Σεπτέμβριος 1943. Οι πρώτες φλόγες του Εμφυλίου τυλίγουν τη χώρα. Υπό μυστηριώδεις συνθήκες εξαφανίζονται η εξάχρονη κόρη Γερμανού ανώτατου διπλωμάτη και ο πεντάχρονος γιος της Ελληνίδας υπηρέτριάς του. Η Αθήνα συνταράσσεται από τη διπλή απαγωγή. Ο υπαστυνόμος Νίκος Αγραφιώτης, που έχει επιστρέψει στην Ελλάδα με νέα ταυτότητα και διαλυμένη ζωή, αναλαμβάνει μια αποστολή που θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό την πορεία των επιχειρήσεων των Συμμάχων στη Μεσόγειο. Τα σχέδιά του, όμως, θα ανατραπούν με δραματικό τρόπο, καθώς θα υποχρεωθεί να διεισδύσει στα άδυτα της Ειδικής Ασφάλειας για να εξαρθρώσει κυκλώματα προδοτών και να εξιχνιάσει την υπόθεση απαγωγής των παιδιών.
Με τη βοήθεια μιας γυναίκας, ο Αγραφιώτης θα συνδεθεί με μυστικές πατριωτικές οργανώσεις της Αθήνας, θα περιπλανηθεί στα βουνά του Εμφυλίου και θα προσπαθήσει να μείνει αλώβητος μέσα στη «φωλιά του κακού» για να σώσει ανθρώπινες ζωές χωρίς να χάσει την ψυχή του.
Μια διαρκής μάχη μεταξύ ευσυνειδησίας και προδοσίας, πατριωτισμού και ήθους, μα πάνω από όλα του ανθρωπισμού απέναντι στη θηριωδία.
O Πάνος Αμυράς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1966 και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στην ΑΣΟΕΕ αλλά γρήγορα στράφηκε στη δημοσιογραφία. Ξεκίνησε την καριέρα του από την οικονομική εφημερίδα Εξπρές. Το 1994 εντάχθηκε στο δημοσιογραφικό δυναμικό του Ελεύθερου Τύπου, ενώ από το 2011 έχει αναλάβει τη διεύθυνση της εφημερίδας. Έχει εργαστεί στο ραδιόφωνο της ΕΡΑ (Α΄ Πρόγραμμα) και στον ραδιοφωνικό σταθμό City FM. Είναι παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών
Είναι η δεύτερη ιστορία του αστυνομικού Αγραφιώτη εν καιρώ Β’ Παγκοσμίου πολέμου στην κατοχική Αθήνα… εγώ ιδέα δεν είχα για την πρώτη, από την άλλη πάλι μπορεί να είμαι κι ένα level up και να πηδάω επίπεδα, δεν είχα διαβάσει το πρώτο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει και τίποτα, μια χαρά διαβάζεις και το δεύτερο, δεν ενοχλεί στην πλοκή, και οι μικρές αναφορές στο προηγούμενο είναι όπως συμβαίνει σε όλα τα έργα που έχουν τον ίδιο πρωταγωνιστή. Ο πρώην αστυνομικός Νίκος Αγραφιώτης, νυν χωροφύλακας της Ειδικής ασφάλειας – κατάσκοπος – αντάρτης – γόης Πέτρος Βασιλείου, προσπαθεί εν έτει 1943 να βοηθήσει την αντίσταση, να σώσει την αγαπημένη του από το Μπούχενβαλντ και κυρίως ως άλλη Νικολούλη στο «Φως το τούνελ», να βρει την άκρη με την απαγωγή δύο παιδιών (βασικά ένα τον ενδιαφέρει αλλά μαζί με τον βασιλικό ποτίζεται κι η γλάστρα, την κόρης ενός Γερμανού διπλωμάτη). Ο Αμυράς προφανώς θέλησε ν’ακολουθήσει τ’αχνάρια του Phillip Kerr και του Μπέρνι Γκούντερ αλλά έλα όμως που ούτε ο Αμυράς είναι Phillip Kerr ούτε ο Αγραφιώτης Μπέρνι Γκούντερ και όλο το βιβλίο μου φάνηκε σαν φτηνή απομίμηση, σαν την τσάντα Λουί Βουιτόν που κρατάει η κυρία Κούλα στην λαϊκή. Ο συγγραφέας κάνει το κλασικό λάθος πρωτάρη ή μη, «βάζουμε ό,τι βρίσκουμε στην έρευνα μέσα στο βιβλίο». Για να παρακολουθήσεις το ‘πήγαινε – έλα’ του ήρωα στις διάφορες υπηρεσίες και το συνεχές name dropping οδών και κτιρίων, πρέπει να έχεις θεια την ίδια την Google, οι δε αναφορές σε συγγραφείς και σε θαμώνες του Λουμίδη, κραύγαζαν από μακριά πως δεν είχαν κανένα λόγο στην ιστορία, ούτε καν ως ιντερμέτζο, αλλά αφού το ξέρω και το έχω, πρέπει να το βάλω μέσα. Είχα μια γειτόνισσα παλιά που φορούσε ότι καδενικό και βραχιόλι είχε γιατί τα είχε κι ήταν κρίμα να μην τα φορέσει. Αυτό ακριβώς… Η γλώσσα των διαλόγων ξύλινη, σε κάποια κομμάτια οι ήρωες μιλούσαν σαν καθηγητές παλαιάς κοπής που έκαναν μάθημα ιστορίας από την έδρα. Η πλοκή άνευρη, δίχως αγωνία, όταν αφήνεις ένα αστυνομικό βιβλίο πεντακόσιες φορές στην άκρη προτιμώντας να δεις master chef, κάτι λάθος έχει πάει… με μια λέξη, βαρέθηκα… Για να μην πείτε όμως πως είμαι τόσο κακιασμένο… στα συν του βιβλίου, η έρευνα του συγγραφέα και το σκηνικό της κατοχικής Αθήνας που έστησε… τα υλικά ήταν καλά, κάπου στο ‘μαγείρεμα’ τα χάλασε… 2,5 από μένα αλλά το μισό αστεράκι αυτή τη φορά, δεν πάει υπέρ του μαθητή…
Μετά το καθηλωτικό Ο λιμός , ο Πάνος Αμυράς επανέρχεται "στον τόπο του εγκλήματος" με ένα εξίσου απολαυστικό, ιστορικό κατά βάση, μυθιστόρημα που συνδυάζει στοιχεία αστυνομικού αλλά κυρίως κατασκοπικού και περιπέτειας. Βρισκόμαστε στην Αθήνα του '43 όπου δυστυχώς έχει αρχίσει να φουντώνει η εμφύλια διαμάχη ενώ οι κατακτητές είναι πιο αδίστακτοι και επικίνδυνοι από ποτέ. Με αφορμή μια απαγωγή, ο ήρωας του βιβλίου μας μεταφέρει στις πιο σκοτεινές γωνιές της πρωτεύουσας και μας συστήνει πολλούς από τους πρωταγωνιστές της εποχής τόσο τους ήρωες (προβεβλημένους και αφανείς) όσο και τους εγκληματίες πολέμου και τους προδότες. Οι περιπέτειες πολλές και η αγωνία μεγάλη μέχρι το τέλος. Με την απλή και καθαρή γραφή του ο συγγραφέας πετυχαίνει χωρίς πολλά πολλά να μας βυθίσει στο σκοτεινό κόσμο της εποχής και να μας δώσει μαθήματα ιστορίας χωρίς διδακτισμό. Το βιβλίο βρίθει ιστορικών στοιχείων και οι απόψεις όλων των πλευρών ακούγονται με δίκαιο τρόπο. Σαφώς δεν έχει τη μεγαλειώδη τραγικότητα του Λιμού αλλά δεν παύει να έχει τραγικούς ήρωες και στιγμές ενώ στέκεται άνετα δίπλα σε οποιοδήποτε μυθιστόρημα με πράκτορες και αποστολές. Να διευκρινίσω ότι άνετα διαβάζεται και ανεξάρτητα από τον Λιμό. Άλλο ένα εξαιρετικό βιβλίο με φόντο την Κατοχή και ελπίζω ο συγγραφέας να βρει χώρο για τουλάχιστον ένα ακόμη. Το συστήνω και αυτό με όλη μου την καρδιά σε φίλους τόσο της ιστορίας και της περιπέτειας.
