιουργός comics Ευγενία Κουμάκη (HUBRIS) φαντάστηκαν…
…τον Τρίματο (Κυανοπώγωνας) ως καθαρόαιμο horror στο σήμερα. …την Κόκκινη Σαν Το Αίμα, Άσπρη Σαν Το Χιόνι (Ραπουνζέλ) ως ένα ανατρεπτικό sci-fi στα πρότυπα της γαλλοβελγικής σχολής. …και τον Γυμνό Με Τη Μαχαίρα (Grateful Dead) ως μια post-apocalyptic ιστορία με zombies.
Αυτά είναι τα Αλλόκοσμα. Τρία ελληνικά και συνάμα παγκόσμια παραμύθια. Αλλιώς!
Το επιμύθιο της έκδοσης έγραψε ο συγγραφέας του MEZOLITH, Ben Haggarty.
Ένα από τα βιβλία που διάβασα μέσα στις διακοπές μου, και συγκεκριμένα μπροστά από τη θάλασσα, ήταν το Αλλόκοτα: Ελληνικά Παραμύθια Αλλιώς. Γραμμένο και εικονογραφημένο από τις Ευγενία Κουμάκη και Βασιλεία Βαξεβάνη, το συγκεκριμένο comic μάς παρουσιάζει τρείς γνωστές ιστορίες, στις οποίες όμως έχουν γίνει ορισμένες αλλαγές. Συγκεκριμένα έχουν αλλάξει το είδος, ο τόπος και ο χρόνος που υφίσταντο στις πιο δημοφιλείς τους εκδοχές. Κι έτσι πλέον συνανταμε τον Κυανοπώγωνα σαν ένα τέρας του σήμερα, την Ραπουνζέλ στο διάστημα και τον Ευγνώμονα Νεκρό σε ένα αύριο που μοιάζει λες και βγήκε από επεισόδιο του The Walking Dead. Βρήκα τις αλλαγές πάρα πολύ ευρηματικές, γιατί κατάφεραν και να δώσουν νέα πνοή σε παλιές ιστορίες και να κρατήσουν τον κεντρικό πυρήνα τους. Ξεχώρισα ίσως λίγο παραπάνω τις δύο πρώτες ιστορίες, για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Την πρώτη επειδή ακροβατεί επικίνδυνα κοντά στη δική μας καθημερινότητα (ακόμη κι αν εκεί ο κακός δεν ήταν τελικά άνθρωπος) και τη δεύτερη επειδή ενώ οι ήρωες περνάνε πολλά εμπόδια, καταφέρνουν τελικά να κερδίσουν ένα ευτυχισμένο τέλος. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν διασκέδασα εξίσου και την τελευταία ιστορία. Επιπλέον, μου άρεσε πολύ η γραφή, η εικονογράφηση, καθώς και ο ρυθμός αλλά και η εξέλιξη της δράσης καθ' όλη τη διάρκεια της εξέλιξης των ιστοριών. Σίγουρα ήταν ένα βιβλίο που χαίρομαι που διάβασα κι ανυπομονώ να διαβάσω κι άλλα από τις δημιουργούς 😊
If you made it this far, congratulations! 'Til next time, take care :) :) :)
Η δυνατότητα που έχουν πολλές ιστορίες να επανεφευρίσκουν τον εαυτό τους είναι σίγουρα κάτι το αξιοπερίεργο και αξιοθαύμαστο. Πολλές καταφέρνουν να λέγονται ξανά και ξανά ανά την εποχή, μέσα από διαφορετικές φόρμες, πρόσωπα και είδη λόγου και εξιστόρησης. Μέσα από τον χρόνο , επιστρέφουν συνεχώς στην κοινωνική πηγή τους, προσπαθώντας όχι να μας ενσταλάξουν από την αρχή κάποια επιφανειακά διδάγματα, αλλά να ικανοποιήσουν μια βαθύτερη πολιτισμική μας ανάγκη για μια μη λεκτική αλλά παρόλα αυτά ουσιαστικότερη επικοινωνία με τον πολιτισμό μας, μια έννοια του συνανήκειν. Προσπαθούν να ενισχύσουν τους δεσμούς που ρέουν γύρω μας και μας ενώνουν, ηθελημένα ή άθελα μας με το σύνολο.
