TO ΠPΩTO ΔHMOΣIEYMENO EPΓO TOY NITΣE (1844-1900), H "ΓENNHΣH THΣ TPAΓΩΔIAΣ", EINAI KAI TO ΓNΩΣTOTEPO.MEΣA AΠO MIA ΠPΩTOTYΠH ANAΛYΣH THΣ APXAIAΣ TPAΓΩΔIAΣ ΠEPIΓPAΦEI MIA ΣTAΣH ZΩHΣ XAPAKTHPIΣTIKH THΣ NEΩTEPIKOTHTAΣ: TO "TPAΓIKO AIΣΘHMA THΣ ZΩHΣ", ΣYMΦΩNA ME TO OΠOIO MONON H ZΩH ΔINEI NOHMA ΣTON KOΣMO, AΛΛA H IΔIA H ZΩH ΔEN EXEI KANENA NOHMA.KATA TON NITΣE, AYTO TO AIΣΘHMA EKΦPAZETAI KAT' EΞOXHN MEΣA AΠO TH MOYΣIKH. ΓI' AYTO TON ΛOΓO, H "ΓENNHΣH THΣ TPAΓΩΔIAΣ" EΠHPEAΣE KAΘOPIΣTIKA TIΣ AIΣΘHTIKEΣ ANTIΛHΨEIΣ AΠO THN EΠOXH THΣ MEXPI ΣHMEPA.
Friedrich Wilhelm Nietzsche was a German classical scholar, philosopher, and critic of culture, who became one of the most influential of all modern thinkers. He began his career as a classical philologist before turning to philosophy. He became the youngest person to hold the Chair of Classical Philology at the University of Basel in 1869 at the age of 24, but resigned in 1879 due to health problems that plagued him most of his life; he completed much of his core writing in the following decade. In 1889, at age 44, he suffered a collapse and afterward a complete loss of his mental faculties, with paralysis and probably vascular dementia. He lived his remaining years in the care of his mother until her death in 1897 and then with his sister Elisabeth Förster-Nietzsche. Nietzsche died in 1900, after experiencing pneumonia and multiple strokes. Nietzsche's work spans philosophical polemics, poetry, cultural criticism, and fiction while displaying a fondness for aphorism and irony. Prominent elements of his philosophy include his radical critique of truth in favour of perspectivism; a genealogical critique of religion and Christian morality and a related theory of master–slave morality; the aesthetic affirmation of life in response to both the "death of God" and the profound crisis of nihilism; the notion of Apollonian and Dionysian forces; and a characterisation of the human subject as the expression of competing wills, collectively understood as the will to power. He also developed influential concepts such as the Übermensch and his doctrine of eternal return. In his later work, he became increasingly preoccupied with the creative powers of the individual to overcome cultural and moral mores in pursuit of new values and aesthetic health. His body of work touched a wide range of topics, including art, philology, history, music, religion, tragedy, culture, and science, and drew inspiration from Greek tragedy as well as figures such as Zoroaster, Arthur Schopenhauer, Ralph Waldo Emerson, Richard Wagner, Fyodor Dostoevsky, and Johann Wolfgang von Goethe. After his death, Nietzsche's sister Elisabeth became the curator and editor of his manuscripts. She edited his unpublished writings to fit her German ultranationalist ideology, often contradicting or obfuscating Nietzsche's stated opinions, which were explicitly opposed to antisemitism and nationalism. Through her published editions, Nietzsche's work became associated with fascism and Nazism. 20th-century scholars such as Walter Kaufmann, R.J. Hollingdale, and Georges Bataille defended Nietzsche against this interpretation, and corrected editions of his writings were soon made available. Nietzsche's thought enjoyed renewed popularity in the 1960s and his ideas have since had a profound impact on 20th- and early 21st-century thinkers across philosophy—especially in schools of continental philosophy such as existentialism, postmodernism, and post-structuralism—as well as art, literature, music, poetry, politics, and popular culture.