Άλλο ένα υπέροχο βιβλίο του Πάνου Αμυρά με ωραία πλοκή αλλά και έρευνα. Ιστορικό-αστυνομικό θα το χαρακτήριζα με πολλές πληροφορίες να συνοδεύουν την εξαιρετική πλοκή!
Για άλλη μία φορά αρμονικός συνδυασμός ιστορίας και αστυνομικής μυθοπλασίας (ως αναγνώστρια το θεωρώ βασικό και κομβικό στοιχείο για τις μυθιστορίες των δημιουργών που επιλέγουν να κινούνται σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό και χρονικό πλαίσιο), μυστηρίου, έντασης, ακριβούς και πιστής μεταφοράς μίας δύσκολης, τραγικής και επώδυνης για τον ελληνισμό εποχής....πολύ αξιόλογο και εξαιρετικά ενδιαφέρον ανάγνωσμα, εφάμιλλο τουλάχιστον με τον "Λιμό".
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ! Όπως και το πρώτο βιβλίο του κ.Πάνου Αμυρά, έτσι και αυτό είναι υπέροχο! Καλογραμμένο με χαρακτήρες δουλεμένους και με άμεση συνεισφορά στην εξέλιξη της ιστορίας! Μας μεταφέρει στην εποχή με τρόπο ξεχωριστό! Αξίζει να το διαβάσετε! Μακάρι να υπάρξει και επόμενο βιβλίο με ήρωα τον αγαπημένο Νίκο Αγραφιώτη!
Στιβαρό, μεστό, χωρίς περιττές φλυαρίες, προσεκτική αφαιρετική γλώσσα, «καθαρή» δόμηση της αφήγησης και της πλοκής , ο συγγραφέας κάνει οικονομία στον λόγο του για μία από τις σκοτεινότερες και πιο οδυνηρές περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Η δημοσιογραφική καταγωγή του συγγραφέα είναι εμφανής, τα ιστορικά στοιχεία του «δεμένα» και η έρευνά του εμπεριστατωμένη και ακριβής. Η ηθική/πατριωτική προσέγγισή του δεν αφήνει περιθώρια για το στρατόπεδο που έχει επιλέξει να βρίσκεται ο ήρωάς του, ο Νίκος Αγραφιώτης. Το «καλό», το «κακό» και ο γενικευμένος όλεθρος των ναζί απλώνουν τα δίχτυα τους. Από όλες τις γωνιές της Ευρώπης μέχρι τις γειτονιές της Αθήνας, του Πειραιά, την ελληνική επαρχία. Η καταστροφή και ο θάνατος, η πείνα, οι (και) ψυχοπαθείς δολοφόνοι των SS, τα προμηνύματα του Εμφυλίου και της αλληλοεξόντωσης των Ελλήνων κυριαρχούν με μια ροή και μια απλότητα που θυμίζουν, κατά κάποιον τρόπο, Philip Kerr και Πέτρο Μάρκαρη μαζί. Ο Αγραφιώτης βιώνει τον όλεθρο σε σημεία της πόλης της Αθήνας από όπου όλοι περνούμε καθημερινά. Μυθοπλαστική απόδοση της Ιστορίας χωρίς γρίφους και ιδεολογικές εμμονές ή ακροβασίες. Σαν ρεπορτάζ όπου χωρούν τα πάντα, γραμμένα με σκοπό τον αναγνώστη και όχι τα κατάβαθα του συγγραφέα. Είναι αλήθεια, άλλωστε, ότι όταν κάποιος συντάσσει ένα δημοσιογραφικό κείμενο, στήνει την αφήγηση έχοντας απέναντι του την εικόνα τού αυστηρού αναγνώστη. Ίσως ένα από τα χαρακτηριστικά στα οποία ο συγγραφέας οφείλει την αναγνώριση και την επιτυχία.
Πολύ καλή συνέχεια ενός εξαιρετικού πρώτου βιβλίου! Ο Λιμός (το πρώτο βιβλίο του κ. Αμυρά) ήταν ένα βιβλίο γροθιά στο στομάχι σχετικά με την κατάσταση της Αθήνας το 1941, γυμνό και σκληρό, με τουμπανιασμένη κοιλιά και μάτια τεράστια από την πείνα. Το δεύτερο μιλάει για ακόμα μια πληγή που μας ταλάνισε σαν έθνος, το διχασμό που είχε αρχίσει ήδη από τη στιγμή που άρχισε να διαφαίνεται η ήττα της Γερμανίας. Αυτό που με ενθουσίασε και στο δεύτερο βιβλίο είναι η ιστορική γνώση που μεταλαμπαδεύει στον αναγνώστη και τον κάνει να θέλει να ψάξει ιστορικές πηγές για να διαβάσει περισσότερο για το όνειδος αυτό, σε όποια πολιτική θέση είναι κάποιος και από όποια πλευρά και αν το δει. Είναι ενδιαφέρον που παραθέτει μικρές βιογραφίες των ηρώων, ελλήνων και γερμανών, κάνει πολύ πιο άμεση την αφήγηση χωρίς να αφαιρεί το ενδιαφέρον. Το μόνο μείον του βιβλίου είναι ότι δεν είχε ιδιαίτερη πλοκή, το βιβλίο επικεντρωνόταν κυρίως στο να παρουσιάζει το διχασμό και το πως δούλευαν οι φιλογερμανικές ομάδες κατά την περίοδο της Κατοχής και αναλωνόταν σε περιγραφή εσωτερικών κινήσεων που δεν προχωρούσαν ιδιαίτερα την πλοκή. Δεν ήταν δυσάρεστο αλλά δεν είχε την ορμή της αρχικής διήγησης. Συνεχίζω να εκτιμώ σε μεγάλο βαθμό τον κ. Αμυρά και περιμένω με ενθουσιασμό το επόμενο βιβλίο του.