Έτσι τα παραμύθια, διαφορετικά σε κάθε περιοχή και κόσμο, είναι πολύ επίμονα και έχουν συχνά μια κοινή ρίζα, καθώς ως λειτουργίες εξυπηρετούν μια ανάγκη το ίδιο βασική με την τροφή και οι παραδοσιακές επιταγές τους παραμένουν αναλλοίωτες.
Ωστόσο η δυναμική τους συχνά τίθεται υπό αμφισβήτηση. Ειδικά στο σήμερα όπου ο φορμαλισμός των τρόπων εξιστόρησης (και ειδικά της φαντασίας) έχει διαπλατυνθεί, από τη μία διευκολύνεται η αφήγηση ιστοριών από τον καθένα μας, αλλά από την άλλη πνίγονται πολλές από αυτές τις ιστορίες στην κοινοτυπία, Έτσι, τι μπορεί να μας πει ένα παραμύθι; Πόσες φορές ακόμα να ειπωθεί; Και με πόσους τρόπους; Αλήθεια, σε έναν κόσμο που κολυμπά στην πληροφορία, υπάρχει κάτι που δεν έχει ειπωθεί ακόμα με κάποιον τρόπο;
Η Βασιλεία Βαξεβάνη (σενάριο) και η Ευγενία Κουμάκη (σχέδιο) αναμετριούνται με αυτό το ερώτημα με το άλμπουμ «Αλλόκοσμα: Ελληνικά Παραμύθια Αλλιώς» (εκδόσεις Comicdom Press) μια κόμικ απεικόνιση τριών γνωστών (ή και λιγότερο) παραμυθιών από την ελληνική παράδοση, σε τρεις διαφορετικούς τρόπους, σε τρεις διαφορετικούς χρόνους και σε τρία διαφορετικά είδη.
Kαι το κάνουν γνωρίζοντας αφενός όχι μόνο οι ίδιες οι ιστορίες με τις οποίες καταπιάνονται είναι ανθεκτικές σε πειραματισμούς, αλλά αφετέρου προσπαθώντας, μέσα από αυτούς τους πειρασματισμούς, να αφήσουν το δικό τους, προσωπικό αποτύπωμα και ιστορία. Να κάνουν το κοινό να μιλήσει για το προσωπικό και μέσα από αυτό να πλησιάσουν ξανά το κοινωνικό/ πολιτικό. Μια διαδικασία πολύ δύσκολη που δεν πετυχαίνει εδώ απόλυτα.
Όλες τους διατηρούν το παραμυθικό, άχρονο στοιχείο τους και την ίδια στιγμή εξισορροπούν, όχι πάντα με απόλυτη επιτυχία, με την ανάγκη να μιλήσουν στο τώρα. Πολλές φορές αυτή η δύσκολα επιτεύξιμη ισορροπία σπάει, ειδικά στο θέμα του λόγου, καθώς δεν είναι πάντα εύκολο να μιλήσει σε ένα είδος χωρίς να κάνεις χρήση των συμβάσεων του, ή τουλάχιστον χωρίς να τις διαπλάσεις αναλόγως.
Υπό αυτή την οπτική, ενώ εικαστικά αποτυπώνονται με έναν αξιόλογο τρόπο, πολλές φορές η σύμβαση ιστοριας και είδους χάνει, στερώντας τόσο από τον παραμυθικό λόγο το βάθος του, όσο και από το είδος τη συναισθηματική σύμβαση και προσφορά, εξαιτίας της οποίας επιλέχθηκε. Με άλλα λόγια η εμβύθιση (σε άπταιστα ελληνικά, το immersion) σπάσει και τελικά τα δύο μισά δε γίνονται ένα νέο ολόκληρο.