1. Ματαιότης ματαιοτήτων... Η ζωή μας δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Βρεθήκαμε τυχαία σε ένα κόσμο που δεν επιλέξαμε και κάποια στιγμή θα εξαφανιστούμε οριστικά. Αποτέλεσμα αυτής της τραγικής διαπίστωσης είναι η απόλυτη απελπισία. Σε αντίθεση με τα ζώα, ο άνθρωπος έχει πλήρη συνείδηση της ματαιότητας της ύπαρξής του και γι αυτό ανοίγεται μπροστά του μια άβυσσος δυστυχίας. Προκειμένου να κρατηθεί στη ζωή, ο άνθρωπος καταφεύγει στην αυταπάτη, στο ζωτικό ψεύδος. Η θρησκεία είναι ένα απλοϊκό ψεύδος που όμως καταλήγει σε άρνηση της (επίγειας) ζωής, η τέχνη όμως είναι ένα ψεύδος διαφορετικό, πολύ πιο σύνθετο και επομένως ανώτερο: η τέχνη νοηματοδοτεί όντας όμως η κατάφαση της ζωής. Ο ρόλος της είναι διττός: από τη μια αποκρύπτει αυτή την απουσία νοήματος στη ζωή, ομορφαίνοντας την πραγματικότητα με αυταπάτες, και από την άλλη αποκαλύπτει το χάος κάτω από την τάξη, φανερώνοντάς μας ότι θα ήταν προτιμότερο να μην είχαμε γεννηθεί.
2. Η Αρχαία Τραγωδία. Εδώ ακριβώς εντοπίζει ο Νίτσε την ουσία της αρχαίας τραγωδίας. Αυτή η ύψιστη ελληνική τέχνη συντίθονταν από δύο στοιχεία: το ανήσυχο, ρωμαλέο και δυναμικό πνεύμα του Διονύσου, και το γαλήνιο, ευγενικό και ωραίο πνεύμα του Απόλλωνα. Στο αρχαίο δράμα ο Διόνυσος, ο παράφορος θεός του χορού, του κρασιού, της έκστασης και του ενστίκτου, ενέπνευσε τον Χορό και ο Απόλλων, ο ονειρικός θεός των πλαστικών τεχνών, του πνευματικού στοχασμού, της ευταξίας, της αταραξίας και του μέτρου, τον Διάλογο. Ο "Διονυσιακός" Χορός προηγήθηκε: ήταν η πρώτη απάντηση των Ελλήνων στη γνωριμιά τους με την άβυσσο της ματαιότητας. Όταν αργότερα προστέθηκε ο "Απολλώνιος" Διάλογος προέκυψε η τραγωδία ως σύνθεση αυτών των δύο στοιχείων. Ώστε οι Ελληνες μας αποκάλυψαν ότι μόνο σαν αισθητικό φαινόμενο, σαν αντικείμενο καλλιτεχνικού στοχασμού ή ανακαπαράστασης, αποκτά νόημα η ύπαρξή μας και ο κόσμος. Μέσω της τέχνης τους μετέτρεψαν την φρίκη σε κάτι μεγαλειώδες. Η τέχνη αυτή που ξεκίνησε με τον Όμηρο, έφτασε με τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή και τους προσωκρατικούς φιλοσόφους στο απόγειό της. Ύστερα εμφανίστηκε ο Σωκράτης και άρχισε η παρακμή.