Ο απόστρατος πλέον αστυνομικός Νίκος Αγραφιώτης επιστρέφει κρυφά στην Ελλάδα μετά τη φυγάδευσή του στη Μέση Ανατολή, μαζί με τη σύντροφό του, Έλλη Δάμογλου, με αποστολή να οργανώσει τις αντιστασιακές ομάδες του βουνού. Μια προδοσία θα στοιχίσει την αιχμαλωσία της Δάμογλου κι έτσι ο Αγραφιώτης καταφεύγει στην Αθήνα, με μια νέα, εξίσου σημαντική αποστολή για τους Συμμάχους την περίοδο που εξαφανίζεται η μικρή κόρη ενός Γερμανού στρατιωτικού μαζί με τον κολλητό της φίλο. Τι κρύβεται πίσω από τις απαγωγές; Ποια είναι η αποστολή του Αγραφιώτη; Τι συμβαίνει στην Αθήνα του 1943, λίγο καιρό πριν την ήττα των Γερμανών και το εμφύλιο αιματοκύλισμα; Η δεύτερη περιπέτεια του Νίκου Αγραφιώτη είναι γραμμένη με τον γνωστό τρόπο που με τράβηξε και στο πρώτο βιβλίο της σειράς, με πληθώρα πραγματολογικών και ιστορικών στοιχείων που ζωντανεύουν με μοναδικό τρόπο την Αθήνα και τη γενικότερη ατμόσφαιρα της εποχής. Η καθαυτή ιστορία μπλέκεται από σελίδα σε σελίδα όλο και περισσότερο, με τον συγγραφέα να παρεμβαίνει εγκαίρως για καλύτερη κατανόηση των γεγονότων με συναρπαστικές πληροφορίες και σημαντικές εκπλήξεις ενώ η υπόθεση της απαγωγής της γερμανοπούλας κουμπώνει με απρόσμενο τρόπο με την όλη κατάσταση. Στα πλεονεκτήματα του μυθιστορήματος είναι και το γεγονός πως μια λεπτομέρεια που δεν πρόσεξα κατά την ανάγνωση έρχεται στο φως κλείνοντας και την τελευταία εκκρεμότητα μιας ιστορίας γεμάτης προδοσίες, χαφιεδισμό και τρόμο.
Ο Νίκος Αγραφιώτης, μετά τις μάχες στο Ελ Αλαμέιν, είναι πλέον λοχαγός και οι συμμαχικές δυνάμεις αναγνωρίζουν τις δυνατότητες και τις ικανότητές του. Για τον λόγο αυτόν τον στέλνουν σε χωριό της Σπερχειάδας για να έρθει σε επαφή με τις αντιστασιακές ομάδες του βουνού και να οργανώσει κοινή συνάντηση μεταξύ ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ. Τελικά, τα πράγματα πήγαν στραβά κι αναγκάστηκε να φύγει, αφήνοντας την Έλλη στα χέρια των Γερμανών. Το σχέδιό τους όμως να διεισδύσουν στις γραμμές του εχθρού, ν’ αποσπάσουν πληροφορίες και να σπάσουν τον κώδικα επικοινωνίας πρέπει να συνεχιστεί. Μετά από κρυφή συνάντηση στο εκκλησάκι της Παναγίας Ντινιούς στην Εύβοια (άλλη αναπάντεχη έκπληξη η τοποθεσία και η ιστορία αυτού του μέρους), ο Αγραφιώτης αναλαμβάνει να εισχωρήσει στην Ειδική Ασφάλεια που έχει μετατραπεί σε μηχανισμό δίωξης και βασανισμού πατριωτών, αυτήν τη φορά με πλαστή ταυτότητα, για να διαλύσει εκ των έσω τα Τάγματα Ασφαλείας που συγκρότησε ο νέος πρωθυπουργός Ιωάννης Ράλλης, για την εξόντωση των Ελλήνων ανταρτών. Η αλληλοεξόντωση αυτή μεταξύ εθνικιστών και κομμουνιστών φυσικά βοηθάει τους Γερμανούς, δυσκολεύει όμως την οργάνωση που υπάρχει για να μεταδίδει πληροφορίες στους Συμμάχους!
Αυτή είναι η αρχή άλλης μιας συναρπαστικής περιπέτειας κατασκοπείας, με τον Αγραφιώτη να περιβάλλεται από υπανθρώπους που θέλει να σκοτώσει για την ατιμία και την ανανδρία τους παρά να κάνει πράγματα μαζί τους, έστω και για το όνομα της πατρίδας. Η θέση του δίνει την ευκαιρία στον συγγραφέα να καταγράψει κάπως περισσότερο από το πρώτο βιβλίο την ψυχοσύνθεση του Αγραφιώτη: «Ο εμφύλιος σπαραγμός, η διχόνοια και οι προδοτικές συμπεριφορές ήταν ένα διαρκές πια έγκλημα. Μέσα σε δύο χρόνια η Ελλάδα είχε απωλέσει το φρόνημα που την εξύψωσε στα βουνά της Πίνδου και είχε πέσει για άλλη μια φορά στην παγίδα του διχασμού» (σελ. 52). Επιπλέον, και στους κύκλους της βρετανικής πολιτικής και στην ελεύθερη κυβέρνηση υπήρχαν φόβοι για μετάβαση της Ελλάδας στο κομμουνιστικό μπλοκ, κάτι που ενισχύει τον διχασμό ώστε αυτός ο κίνδυνος να εξαλειφθεί. Αυτός ο διπολισμός καταγράφηκε εξίσου εύληπτα και τεκμηριωμένα από τον συγγραφέα. Φανταστείτε λοιπόν να ζείτε σε ένα περιβάλλον αλληλοσκοτωμού και να υποχρεούστε να καταταγείτε στη χωροφυλακή, που είχε πάρει εντελώς διαφορετική κατεύθυνση ως προς τα καθήκοντά της από την Αστυνομία ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930.
