Η Μηλιά μου Αμίλητη είναι η ποιητική αναψηλάφηση ενός συνταρακτικού συμβάντος που έλαβε χώρα σε κάποιο χωριό της Μάνης, πριν από ενάμιση αιώνα. Την ιστορία μου την αφηγήθηκε η μουσικός Δήμητρα Τρυπάνη, ζητώντας μου να ετοιμάσω ένα κείμενο, με το οποίο θα συλλειτουργούσε η μουσική της, στην «παράσταση ήχου » που σχεδίαζε.
Δοκίμασα να σκεφτώ και να νιώσω όπως (ενδεχομένως) σκέφτηκαν και ένιωσαν όλα τα πρόσωπα που ενεπλάκησαν στο δράμα του 19ου αιώνα, τόσο μακρινό αλλά και τόσο οικείο : η κοπελιά που τόλμησε να αγαπήσει έναν ξενομερίτη, εκτός γάμου, ο πατέρας, η μάνα, τα αδέρφια της, ο μικρότερος αδερφός με την άτολμη άρνησή του, ο (για ένα μόλις εικοσιτετράωρο) σύζυγός της, ο ξένος, το ίδιο το χωριό του δράματος. Η μικροκοινωνία του χωριού της Μάνης, έτσι όπως οργανώνεται από τις νόρμες και την παράδοσή της, από την εθιμική ή μάλλον «φυσική» αρρενοκρατία της, δεν είναι αποκλειστικά μανιάτικη αλλά και κρητική και ξηρομερίτικη – και ιρλανδέζικη, για παράδειγμα. Παντού η γυναίκα «είναι του πατρός της και του αντρός της», κτήμα και θύμα, μια μηχανή που παράγει σιωπηλή τα πάντα, ανάμεσά τους και παιδιά.
Αποφάσισα ευθύς εξαρχής να μοιράσω τον λόγο σε διαφορετικά στόματα, σε διαφορετικές φωνές. Ώστε μέσα από την αντιδικία τους να εικονογραφηθεί κάπως πιστότερα μια φρίκη που πρέπει να «κουβεντιαστεί», μήπως και ελεγχθεί. Μια φρίκη όμως που πολύ δύσκολα «κουβεντιάζεται» (αντλώ το ρήμα αυτό, και την εικόνα γενικότερα, από το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Τελευταίος σταθμός»), όσο κι αν είναι ανάγκη να συλλαβιστεί και να συνταχθεί. Όχι για να ερμηνευτεί, είναι ύβρις να θεωρούμε εύκολη την ερμηνεία της, αλλά τουλάχιστον να εξημερωθεί η να ξορκιστεί. Και η ποίηση, ανέκαθεν, έχει στενότατη σχέση με το ξόρκι και τη μαγγανεία.
- ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ
ΜΗΛΙΑ ΜΟΥ ΑΜΙΛΗΤΗ 1. Μάνα 2. Τετράδερφο 3. Μηλιά 4. Ο μικρότερος αδερφός 5. Ο πατέρας 6. Ο ξένος
Γεννήθηκε το 1957 στο Λεσίνι του Μεσολογγίου. Αποφοίτησε από την Οδοντιατρική Αθηνών. Από το 1989 επιμελείται την ανά Τρίτη σελίδα του βιβλίου στην εφημερίδα "Καθημερινή", όπου επίσης δημοσιεύει καθ' εκάστην επιφυλλίδες κοινωνικού και πολιτικού σχολιασμού. Είναι διορθωτής και επιμελητής εκδόσεων. Από το 1980 έχει δημοσιεύσει στις εκδόσεις "Άγρα" τα βιβλία ποίησης "Αλγόρυθμος", "Η εκδρομή της Ευδοκίας", "Ο μέσα πάνθηρας", "Σήματα λυγρά", "Ο μάντης", "Οπόταν πλάτανος", καθώς ένα τόμο δοκιμίων και βιβλιοκριτικών, υπό τον τίτλο "Ενδεχομένως: Στάσεις στην ελληνική και ξένη τέχνη του λόγου". Έχει μεταφράσει, για τον ίδιο εκδοτικό οίκο, τον ελληνιστικό "Επιτάφιο Αδώνιδος του Βίωνος του Σμυρναίου" και τα ποιήματα του τόμου "Επιτάφιος λόγος: αρχαία ελληνικά επιτύμβια επιγράμματα". Το 2010 βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή "Ρήματα".
1850. Μια κοπέλα, η Μηλιά, δολοφονείται από τον πατέρα και τα πέντε αδέρφια της. Ατίμασε, βλέπεις, το όνομα της οικογένειάς της γιατί την πρώτη νύχτα του γάμου της βρέθηκε «χαλασμένη» από τον γαμπρό. Θάβεται ζωντανή σ’ ένα λάκκο με πέτρες στην είσοδο του χωριού ενώ το κεφάλι της μένει έξω από το χώμα. Έτσι μπορούν να τη φτύνουν οι περαστικοί.
2019. Ο Παντελής Μπουκάλας προσπαθεί να δώσει μιλιά στην αμίλητη Μηλιά μέσα από τις αφηγήσεις 6 ανθρώπων: της Μάνας, των τεσσάρων Αδερφών, της ίδιας της Μηλιάς, του μικρότερου Αδερφού, του Πατέρα και του Ξένου. Επιλέγει να καταφύγει στο δημοτικό τραγούδι και την αρχαία τραγωδία για να δώσει στους ανθρώπους αυτούς την ευκαιρία να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, να δικαιολογηθούν ή να θρηνήσουν.
Τα πέντε Αδέρφια και ο Πατέρας της έγιναν οι τιμωροί της, η Μηλιά δεν μπορεί να μιλήσει (Να μιλήσω; Να πω; Τι να πω; Μου το ‘φραξαν το στόμα οι πέτρες τους. Και το χώμα.), η Μάνα δεν τολμάει ούτε να θρηνήσει (Και πώς να κλάψεις δίχως δάκρυ. Αλλά έτσι όρισαν εκείνοι, πατέρας κι αδέρφια. Άντρας και γιοί: Ούτε σταγόνα δεν θα σου ξεφύγει για την άτιμη! (…) Κρυφά θα μπαίνουμε και στα όνειρά σου ακόμα. Ούτε εκεί δεν θα θρηνήσεις. Ούτε στον ύπνο. Σταγόνα!).
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διαφορετικές φωνές του Πατέρα και της Μάνας. Η μεν πρώτη -περιέργως- είναι πιο λυρική, και είναι φανερό πως καταπιέζεται από τους ηθικούς κανόνες και πρότυπα της εποχής. Η δε δεύτερη είναι πιο καταγγελτική για την κοινωνία και τα ήθη που θέλουν τη γυναίκα δέσμια του πατέρα ή του συζύγου.
Ο Μπουκάλας έψαξε τις κατάλληλες λέξεις για να δώσει φωνή σ’ αυτούς που, για τον δικό του λόγο ο καθένας, δεν μπορούν να μιλήσουν. Και τις βρήκε. Ο άνθρωπος είναι εγγύηση (και ένας μικρός θεός), τέλος.
Σ' ένα χωριό της Μάνης, στα μέσα του 19ου αιώνα, η Μηλιά παντρεύεται με συνοικέσιο, ως είθισται. Ένας γάμος που κράτησε μια μέρα. Στα πόδια του πατέρα της την πέταξε ο τωρινός της κύρης. Ήταν χαλασμένη. Μολεμένη γιατί αγαπήθηκε με αυτόν που η ίδια θέλησε, έναν ξενομερίτη. Καταδικασμένη γιατί δεν έφυγε στα κρυφά. Επειδή ήξερε τις συνέπειες και έμεινε να τις υποστεί. Έμεινε, παντρεύτηκε αυτόν που άλλοι όρισαν, οι δικοί της, ο πατέρας και οι αδερφοί της. Οι ίδιοι που την έθαψαν ζωντανή αφήνοντας μόνο το κεφάλι έξω από τον πέτρινο τάφο. Ήταν ο πατέρας και οι αδερφοί, το έθιμο και οι προσταγές των προγόνων και του τόπου. "Εμείς έτσι το βρήκαμε κι έτσι θα τ' αφήσουμε ". Αυτοί ήταν που πρόσταξαν τη μάνα να μη στάξει δάκρυ, να μη θρηνήσει, να μην μοιρολογήσει τη Μηλίτσα της. "Δάκρυ μη γίνει ο καημός, κλάμα μη γίνει ο πόνος ..."
Έξι διαφορετικές φωνές δίνουν λόγο στο δράμα αυτό. Ο δημιουργός χρησιμοποιεί φόρμες του δημοτικού τραγουδιού, όπως η παραλογή, και το μοιρολόι για να αφηγηθεί την τραγική ιστορία της Μηλιάς.