3. Σωκράτης και Ευριπίδης Σύμφωνα με τον Νίτσε, ο Σωκράτης "εισβάλλει" στον χώρο της ελληνικής διανόησης και ανατρέπει τα πάντα. Είναι η εισβολή του Ορθού Λόγου, ο οποίος στέφεται βασιλιάς και κυριαρχεί στα πάντα. Ο Σωκράτης αποτελεί ένα "κομβικό κομβικό σημείο και άξονα αυτού που λέμε παγκόσμια ιστορία". Το αξίωμά του ότι "η αρετή είναι γνώση" θα αλλάξει καθοριστικά τις αντιλήψεις της ελληνικής διανόησης. Η τέχνη υποτάσσεται πλέον στη γνώση, η οποία αποτελεί την βασιλική οδό για την αποκάλυψη της αλήθειας. Πρόκειται για μια ακλόνητη πεποίθηση ότι η σκέψη, με τον μίτο της αιτιότητας, μπορεί να εισχωρήσει μέχρι τις βαθύτερες αβύσσους του όντος και ότι μπορεί όχι μόνο να γνωρίσει το είναι, αλλά και να το διορθώσει. Η αντίληψη αυτή συνδέεται με μια υπέρμετρη αισιοδοξία σχετικά με τις δυνατότητες της γνώσης. Σκανδαλισμένος ο Νίτσε, παρατηρεί ότι στον πυρήνα του "σωκρατικού πολιτισμού" κρύβεται μια αισιοδοξία που παραληρεί ασυγκράτητα!. Η επιστημονική μέθοδος θα προχωρεί πλέον με αυτοπεποίθηση περιφρονώντας τις δυνατότητες του μύθου και του ενστίκτου να μας αποκαλύψουν τα μεγάλα μυστήρια της ύπαρξης. Κι αυτό για τον Νίτσε είναι μια τεράστια αυταπάτη επειδή η επιστήμη μόνο ψήγματα της αλήθειας μπορεί να μας αποκαλύψει. Πρόκειται επομένως για μια μεγάλη αυταπάτη. Όμως το μέγα αμάρτημα του Σωκράτη ήταν ότι η διδασκαλία του οδήγησε στον θάνατο τής τραγικής ποίησης. Ο Πλάτων, επηρεασμένος από τον μεγάλο δάσκαλό του, δεν θα διστάσει να κάψει τα ποιήματά του και να εξοβελίσει τους ποιητές από την Πολιτεία του, ενώ ο Ευριπίδης θα επιχειρήσει να εκλογικεύσει την τραγωδία. Εισάγει στην αρχή του έργου τον Αφηγητή, ο οποίος εξηγεί περιληπτικά τι πρόκειται να ακολουθήσει. Το χειρότερο:υποβαθμίζει τον Χορό, αφαιρώντας ουσιαστικά την μουσική από το δράμα, με αποτέλεσμα να χάσει αυτό την μεταφυσική του διάσταση. Κι ακόμη υποβίβασε την τραγωδία, εκλαϊκεύοντάς" την ώστε να γίνει πιο προσιτή στο ευρύ κοινό: "...Με τον Ευριπίδη ο άνθρωπος της καθημερινής ζωής βγαίνει από τις τάξεις των θεατών και κατακλύζει τη σκηνή. Ο καθρέφτης, που άλλοτε αντανακλούσε μόνο ευγενικά και περήφανα χαρακτηριστικά, δείχνει από δω και πέρα μια δουλική πιστότητα, που αποδίδει ευσυνείδητα ακόμα και τις αποτυχημένες γραμμές της φύσης...Κατά βάση ο θεατής έβλεπε και άκουγε τον ίδιο τον σωσία του πάνω στη σκηνή του Ευριπίδη, και τον ευχαριστούσε πως ήξερε και άκουγε έτσι ωραία...Η αστική μετριότητα πάνω στην οποία στήριζε ο Ευριπίδης όλες τις πολιτικές του ελπίδες, αυτή ήταν που έπαιρνε τώρα τον λόγο, ενώ πριν, στην τραγωδία καθόριζε τον χαρακτήρα του λεκτικού ο ημίθεος, και στην κωμωδία ο μεθυσμένος Σάτυρος...Αν ο λαός, η μάζα μπορεί τώρα και φιλοσοφεί, και διοικεί τη χώρα και τα κοινά, και διεξάγει δίκες με μια πρωτοφανή εξυπνάδα, σ' αυτόν [στον Ευριπίδη] οφείλεται, και είναι ακριβώς η συνέπεια της σοφίας που εμφύσησε στον λαό".
Στερημένη απο το μυστικοπαθές "διονυσιακό" στοιχείο της η τραγωδία πέθανε-για την ακρίβεια αυτοκτόνησε και χάθηκε για πάντα. Σε όλους τους αιώνες που ακολούθησαν, κάθε προσπάθεια αναβίωσής της έπεσε στο κενό: "Ο Μέγας Παν απέθανε!"