Η ζωντάνια και η απεικόνιση της τοπογραφίας της Αθήνας εκείνης της εποχής, που στηρίχτηκε σε κοπιώδη και προσεγμένη μελέτη των σχετικών πηγών και της βιβλιογραφίας, είναι παρούσα και εδώ. Μάλιστα, περπατάμε στους ίδιους σχεδόν δρόμους δυο χρόνια μετά το προηγούμενο βιβλίο κι έτσι, με τον γνωστό παραστατικό τρόπο γραφής, βλέπουμε τις αλλαγές και τις διαφορές, αναφέρονται ιστορικά γεγονότα της ενδιάμεσης περιόδου, υπάρχουν αλλαγές ακόμη και στους ανθρώπους, μιας και τα συσσίτια της Αρχιεπισκοπής και τα εφόδια από Σουηδούς και Ελβετούς ανέκοψαν κάπως τον λιμό, χωρίς όμως να έχουν εξαλείψει εντελώς την πείνα. Μάλιστα, είναι η περίοδος κατά την οποία η Ιταλία έχει συνθηκολογήσει κι οι Γερμανοί έχουν πάρει το πάνω χέρι, κυνηγώντας τους πρώην συμμάχους τους. Περπάτησα από την Αχαρνών ως την πλατεία Καρύτση κι από το Ψυχικό ως την Γ΄ Σεπτεμβρίου. Οδοί και λεωφόροι, συνοικίες και νοσοκομεία, εμβληματικά κτήρια και πολυκατοικίες αποκαλύπτουν τα μυστικά τους, τον τρόπο επίταξης και χρήσης από τις δυνάμεις του εχθρού, κάνοντάς με και πάλι να τρέχω σε αναζήτηση περαιτέρω πληροφοριών, συνεπαρμένος από το αναπάντεχο κυνήγι γνώσης στο οποίο με έριξε το βιβλίο.
Η κατεδαφισμένη, χάρη σε περίφημο και σημαντικό σαμποτάζ, Εθνική Σοσιαλιστική Πατριωτική Οργάνωση (που στρατολογούσε Έλληνες για να πολεμήσουν με τους Ναζί), τα γραφεία της Ειδικής Ασφάλειας σε Δεριγνύ και Γ΄ Σεπτεμβρίου, τα κτήρια του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και της Ειδικής Ασφάλειας, το καφενείο της Δεξαμενής, οι Φυλακές Αβέρωφ, η Αρχιεπισκοπή, η Οργάνωση Εθνικών Δυνάμεων Ελλάδος, καθώς και υπηρεσίες όπως η Κομαντατούρ, η Γερμανική Μυστική Στρατιωτική Αστυνομία, η Γκεστάπο, τα Ες Ες, η Βέρμαχτ, ζαχαροπλαστεία, ξενοδοχεία, ακόμη και καζίνο συγκροτούν μια συναρπαστική και μελετημένη εικόνα μιας πόλης και μιας εποχής. Δεν είναι όμως μόνο τα κτήρια αλλά και οι άνθρωποι, μιας και σημαντικά ιστορικά πρόσωπα εξακολουθούν να αναμιγνύονται με τη φαντασία του συγγραφέα. Ο Νίκος Αγραφιώτης στην καθημερινότητά του και υπό συγκεκριμένες συνθήκες συναντάει δωσιλογικές αλλά και ηρωικές προσωπικότητες που συγκροτούν και πάλι ένα ικανοποιητικό ρεαλιστικό παζλ της εποχής. Ο τότε δικηγόρος Ιωάννης Γεωργάκης, ο αφανής ήρωας Αλέξανδρος Καΐρης και άλλοι αντιπαραβάλλονται με τον Αλέξανδρο Λάμπου και τον Ευσέβιο Παρθενίου, με τον ταξίαρχο Γιούργκεν Στρόοπ (που ανέλαβε εξ ολοκλήρου τη διοίκηση Χωροφυλακής, Αστυνομίας και Ταγμάτων Ευζώνων για να μεθοδεύσει εμφύλια αιματοχυσία) και άλλους «Εφιάλτες» και «Ξέρξηδες». Ο συγγραφέας μάλιστα φρόντισε να υπάρχει ένα παράρτημα στις τελευταίες σελίδες με όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τα ιστορικά πρόσωπα που σκιαγραφούνται στο έργο του.
Στο δεύτερο βιβλίο της σειράς η γραφή παραμένει κοφτή και γρήγορη, οι ρυθμοί αφήγησης κινηματογραφικοί κι επιπλέον το υποδόριο σαρκαστικό χιούμορ αρχίζει να ξεμυτάει και να εμφανίζεται πιο συχνά, δίνοντας στο σύνολο του κειμένου μια ματιά «σαρκαστική», ως όπλο απέναντι στις θηριωδίες και τις απανθρωπιές που καλείται ο συγγραφέας να ζωντανέψει και όχι ως απαξίωση απέναντι στους χαρακτήρες ή υποτίμηση των γενναίων πράξεων και των ηρωισμών που φωτίζονται. Παράδειγμα: «Οι φήμες με τα καλά νέα τα τελευταία δύο χρόνια έσβηναν ταυτόχρονα με τη δύση του ήλιου αλλά οι ταλαίπωροι πολίτες δεν το έβαζαν κάτω. Κρέμονταν από την επόμενη πληροφορία μέχρι να διαψευστεί κι αυτή» (σελ. 235). Οι απλές, περιγραφικές λέξεις έχουν τη δύναμη παρ’ όλ’ αυτά να με κάνουν να κοντοστέκομαι σε αποσπάσματα όπως αυτό που περιγράφει τη συνάντηση του Οδυσσέα Ελύτη και του Νίκου Γκάτσου στο πατάρι του Λουμίδη ενώ δίπλα τους μαυραγορίτες κάναν τους λογαριασμούς τους: «…πετούσαν στον αέρα νούμερα και εκατομμύρια, που όμως δεν έπιαναν μία στους θησαυρούς που είχαν στις σημειώσεις και στα τετράδιά τους οι ποιητές της διπλανής παρέας» (σελ. 263). Και πάλι δεν υπάρχουν ψυχογραφήματα όμως το ιδιαίτερο στυλ και η ξεκάθαρη ταυτότητα στη γραφή είναι από μόνα τους αρκετά για να συνεχίσουν να μου αρέσουν τα βιβλία του συγγραφέα με πρωταγωνιστή αυτόν τον ιδιαίτερο, πρώην πια, αστυνομικό.