Η προσαρμογή των ιστοριών ο τρόπος αφήγησης της Βαξεβάνη, είναι ένας κορμός πάνω στον οποίο το σχέδιο της Κουμάκη ανθεί και ελίσσεται. Οι τρεις ιστορίες (« Ο Τρίματος», «Η Κόκκινη Σαν Αίμα, Άσπρη Σαν Το Χιόνι», και «Grateful Dead» δίνονται με διαφορετικό στυλ το καθένα (το πρώτο σαν horror στο σήμερα, το δεύτερο σαν sci -fi της γαλλοβελγικής σχολης και το τρίτο ως ρευστό zombie post- apocalyptic).
Στην πρώτη, στημένη στην εποχή μας ή σε μια πιο ωμή και ξεκάθαρη (και για αυτό πιο τρομακτική) εκδοχή της, το απλό,στρωτό και δυναμικό σχέδιο της Κουμάκη, που έχουμε άλλωστε ξαναδεί, αποδίδει άμεσα, απτά και δυναμικά τον γυναικείο τρόμο απέναντι σε ένα άτομο (και μια κοινωνική μηχανική) κατά βάση ανθρωπο- και γυναικο-φαγική. Το μαύρο χρώμα όχι μόνο δεν κρύβει, αλλά αντίθετα το έντονο splatter και την προσήλωση των τεράτων στο σώμα, το οποίο διαστρεβλώνεται, καταβροχθίζεται και καθίσταται υπηρέτης τους.
Στη δεύτερη, η οποία έχει πολλά κοινά με τη Ραπουνζέλ, μας δίνεται ένα κάπως αφαιρετικό και ανεστραμμένο Valérian and Laureline, το οποίο, με γραμμές λεπτές και συγκεντρωμένες, μας ταξιδεύει σε έναν κόσμο όπου η μαγεία ψηφιοποιείται, αλλά το θαύμα της εξερεύνησης παραμένει ως σπίθα στο μυαλό των ανθρώπων.
Τέλος, η τρίτη, που κατά ομολογία των δημιουργών ήταν και η δυσκολότερη στην απόδοση της, είναι σίγουρα και η πιο ενδιαφέρουσα. Μια ρευστή, σκοτεινή σε στυλ και ύφος ιστορία για τι χρωστούν οι νεκροί στους ζωντανούς και, κυρίως, το αντίθετο.
Το «Αλλόκοσμα» αποτελεί μια ενδιαφέρουσα άποψη για ιστορίες που ξέρουμε, με τρόπους που δε θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Μπορεί σε πολλά σημεία του να παραπατά και να μην καταφέρνει ακριβώς να βρίσκει τα μυθικά του βήματα, ωστόσο μαρτυρά πολλές δυνατότητες των ιστοριών αυτών που δεν έχουν εξερευνηθεί ακόμα, με τρόπους και σκίτσα που θα θέλαμε να δούμε.
Το αγόρασα με μεγάλη λαχτάρα, το φδιάβασα με μεγαλύτερη... και ξεφούσκωσα. Δεν είμαι σίγουρη γιατί. Νομίζω πως ούτε το σενάριο καταφέρνει αυτό που κυνηγάει (το οποίο είναι εξαιρετικό σαν ιδέα), ούτε και το σχέδιο είναι για 5/5. Εκτός ίσως από το σχέδιο του Τρίματου, που πιστεύω πως δίνει ακριβώς αυτό που πρέπει.
Αυτό πρέπει να είναι ένα από τα εσωτερικώς πιο διχαστικά comics που έχω διαβάσει - και λέω "εσωτερικώς" διότι οι δικές μου σκέψεις είναι διχασμένες σε σχέση με την πρώτη και τη δεύτερη φορά που το διάβασα.