4. Ρίχαρντ Βάγκνερ Κι όμως! Έπειτα από τόσους αιώνες πνευματικής ερημιάς, άρχισε να διαφαίνεται η ελπίδα στο πρόσωπο ενός ιδιοφυούς Γερμανού, του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Ο Βάγκνερ συνέλαβε την ουσία της αρχαίας τραγωδίας και πέτυχε να την αναγεννήσει μεταμορφώνοντας την όπερα σε ένα νέο είδος, το μουσικό δράμα. Σ' αυτό ζωντανεύουν το Διονυσιακό και το Απολώνιο πνεύμα, χάρη στην εμπνευσμένη μουσική και τον βαθύ ποιητικό λόγο αντίστοιχα. Στον Βάγκνερ η τέχνη έχει βρει τον νέο Αισχύλο της!
5. Αντίλογος Η Γέννηση της Τραγωδίας είναι το πρώτο και το μόνο, μαζί με τον Ζαρατούστρα, ολοκληρωμένο έργο του Νίτσε. Είναι περισσότερο ένα ποιητικό, παρά επιστημονκό έργο. Το Νιτσεϊκό ύφος είναι επιθετικό, παράφορο και διακρίνεται από μια ενυπωσιακή αμετροέπεια. Σχεδόν σε κάθε παράγραφο υπάρχουν ένα ή περισσότερα θαυμαστικά και ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ο συγγραφέας δεν εκθέτει τις απόψεις του, αλλά ότι τις κραυγάζει με οργισμένο πάθος. Υπάρχει όμως και μια μουσικότητα στο κείμενο, η οποία ακόμα και στην ελληνική μετάφραση είναι εμφανής. Σύμφωνα με τον Όσβαλντ Σπένγκλερ, έναν από τους φανατικότερους νιτσεϊκούς στοχαστές, ο Νίτσε δεν πρέπει να διαβάζεται, αλλά να ακούγεται. Ο ίδιος ο Νίτσε εξ άλλου, υπήρξε μουσικός και συνέθεσε μουσικά έργα. Σαν φιλολογική μελέτη, η αξία της "Γέννησης της Τραγωδίας" είναι ασήμαντη. Ο κορυφαίος γερμανός φιλόλογος Ούλριχ φον Βιλαμόβιτς, σύγχρονος του Νίτσε, δημοσίευσε έναν οργισμένο λίβελλο, όπου επισήμανε με δηκτικότητα τις αυθαίρετες ακροβασίες, την προχειρότητα των επιχειρημάτων και την επιλεκτική χρήση των πηγών. Μερικά παραδείγματα: Η ελληνική τέχνη δεν παρήκμασε αλλά αντίθετα άκμασε ακόμη περισσότερο μετά τον Σωκράτη. Ο Νίτσε μετατρέπει αυθαίρετα τον θεό του Φωτός Απόλλωνα, σε θεό του ονείρου και της "αυταπάτης". Οι Ολύμπιοι θεοί υπήρχαν πολύ πριν τον Απόλλωνα και δεν γεννήθηκαν από αυτόν, όπως ισχυρίζεται ο Νίτσε. Και φυσικά ο Ευριπίδης δεν σκότωσε τον μύθο. Αντίθετα τον αποσαφήνισε για όλες τις επόμενες γενιές. Στην πραγματικότητα, χάρις σ' αυτόν, ορισμένοι από τους πιο γνωστούς και συγκινητικούς μύθους, (μεταξύ άλλων του Ηρακλή, της Ιφιγένειας, της Αυγής, της Αντιόπης, της Φαίδρας κ.λπ.) ενσωματώθηκαν στη λογοτεχνία και έγιναν τμήμα της παγκόσμιας πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Ο Βιλαμόβιτς χαρακτήρισε ηθικά ανεπίτρεπτη την τάση του Νίτσε να προτιμά τη διαισθητική προσέγγιση αντί της αυστηρής επιστημονικής μεθοδολογίας: "Αν ο κύριος Νίτσε επιθυμεί να κραδαίνει ον Θύρσο του και να κινείται από την Ινδία στη Ελλάδα, δικαίωμά του. Δεν έχει όμως δικαίωμα να παραπλανά από καθέδρας τη γερμανική νεολαία η οποία επιθυμεί την αναζήτηση της αλήθειας με κριτικό πνεύμα και νηφαλιότητα". Η επιστημονική αξιοπιστία του Νίτσε καταρρακώθηκε και σύντομα απομονώθηκε από τους φιλολογικούς κύκλους. 