«Τα λύτρα» είναι μια άκρως ρεαλιστική τοιχογραφία της κατεχόμενης Αθήνας του 1943 και ταυτόχρονα μια καλογραμμένη περιπέτεια που με πήρε από τους δ΄ρομους της Αθήνας και με μετέφερε στα βουνά της Σπερχειάδας και τους δρόμους του ορεινού εθνικού δικτύου, σε μια εποχή που άρχιζαν να συγκροτούνται οι αντίπαλες δυνάμεις που θα αιματοκυλήσουν την Ελλάδα, τη μητέρα όλων τους. Η περιπέτεια και το αστυνομικό στο��χείο είναι επιπλέον θετικά γνωρίσματα, οι ανατροπές είναι συνεχείς και ο ανθρωπισμός συμπαρατάσσεται με την προδοσία σε μια δυνατή ιστορία.
Aνασυνθέτοντας τα ιστορικά γεγονότα που ταλάνισαν τη χώρα την περίοδο της Κατοχής και του επερχόμενου Εμφυλίου, ο συγγραφέας Πάνος Αμυράς επιστρατεύει την έμπειρη δημοσιογραφική ματιά του και αποτυπώνει με τη στιβαρή του πένα μια ιστορία μυστηρίου με έντονες πολιτικοκοινωνικές αποχρώσεις. Νουάρ, κατασκοπικό, ιστορικό, κοινωνικό, αστυνομικό, «Τα λύτρα» είναι αδιαμφισβήτητα ένα μυθιστόρημα που ξεπερνάει ταμπέλες και κατηγοριοποιήσεις. Είναι μια ιστορία με φόντο τις αστικές αντιστασιακές οργανώσεις, τον φόβο, την ανασφάλεια, τον θάνατο που καραδοκεί σε κάθε γωνία, σε κάθε αβέβαιη ματιά, σε κάθε στραβοπάτημα. Πόκα γωνία. Μια παρτίδα για την πατρίδα. Το ποντάρισμα ανελέητο και χωρίς ανάσα. Κανείς δεν είναι διατεθειμένος να πάει πάσο και να ανοίξει τα χαρτιά του. Και ο χρόνος μετρά αντίστροφα...
Σεπτέμβριος, 1943. Γερμανική κατοχή. Η Ελλάδα αισθάνεται δίπλα της την πνιγηρή ανάσα του Εμφυλίου. Ο υπαστυνόμος Νίκος Αγραφιώτης επιστρέφει στη χώρα με νέα ταυτότητα, για να προσφέρει και πάλι τις υπηρεσίες του στο έθνος και στις Συμμαχικές δυνάμεις. Μια διπλή απαγωγή όμως θα ανατρέψει τα αρχικά του σχέδια: η εξάχρονη κόρη ενός Γερμανού διπλωμάτη εξαφανίζεται κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, μαζί με τον πεντάχρονο φίλο της, γιο της Ελληνίδας υπηρέτριας του σπιτιού. Ο Αγραφιώτης θα κληθεί να αναμετρηθεί με τον εαυτό του και τις δυνάμεις του, καθώς εισχωρεί στα άδυτα της προδοτικής Ειδικής Υπηρεσίας. Η γνωριμία του με την Αποστολίδου θα τον οδηγήσει σε νέα μονοπάτια, εκεί όπου ο θάνατος καραδοκεί και κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για όσους επιλέγει να εμπιστευτεί.
Εξαιρετικο ιστορικο αστυνομικο βιβλιο!περα απο την ωραια ιστορια που περιγραφει ο συγγραφεας,δινει και πολλες πληροφοριες για προσωπα και γεγονοτα που διαγραματιστηκαν στην Αθηνα και την ευρυτερη περιοχη την περιοδο του Β παγκοσμιου πολεμου!
Ο Αμυράς με τον υπαστυνόμο Νίκο Αγραφιώτη επέστρεψαν και ομολογώ πως αυτή την επιστροφή την ανέμενα με μεγάλη αγωνία και χαρά . Μετά το <<ο λιμός>> που ήταν και το πρώτο του βιβλίο , το οποίο γνώρισε δίκαια τεράστια επιτυχία, <<τα λύτρα>> είμαι σίγουρη πως θα ακολουθήσουν τον δρόμο της επιτυχίας . Θεωρώ πως εδώ ο συγγραφέας ξεπέρασε χωρις διάθεση υπερβολης τον εαυτό του και παρέδωσε στο αναγνωστικό κοινό ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που θα καθηλώσει κι τον πιο απαιτητικό βιβλιόφιλο . Βρισκόμαστε στην Αθήνα το Σεπτέμβριο του 1943 . Η πόλη συνταράσσεται από την διπλή απαγωγή της εξάχρονης κόρης ενός Γερμανού ανώτατου διπλωμάτη και του πεντάχρονου γιου της Ελληνίδας υπηρέτριας του . Ο Αγραφιώτης που έχει επιστρέψει στην Ελλάδα με νέα ταυτότητα και μια ζωή κατακερματισμένη αναλαμβάνει μια αποστολή κρίσιμη για την πορεία των επιχειρήσεων των συμμάχων στη Μεσόγειο . Όταν όμως υποχρεώνεται να διεισδύσει στα άδυτα της Ειδικής Ασφαλείας για να εξαρθρώσει κυκλώματα προδοτών και να εξιχνιάσει την απαγωγή των παιδιών μπαίνει σε νέες περιπέτειες . Μέσα στη φωλιά του κακού άραγε θα μείνει αλώβητος; Είναι από τις φορές που διαβάζεις ένα βιβλίο και νιώθεις πληρότητα και αρμονία . Σου προσφέρει μια ουσιαστική καταβύθιση στην ιστορία του εμφυλίου σε συνδυασμό με σασπένς και δράση . Ένα καλογραμμένο ιστορικό μυθιστόρημα με έντονη αστυνομική χροιά που καθηλώνει με τις εξελίξεις και σου μαθαίνει πράγματα με τρόπο που δεν κουράζει . Κάποια στοιχεία που πληροφορηθηκα και αφορούσαν στην Ειδική Ασφάλεια τα αγνοούσα και η δημοσιογραφική πένα του Αμυρά μου πρόσφεραν απλόχερα τη γνώση . Μια κρίσιμη εποχή για τη χώρα μας σε όλα τα επίπεδα όπου οι δεξιοί και αριστεροί βρίσκονται σε αέναη μάχη υπό το άγρυπνο ματι του Γερμανού κατακτητή που ισοπεδώνει τα πάντα . Κυρίως όμως που καταρρακώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια απέναντι στην πολεμική θηριωδία . Συνειδήσεις παλεύουν μεταξύ της ευσυνειδησίας και της προδοσίας . Όλα αυτά καταγράφονται με αυτήν την ιστορία που επέλεξε ο συγγραφέας να μας παρουσιάσει με δυναμικό και παραστατικό τρόπο και που με αμείωτο ενδιαφέρον ζει ο αναγνώστης καταβροχθίζοντας αδηφάγα τις σελίδες αυτού του βιβλίου . Η πλοκή είναι σφιχτοδεμενη και κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον από την αρχή ως το τέλος . Υπάρχουν κάποιες σκληρές εικόνες στα κολαστήρια της Βέρμαχτ και της Ειδικής Ασφαλείας που όμως αν και σοκάρουν είναι απόλυτα ρεαλιστικές αφού αναπαριστούν το κλίμα της εποχής και μαρτυρούν τη φρίκη του πολέμου. Μια γροθιά στη βία , στον πόλεμο και τα δεινά του είναι <<τα λύτρα >> . Ένας αντιπολεμικος ύμνος που ψάλλει πένθιμα την εξαθλίωση των ψυχών και την βασιλεία του κακού εν καιρώ πολέμου . Σε κάποια σημεία συγκινήθηκα . Σε αλλά έκλαψα και σε πολλά σκύλιασα με κάποιους χαρακτήρες του μυθιστορήματος . Ήρωες καμωμένοι με αληθοφάνεια που παντού και πάντοτε συναντάς τον προδότη και αδίστακτο που πουλά τα πάντα αλλά κυρίως την ψυχή του για το συμφέρον του. Για την γραφή δε θέλω να καταγράψω πολλά αφού είναι άμεση και στρωτή . Διακρίνεται ο παραστατικός δημοσιογραφικός λόγος (δημοσιογράφος και ο ίδιος) του συγγραφέα που είναι απόλυτα εναρμονισμένος με το έργο και τους χαρακτήρες του . Βασικά το πιο σημαντικό που θα σας υπογράμμιζα είναι πως η ηθογραφηση των προσώπων είναι ενδελεχής και σωστή σε δόσεις και πως ο Αμυρας έχει κάνει έρευνα σε βάθος σε ιστορικές πηγές σεβόμενος το παρελθόν και τη μνήμη του Έλληνα . <<Τα Λύτρα>>,λοιπόν , ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται απνευστί . Δε θα το αποχωριστείτε μεχρι να το τελειώσετε . Είμαι σίγουρη πως θα το λατρέψετε όσο το λάτρεψα και εγώ... θα αισθανθείτε τυχεροί που το ράφι της βιβλιοθήκης σας το κοσμεί ένα τέτοιο βιβλίο . Κύριε Αμυρά συγχαρητήρια ... θέλουμε και συνέχεια . Ο Νίκος Αγραφιώτης έχει πολλά εγκλήματα ακόμα να εξιχνιάσει .
Πρόκειται για μυθιστόρημα που δικαιούται απόλυτα να έχει τους χαρακτηρισμούς ιστορικό και αστυνομικό και ας μην το αναφέρει το εξώφυλλό του. Ο Πάνος Αμυράς, οικονομολόγος και δημοσιογράφος, μας είχε προσφέρει μία πρώτη εικόνα της Αθήνας της κατοχής στον Λιμό, το πρώτο του μυθιστόρημα. Τα Λύτρα αποτελούν τη συνέχεια του Λιμού, τόσο από άποψη χρονική,-η Αθήνα του '41 έχει αντικατασταθεί από την Αθήνα του '43- όσο και μυθιστορηματική. O κεντρικός ήρωας, ο αστυνόμος-ντετέκτιβ Νίκος Αγραφιώτης επιστρέφει στην Αθήνα και συνεχίζει τη ζωή του από εκεί περίπου που την είχε αφήσει με το τέλος του Λιμού. Ανεξάρτητα από αυτό όμως και τα δύο βιβλία μπορούν να διαβαστούν ως αυτοτελή πονήματα. Ο Πάνος Αμυράς μας εισάγει στην άμεση δράση από την πρώτη κιόλας σελίδα. Η Αθήνα της τρομερής πείνας που βλέπαμε στο πρώτο του βιβλίο, έχει αντικατασταθεί τώρα από μια πιο"φυσιολογική,'' ας πούμε, εικόνα της πρωτεύουσας. Αφθονία αγαθών δεν υπάρχει φυσικά, μόνο καλπάζων πληθωρισμός, η πείνα και οι ελλείψεις όμως είναι πλέον υποφερτές. Η ζωή μάλιστα, τις νύχτες στo καζίνo, την ημέρα στους δρόμους και στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς κάποιες φορές θυμίζει αμυδρά τις παλιές καλές ειρηνικές μέρες της Αθήνας του Μεσοπολέμου. Η παντοδυναμία του Άξονα έχει αρχίσει να φθίνει αισθητά σε σχέση με το '41, ο φόβος όμως των πολιτών για τα ολοένα και πιο τρομερά αντίποινα των ναζί στις αντιστασιακές ενέργειες ορισμένων Ελλήνων είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Ο Νίκος Αγραφιώτης, ένα "χαμαιλέων της αντίστασης", εισχωρεί στα άδυτα των φασιστικών οργανώσεων και προσπαθεί να εξιχνιάσει μία υπόθεση απαγωγής παιδιών. Πανέξυπνος, με χιούμορ, άνθρωπος του καθήκοντος, ικανότατος και, πάνω απ' όλα, φλογερός πατριώτης, ο βασικός ήρωας του μυθιστορήματος συγκεντρώνει όλα τα προσόντα ενός καλού ντετέκτιβ τύπου Σέρλοκ Χολμς. Οι μνήμες της πείνας που έζησε η Αθήνα, των μαχών του '40 και του Ελ Αλαμέιν αναφύονται κατά καιρούς στις σελίδες του βιβλίου, μόνιμο "συνεχές βάσιμο" όμως είναι ο εμφύλιος διχασμός των Ελλήνων που δυστυχώς έχει ήδη ξεκινήσει πριν καν ο Άξονας ηττηθεί ολοκληρωτικά. Το βιβλίο αποτελεί φόρο τιμής στους διπλούς πράκτορες όπως τον Αγραφιώτη, σε όλους δηλαδή εκείνους τους Έλληνες που έδιναν κρυφά πληροφορίες στους Συμμάχους υπηρετώντας φανερά τους ναζί και εισέπρατταν τις πιο πολλές φορές την μήνιν των συμπατριωτών τους, οι οποίοι αγνοούσαν τις υπηρεσίες τους. Τα Λύτρα, εκτός από καταιγιστική δράση, μας προσφέρουν άφθονες ιστορικές πληροφορίες για την κατοχική Αθήνα, τις αντιστασιακές οργανώσεις, τον εμφύλιο που μαινόταν στην ύπαιθρο, αλλά και για ιστορικά κτίρια της ίδιας της Αθήνας, συχνά και πληροφορίες για την πόλη που αφορούν παλαιότερους περιόδους της ιστορίας της, με τρόπο όμως που η αφήγηση δεν διακόπτεται και ο αναγνώστης δεν κορέζεται από αυτές. ΤΟ ΔΥΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟ: ο αναγνώστης έχει αγωνία να δει τι θα γίνει παρακάτω, οπότε πρόκειται για ένα βιβλίο που διαβάζεται απνευστί. Ενδεικτικό της γρήγορης πλοκής είναι ότι αυτή εκτυλίσσεται σε διάρκεια ενός μήνα. ΠΟΙΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ: οι λάτρεις του αστυνομικού αλλά και του ιστορικού μυθιστορήματος και σε όσους αρέσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος ως περίοδος μελέτης και σκηνικό μυθιστορημάτων- ταινιών.
