’Μέσα από τα φύκια αναδυόταν ένα καράβι. Αφού βγήκε στην επιφάνεια, σταμάτησε καταμεσής του ορίζοντα. Από αυτή την απόσταση φαινόταν τόσο καθαρά όσο και τα σύννεφα. Σκορπίζοντας χαρά, φλεγόταν σαν κρασί, σαν τριαντάφυλλο, σαν αίμα ή χείλια, σαν πορφυρό βελούδο ή κατακόκκινη φωτιά. Το καράβι κατευθυνόταν ίσια προς την Ασσόλ’’.
‘’Τα Πορφυρά Πανιά’’ του Αλεξάντερ Γκριν (1880 - 1932), μια από τις καλύτερες πένες της ρωσικής γενιάς του Μεσοπολέμου, είναι ένα βιβλίο-κομψοτέχνημα, από εκείνα που χαίρεσαι να τα νιώθεις στα χέρια σου όταν τα διαβάζεις. Ένα βιβλίο που από την πρώτη σελίδα σε μεταφέρει σε ένα κόσμο ονειρικό, παραμυθένιο, ρομαντικό, σε πιάνει από το χέρι και σε οδηγεί στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής. Χρειάζεσαι ησυχία για να μπορέσεις να καταδυθείς σε αυτόν το υπέροχο κόσμο που πλέκει αριστοτεχνικά ο Αλεξάντερ Γκρίν.
Η ιστορία είναι τοποθετημένη σε μια φανταστική χώρα και οι ήρωες είναι δύο νέοι διαφορετικοί, απομονωμένοι από τον περίγυρό τους, των οποίων οι ιστορίες εξελίσσονται παράλληλα ακολουθώντας μια προφητεία. Ο συγγραφέας σκιαγραφεί περίτεχνα την παιδική ζωή των δυο ερωτευμένων, της Ασσόλ και του Γκρέυ και μέσα από αυτές δημιουργεί το σκηνικό στο οποίο θα κάνει την είσοδό του το καράβι με τα πορφυρά πανιά.
Πόθος τους κοινός, αυτά πορφυρά πανιά, το φως της ζωής, ο έρωτας ο πορφυρός, που είναι φως επίσης και όχι το σκοτάδι του. Συναντήθηκαν όταν ο καθένας είδε τον άλλον μέσα σε αυτή την πορφύρα. Πέρα από τις προσδοκίες της κανονικότητας, της πνιγερής ως χωματερής πραγματικότητας, της ευθυγραμμισμένης και προδιαγεγραμμένης επιούσιας πορείας.
«Ο έρωτας είναι ή αμοιβαία θυσιαστικός, ή σπαραγμός και ρήξη -συμβιβασμός δεν υπάρχει», γράφει ο Γιανναράς. Δεν υπήρξε ποτέ. Ο έρωτας είναι και ερυθρόμορφος. Καράβι τρικάταρτο και φρέαρ απύθμενο, όταν το αντέχεις και πολύ το θες και το μπορείς.
Η Ασσόλ και ο Γκρέυ μεταγράφουν τον κόσμο σε παραμύθι, υπερασπίζονται το όνειρο στην πραγματική ζωή Οι δυο τους μαζί διασώζουν το ίδιο το παραμύθι που είτε το έχεις ζήσει είτε και όχι, οφείλεις να το υπερασπιστείς και να το διασώσεις με τη σειρά σου.
Μέσα από ένα παραμύθι κατ’ ουσίαν διασώζεται η ίδια η παραμυθία, μέσα από μια ιστορία αγάπης διασώζεται η ίδια η αγάπη. Το όνειρο και η ελπίδα της πραγμάτωσής του. Μέσα από τα «Πορφυρά πανιά» υπερασπίζεται ο Γκριν το φως της ψυχής και την αθωότητά της. Τη δύναμη αυτής της αθωότητας και όχι την αδυναμία της. «Θα σου τύχει», λέει ο πατέρας στην Ασσόλ, «να δεις τόσα πανιά στο μέλλον που δεν θα είναι πορφυρά αλλά βρόμικα και ληστρικά: από μακριά θα φαίνονται κομψά και λευκά, από κοντά όμως θα είναι σκισμένα κι αναίσχυντα». Θα σου τύχει να βαδίσεις μέσα σε ανθρώπους μελανόμορφους. Όμως εσύ, αν είσαι φως, θα σταθείς ανάμεσα και αλώβητη και θα διασχίσεις το ίδιο το σκοτάδι, για να ενωθείς, ως φως που είσαι, με το φως.
Γενναιότητα είναι να αψηφάς τη θάλασσα, να τη διασχίζεις, το ίδιο αγάπη είναι, να μην μπορείς παρά αυτό να κάνεις, να αψηφάς και να διασχίζεις, να ριψοκινδυνεύεις ξανά, για το μόνο λόγο ότι αλλιώς δεν μπορείς να κάνεις, ότι μονάχα έτσι προστάζει η καρδιά να πορευτείς.
Στο τέλος της ανάγνωσης είναι «σα να έχουμε στο στόμα μας μια κυψέλη κι ένα περιβόλι». «Συλλογιζόμαστε την ευτυχία», μια ευτυχία σα στάλα και βροχή τρυφερότητας. Την ευτυχία όταν «βρήκαν ο ένας τον άλλον, ένα πρωινό μιας ημέρας του καλοκαιριού», που στάθηκε ο «ερχομός μιας ανείπωτης και απροσπέλαστης από οποιονδήποτε άλλο πολύτιμης στιγμής», τότε που «τα μάτια ανοίγουν» και «μέσα τους υπάρχει ό,τι πιο όμορφο υπάρχει σ’ έναν άνθρωπο».
«Υπάρχουν πολλές λέξεις στις διάφορες γλώσσες και διαλέκτους του κόσμου, όμως καμία δεν μπορεί να εκφράσει, έστω αμυδρά, αυτά που είπαν ο ένας στον άλλο την ημέρα εκείνη» που εισήλθαν μαζί στο μαζί. Κανείς δεν μπορεί να εισχωρήσει στο μυστήριο του ερυθρόμορφου έρωτα των «Πορφυρών πανιών». Ψελλίζουμε μονάχα την ανάγκη μας να υπάρξει αυτή η στάση απέναντι στα πράγματα και όχι άλλη.
«Αν ένας μονάχα άνθρωπος καταφέρει να κάνει ένα κομμάτι της φαντασίας του πραγματικότητα, προβλέπω ότι πολύ σύντομα όλοι οι άνθρωποι θα θεμελιώσουν τις ζωές τους πάνω σ’ αυτή τη βάση», έγραφε μέσα από το δάσος του και δίπλα από τη λίμνη του ο Thoreau. Σα να έγραφε ένα καινό ευαγγέλιο. Όπως και ο Γκριν.
«Το γράψιμο», έλεγε ο Miller, «όπως κ’ η ζωή, είναι ένα ταξίδι εξερευνήσεων. Είναι ένα είδος μεταφυσικής περιπέτειας: ένας τρόπος να πλησιάσεις έμμεσα τη ζωή, να αποκτήσεις μια συνολική περισσότερο παρά μερική όψη του σύμπαντος. Ο συγγραφέας ζει ανάμεσα στον απάνω και τον κάτω κόσμο». Ζει ανάμεσα στο ορατό και στο αόρατο. Σ’ αυτό που φαίνεται και σ’ αυτό που ο ίδιος αποκρυπτογραφεί.
Ο συγγραφέας, όπως ο Γκριν, «ακολουθεί το μονοπάτι για να γίνει ο ίδιος, ίσως κάποτε, αυτό το μονοπάτι».