Η γυναίκα κτήμα του πατέρα ή του συζύγου, δεν είχε λόγο, επιλογή, δικαιώματα. Ήταν μια μηχανή που δούλευε, παρήγαγε, γεννούσε. Όλα αγόγγυστα. Απόλυτα ανδροκρατούμενη κοινωνία με εθιμοτυπικό δίκαιο αδυσώπητο και απάνθρωπο. Άνθρωποι γαλουχημένοι σε πατριαρχικές κοινωνίες με ιδεοληψίες τόσο βαθιά ριζωμένες που πνίγουν και τα δικά τους συναισθήματα. Κοινωνίες όπου δεν υπάρχει ελεύθερη βούληση, μόνο τα "γραμμένα". Κοινωνίες όπου η γυναίκα δεν λογίζεται άνθρωπος
Το πρώτο βιβλίο του 2021 και, παράλληλα, το πρώτο που κατάφερε να με βγάλει από το πολύμηνο reader's block.
Ο Π. Μπουκάλας, σε έναν λόγο 6 φωνών, επιχειρεί να αναψηλαφήσει ποιητικά την ιστορία μιας κοπέλας που, στην ανδροκρατούμενη Μάνη του 19ου αιώνα - όπου η γυναίκα "είναι του πατρός της και του αντρός της", κτήμα και θύμα, μια μηχανή που παράγει σιωπηλή τα πάντα, ανάμεσά τους και παιδιά- τόλμησε να ερωτευτεί έναν ξενομερίτη και το πλήρωσε με την ζωή της.
"Γιατί να ασχοληθούμε ΤΩΡΑ με μια τέτοια, παλιά ιστορία;" ίσως αναρωτηθούν, ακολουθώντας το πνεύμα των ημερών, κάποιοι... Γιατί, όπως αναφέρει ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου, πρόκειται για "μια φρίκη που πρέπει να "κουβεντιαστεί", μήπως και ελεγχθεί. Μια φρίκη όμως που πολύ δύσκολα "κουβεντιάζεται" όσο κι αν είναι ανάγκη να συλλαβιστεί και να συνταχθεί. Όχι για να ερμηνευτεί, είναι ύβρις να θεωρούμε εύκολη την ερμηνεία της, αλλά τουλάχιστον να εξημερωθεί ή να ξορκιστεί. Και η ποίηση, ανέκαθεν, έχει στενότατη σχέση με το ξόρκι και τη μαγγανεία."
Με αφορμή μια θεατρική παράσταση στον Όρμο Μαραθοκάμπου στη Σάμο αναζήτησα το κείμενο του Παντελή Μπουκάλα που μέχρι τότε αγνοούσα. Έξι καθηλωτικες φωνές σε ένα μικρό κείμενο δημιουργούν ένα μεγάλο ποιητικό χρόνο προσφέροντας δυνατές συγκινήσεις. Ακούς να ψυθιριζεται ένα μακρόσυρτο σπαρακτικό μοιρολόι ζωντανών και νεκρών, ενόχων και αθώων με τον κώδικα του δράματος, με Ρυθμό ποιητικό ενίοτε σα Δημοτικό τραγούδι. Μια μικρή τραγωδία τσέπης.
Από την παράδοση, από τα δημοτικά τραγούδια, εμπνεύστηκε ο Παντελής Μπουκαλας για να γράψει αυτό το βιβλίο. Για τη Μηλιά, τις τόσες Μηλές, που εξοντώθηκαν, θάφτηκαν ζωντανές για λόγους τιμής της οικογένειας. Διότι, όχι και τόσο παλιά όσο νομίζουν κάποιοι, η γυναίκα, η κόρη ήταν ιδιοκτησία του πατέρα και στη συνέχεια του άνδρα της. Έπρεπε να είναι αγνή, παρθένα, προϊόν «του γάλακτος». Συγκλονιστικά ρεαλιστικές και οι έξι φωνές. Αλλά εκείνη που σου τρυπάει το κόκκαλο, εκτός από τη φωνή της ίδιας της Μηλιάς, είναι του μικρότερου αδερφού της.
Ένα γλωσσικό αριστούργημα που πατά πάνω στη δημοτική ποίηση και αναπαριστά ένα τραγικό συμβάν που συνδέεται με την "τιμή". Ο Π. Μπουκάλας είναι κατ' εμέ ο πιο ικανός χειριστής της ελληνικής γλώσσας σήμερα. Ένα κείμενο για θέατρο που αναβιώνει τη γεμάτη ζωή γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού.
Έξι φωνές. Και οι έξι κουβαλούν τους δαίμονες τους. Και ο Παντελής Μπουκάλας, κρατώντας στο χέρι του όλη τη δημοτική ποίηση, μας παρουσιάζει ένα (δυστυχώς) true story.