το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας του Νίκου Αγραφιωτη και το δεύτερο βιβλίο που διαβάζω από τον συγκεκριμένο συγγραφέα . Η αλήθεια είναι ότι το πρώτο βιβλίο «ο λιμός» δεν με είχε ξετρελάνει ωστόσο είχα αγοράσει και τα δυο βιβλία μαζί όποτε αποφάσισα να δώσω μια δεύτερη ευκαιρία στον συγγραφέα διαβάζοντας το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας . Ευτυχώς που πήρα αυτήν την απόφαση! Παρόλο που δεν διαβάζω ιστορικά-αστυνομικά-μυθιστορήματα , το βιβλίο με συνεπήρε . Η γραφή είναι πολύ ωραία και ο χρόνος διαβάζοντας το βιβλίο περνάει γρήγορα . Τα ιστορικά στοιχεία υπάρχουν όσο χρειάζεται χωρίς να σε κουράζουν ενω και η πλοκή δεν είναι ίδια με του πρώτου βιβλίου (καθώς πολύ συχνά δυστυχώς βλεπω ότι οι Έλληνες συγγραφείς επαναλαμβάνονται στα βιβλία τους ). Αγαπώ τον πρωταγωνιστη ,Νίκο Αγραφιωτη , και σίγουρα θα αγοράσω το τρίτο και τελευταίο βιβλίο της τριλογίας αφου δεν μπορώ να περιμένω να δω τι θα γίνει με την Ελλη!
Κινηματογραφική γραφή και δράση. Είναι ένα ψυχαγωγικό βιβλίο με αναφορές σε ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα της Κατοχής. Λογοτεχνικά είναι μέτριο με αρκετά κλισέ.
3½/5 Έχοντας διαβάσει και τον Λιμό, μάλλον ήξερα λίγο-πολύ τι με περιμένει. Το βιβλίο σε γενικές γραμμές μου άρεσε, αλλά είχε και τις αδυναμίες του.
Όπως έχω ξαναπεί, το πρόβλημά μου με κάποια μυθιστορήματα που έχουν μέσα μία δόση ιστορίας, είναι ότι οι συγγραφείς δεν ξέρουν τι να κόψουν και τι να αφήσουν, προσπαθούν να χωρέσουν και την τάδε πληροφορία και το τάδε περιστατικό και το τάδε πρόσωπο, συχνά σε βάρος της πλοκής και του ρυθμού του βιβλίου. Εδώ δεν με κούρασαν τόσο τα πρόσωπα αυτά καθαυτά, όσο τα πήγαινέλα στα διάφορα κτήρια της Ναζιστικής διοίκησης, της Ασφάλειας, των φυλακών κτλ.
Μου άρεσε η έντονη παρουσία πραγματικών προσώπων και γεγονότων μέσα στο βιβλίο, αλλά βρήκα και πάλι την πλοκή πάρα πολύ υπερβολική, γεμάτη με πολλά κλισέ και οι απιθανότητες σε μικρότερα ή μεγαλύτερα πράγματα, ενώ και πάλι κάποιοι διάλογοι των χαρακτήρων μοιάζανε είτε σαν να βγαίνουν από ασπρόμαυρη ταινία του '60 είτε να είναι αποσπάσματα από μάθημα ιστορίας/γεωπολιτικής. Πάλι ο συγγραφέας προσπάθησε να χωρέσει ένα σωρό διαφορετικά στοιχεία στην αφήγησή του, χωρίς να εμβαθύνει πάντα σε αυτά ενώ αν σε ιστορικό και αστυνομικό βιβλίο δεν βάλουμε στο άσχετο μέσα στις δραματικές στιγμές και τον κρυφοέρωτα των κοριτσιών για τον πρωταγωνιστή, θα πρέπει μάλλον να αρχίσουμε να ανησυχούμε έτσι;
Το τέλος του βιβλίου αφήνει υπαινιγμούς ότι το τρίτο βιβλίο της σειράς ήδη ετοιμάζεται. Θα χαρώ να το διαβάσω, αλλά θα μου άρεσε να καλύψει λίγο καλύτερα ο συγγραφέας τα κενά στην ιστορία του Αγραφιώτη μεταξύ των βιβλίων και επίσης να συμμαζέψει λίγο το ιστορικό πλαίσιο και τις κλισεδούρες και να επικεντρωθεί σε μία πιο ρεαλιστική πλοκή.
Γενικά νομίζω ότι ο Πάνος Αμυράς κατάφερε να δημιουργήσει έναν ήρωα και μία υποσχόμενη σειρά βιβλίων που είναι ευκολοδιάβαστα, ενδιαφέροντα, εκπαιδευτικά αλλά έχουν και τα ελαττωματάκια τους που καλό θα ήταν να τα προσέξει, διότι εχθρός του καλού είναι το καλύτερο.
3½/5
This is the second book on what seems to be an ambitious sleuth/historical fiction series, starring Nikos Agrafiotis. It's not flawless, but it's an interesting and educational story.
The author captures the ambiance of the era and blends many real life events and people inside the plot. The prose is easy, the premise is a bit naive but interesting and the book moves fast. But there is lots of hyperbole and impossibilities at the fictional part of the book, little character development and lots of cliche.
Often authors who have done great research about a subject, era and place are tempted to add many unnecessary scenes, information and descriptions in their novels, becoming too poignant or interrupting the pace of the narration or not focusing on their characters' developement and their plots' crafting. This book is not an exception I'm afraid.
I liked it, it's easy to read, it moves fast and quite possibly the author writes book 3 while I compose this review. I'd be glad to read it, but I'd like to get a better feeling on what happens to the major character between books, I'd like to see more down to earth and tight plots, more character development and less cliche too....