Ξέρω από πρώτο χέρι πόσο καλή αφηγήτρια είναι η Βασιλεία Βαξεβάνη, όπως ξέρω και τις προκλήσεις μεταφοράς του αφηγηματικού λόγου στον γραπτό, παρόλο που τα comics ίσως αποτελούν το ιδανικό μέσο για κάτι τέτοιο. Ξέρω επίσης το στυλ της Ευγενίας Κουμάκη, που αν και δεν εμπίπτει πάντα στα δικά μου γούστα, σιγουρα δεν στερείται ικανοτήτων.
Την πρώτη φορά που διάβασα το comic, δεν ήμουν ιδιαίτερα χαρούμενος. Κάπως, κάπου δεν ταίριαζαν οι λέξεις με τις εικόνες. Στον "Τρίματο", που παραμένει η αγαπημένη μου ιστορία από τον τόμο, μου χτύπαγαν οι πολύ... "τεχνητές" ας το πω, γραμμές στα περιβάλλοντα, σαν να είχαν σχεδιαστεί με έτοιμα resources. Δεν είμαι βέβαιος ότι είναι η σωστή περιγραφή, αλλά μόνο έτσι μπορώ να το θέσω. Στην "Κόκκινη σαν το Αίμα" (ελληνική Ραπουνζέλ για να μη μπερδεύεστε με τη Χιονάτη) ήμουν γενικά ΟΚ χωρίς να ενθουσιάζομαι: η ιστορία βάσης δεν είναι από τις αγαπημένες μου, αλλά αυτό είναι θέμα προσωπικού γούστου. Πιστεύω πάντως πως εκεί η Ευγενία έκανε πολύ καλή δουλειά στη μίμηση ενός παλιού γαλλοβελγικού στυλ. Στον "Νεκρό με τη Μάχαιρα" είχα χαλαστεί πραγματικά, διότι η ιστορία βάσης ("Ο Ευγνώμονας Νεκρός") είναι από τις αγαπημένες μου και πρώτον, τοπθετείται σε ένα πλάισιο post-apocalyptic με μεταλλαγμένους και ζόμπια. Αυτό για μένα ήδη "αραιώνει" την ιστορία και δημιουργεί διάφορα προβλήματα εσωτερικής λογικής. Δεύτερον, όπως εξηγεί η Ευγενία, στην ιστορία αυτή επιχειρεί ένα στυλ πολύ διαφορετικό από το δικό της και αυτό θα ομολογήσω ότι χτυπάει στο μάτι.
ΟΜΩΣ...
Ξαναδιάβασα σήμερα το comic και ενώ θυμάμαι προφανώς όλους αυτούς τους προβληματισμούς, αυτή τη φορά δεν μου χτύπησαν ιδιαίτερα (επίσης να σημειώσω ότι kudos σε όποια από τις δημιουργούς πρόσθεσε το τσιγκέλι τοίχου στην "Κόκκινη σαν Αίμα", διότι ξαφνικά η ιστορία στέκει περισσότερο από άποψη φυσικής - δεν είχα πολυδώσει σημασία την πρώτη φορά, αλλά τώρα γούρλωσα μάτι) . Δεν είμαι σίγουρος τι άλλαξε, δεν ξέρω αν είναι αυτό που λέμε "it grows on you" ή αν απλά είχα αρχικά πολύ διαφορετικές προσδοκίες, τις οποίες ενίσχυσε το πολύ όμορφο εξώφυλλο. Πάντως το βέβαιο είναι ότι το μάτι μου δεν έπεφτε ιδιάιτερα σε αυτά που με είχαν ενοχλήσει την πρώτη φορά και ως εκ τούτου το διάβασα πολύ πιο ευχάριστα.
Θα επιμείνω ότι "Ο Νεκρός με τη Μάχαιρα" ήθελε διαφορετική μεταχείριση, αλλά πέραν αυτού, στέκομαι στον διχασμό μου, εξού και η βαθμολογία. Σε κάθε περίπτωση, νομίζω το συμπέρασμα είναι "δώστε μια ευκαιρία στο μάτι και τον νου να το χωνέψουν".