Άλλο ένα εξαιρετικό ιστορικό- αστυνομικό μυθιστόρημα από τον Πάνο Αμυρά, ευελπιστώ ότι θα υπάρξει και 3η συνέχεια με μια ακόμη υπόθεση του Αγραφιώτη! Ίσως να διαδραματίζεται την περίοδο μετά την απελευθέρωση ή και την περίοδο της χούντας!
Όλα τα βιβλία του Αμυρά όπως κι αυτό,βασίζονται σε αληθινά γεγονότα και πολλοί ήρωες είναι ιστορικά πρόσωπα τα περισσότερα άγνωστα στους πολλούς.Αναβιώνει το πνεύμα και το πολιτικό κλίμα της εποχής του πολέμου στην Ελλάδα με ακρίβεια και ευαισθησία.Οι βιβλιογραφικές του αναφορές ανεκτίμητες για όσους ενδιαφέρονται για τα ψιλά γράμματα της ιστορίας.
Ακόμη ένα εξαιρετικό βιβλίο από τον κύριο Αμυρά με πρωταγωνιστή τον υπαστυνόμο Νίκο Αγραφιώτη μετά το πρώτο σε χρονολογική σειρά ‘’Ο Λιμόσ’’. Στο δεύτερο αυτό μέρος βρισκόμαστε στα μέσα προς το τέλος της γερμανικής κατοχής με αφορμή την απαγωγή της εξάχρονης κόρης ενός Γερμανού ανώτατου διπλωμάτη στην Αθήνα. Μέσα από τις έρευνες του πρώην υπαστυνόμου, που πλέον έχει διεισδύσει στη δωσίλογη Ειδική Ασφάλεια με νέα ταυτότητα με σκοπό να εξαρθρώσει κυκλώματα προδοτών και να βοηθήσει παρέχοντας πληροφορίες τις επιχειρήσεις των Συμμάχων στη Μεσόγειο, παρέχονται λεπτομερείς περιγραφές της καθημερινότητας στην κατεχόμενη Αθήνα. Οι διαμάχες μεταξύ αριστερών και βασιλόφρονων που σιγοντάρονται από τις δυνάμεις κατοχής και προοιωνίζουν την εμφύλια διαμάχη που θα ακολουθήσει. Παρότι χαρακτηρίζεται ως αστυνομικό μυθιστόρημα, αποτελεί επίσης και ένα φανταστικό ιστορικό κείμενο για να γνωρίσει κάποιος τη ζωή την περίοδο της κατοχής.
Αρκετά καλογραμμένο, με γραφή περισσότερο δημοσιογραφική παρά λογοτεχνική, ξεκάθαρη όμως και πλούσια. Η αστυνομική πλοκή, αν και ενδιαφέρουσα και με ανατροπές, είναι η αφορμή για την εξιστόρηση γεγονότων και τη σκιαγράφηση φανταστικών και αληθινών χαρακτήρων, με πειστικότητα. Το δεύτερο μισό του βιβλίου κυλά γρήγορα και αβίαστα. Αντίθετα, θα ήθελα η δεύτερη εκατοντάδα των σελίδων, να ήταν πενηντάδα, γιατί με κούρασε η αργή εξέλιξη. Θεωρώ ότι χάνει την ισορροπία ανάμεσα στο ιστορικό και το μυθιστορηματικό στοιχείο, υπέρ του πρώτου. Επίσης, πολλές φορές οι πληροφορίες σχετικά με τα γεγονότα που περιγράφονται, είναι υπερβολικά πολλές και χωρίς να ταιριάζουν με κάποιον τρόπο μέσα στην πλοκή και την εξιστόρηση, με αποτέλεσμα να μοιάζουν με διάλεξη καθηγητή ιστορίας, παρά με κομμάτι λογοτεχνικού βιβλίου. Σε γενικές γραμμές, ένα καλό βιβλίο, που αξίζει ειδικά για τους ανθρώπους της γενιάς μου, που δε διδάχτηκαν με λεπτόμέρειες το κομμάτι αυτό της ιστορίας.
Αποτιμώ θετικά την αποτύπωση του κλίματος της εποχής, αν και περιέχει περιττές πληροφορίες. Επίσης εκτιμώ το σασπένς του βιβλίου - όταν τελειώνεις ένα βιβλίο μέσα σε λίγες μέρες, αυτό κάτι λέει. Οι χαρακτήρες είναι επίπεδοι, όπως και η λογοτεχνική αφήγηση. Κάποιες φορές, οι ήρωες μιλούν σαν γυμνασιάρχες που κάνουν κήρυγμα. Το ιστορικό πλαίσιο υστερεί. Στην προσπάθειά του να κρατήσει ίσες αποστάσεις από το δαιδαλώδες σκηνικό της Αντίστασης, παρουσιάζει τις αντιστασιακές οργανώσεις ως ομάδες που τρώγονται μεταξύ τους σαν τα σκυλιά, χωρίς καλά καλά να ξέρουν για ποιο λόγο το κάνουν. Επίσης, όταν έχουμε ξενόγλωσσες αναφορές, αυτό πρέπει να γίνεται ορθά: η επίκληση "Φράου" προς μια γυναίκα, χωρίς το επώνυμο, δεν συναντάται στη γερμανική γλώσσα, όπως στα γαλλικά το "Madame". Θεωρείται ιδιαίτερα αγενές. Σε γενικές γραμμές πέρασα ευχάριστα διαβάζοντας το βιβλίο.
Είναι η δεύτερη ιστορία του αστυνομικού Αγραφιώτη και αυτή κινήθηκε στα ίδια επίπεδα με την πρώτη. Πλοκή χωρίς αγωνία, επίπεδη και σαφώς με μία διάθεση να παρουσιαστεί η γερμανική πολεμική μηχανή αφελής, με αποκορύφωμα την απελευθέρωση της συντρόφου του από το Μπούχενβαλντ με την βοήθεια μίας πλαστής επιστολής που έγραψε και έστειλε ο ίδιος μέσα από το γερμανικό στρατηγείο των Αθηνών. Δύο αστεράκια και αυτά μόνο και μόνο για την έρευνα που έχει κάνει.
Στα θετικά ή ιστορική έρευνα της εποχής και το κλίμα στο οποίο αβίαστα ο αναγνώστης μπαίνει. Από εκεί και ύστερα, αδύναμοι χαρακτήρες και πλοκή που δεν πείθει. Ο πρωταγωνιστής προσπαθει να αντιγράψει άλλους διάσημους λογοτεχνικούς ντετέκτιβ, αλλά όχι με μεγάλη επιτυχία. Τα τρία αστέρια νομίζω ότι είναι πολύ δίκαιη βαθμολογία. Δεν βαρέθηκα αλλά και τίποτα που να σε συγκλονίζει.