14 χρόνια αργότερα, στον πρόλογο της τρίτης έκδοσης του βιβλίου του, ο Νίτσε (που στο μεταξύ είχε τσακωθεί με τον Βάγκνερ) θα αναγνωρίσει τις αδυναμίες και τα λάθη του. Θα χαρακτηρίσει το βιβλίο του "... κακογραμμένο, βαρύ, κουραστικό, δύσβατο και γεμάτο από εξωφρενικές και ασυνάρτητες εικόνες, εδώ κι εκεί γλυκερό σε βαθμό θηλυπρέπειας, άνισο στον βηματισμό του, απρόθυμο για λογική καθαρότητα, ένα βιβλίο όλο πεποιθήσεις και γι αυό απρόθυμο για αποδείξεις, θεωρώντας τις σχεδόν απρέπεια, σαν βιβλίο μυημένων σαν "μουσική" για εκείνους που βαφτίστηκαν στο όνομα της μουσικής ... αλλά που απέδειξε και αποδεικνύει ακόμα, με την επίδρασή του ότι ξέρει αρκετά καλά να βρει άλλους εξημμένους και να τους παρασύρει σε καινούργια κρυφά μονοπάτια και χορούς." (sic) Στην πραγματικότητα παρόλο που ο Νίτσε ομολογεί τις αδυναμίες του βιβλίου του, δεν οπισθοχωρεί ούτε βήμα από τις θέσεις του. Πράγματι, όλες οι φιλοσοφικές αντιλήψεις του Νίτσε περιέχονται σ' αυτό το πρώτο του έργο: ο άμετρος θαυμασμός για το υψηλό, για το δυνατό και το μεγαλειώδες, η απέχθεια για τις μάζες και τ��υς αδύναμους, η περιφρόνηση της επιστήμης και του Ορθού Λόγου ως μέσου προσέγισης της Αλήθειας. Αντιπαθεί τον ορθολογιστή Σωκράτη, αλλά τον αντιμετωπίζει (ακόμη) με σεβασμό. Αντίθετα ο Ευριπίδης, αντιμετωπίζεται ως ιερόσυλος : "Ποιος ήταν ο σκοπός σου βέβηλε Ευριπίδη, όταν προσπάθησες να υποχρεώσεις αυτόν τον ετοιμοθάνατο [τον μύθο] να σε υπηρετήσει μια φορά ακόμα; Ξεψύχησε μέσα στα βέβηλα χέρια σου: και τώρα χρειαζόσουν πια μια απομίμηση μύθου, έναν μασκαρεμένο μύθο. Κι η απομίμηση αυτή σαν μαϊμού του Ηρακλή, μόνο γελοία μπόρεσε να στολιστεί με τα μεγαλόπρεπα διαμαντικά της αρχαιότητας. Κι όταν πέθανε για σένα ο μύθος πέθανε και το πνεύμα της μουσικής: όσο κι αν λεηλάτησες με τα άπληστα χέρια σου όλους τους κήπους της μουσικής, το μόνο που κατάφερες ήταν μια μασκαρεμένη απομίμηση μουσικής. Κι επειδή εγκατέλειψες τον Διόνυσο, για αυτό σ' αφησε ύστερα και ο Απόλλων. Ας θηρεύεις πάθη απ' όπου κι αν μπορείς να τα βρεις., ας τα κλείνεις στον μαγικό σου κύκλο, ας ακονίζεις κι ας γιαλίζεις τους λόγους των ηρώων σου με μια σοφιστική διαλεκτική-τα πάθη των ηρώων σου θάναι πάντα μασκαρεμένες απομιμήσεις παθών, και θα λένε μασκαρεμένες απομιμήσεις λόγων".
6.Αποτίμηση Τι έχει να προσφέρει αυτή η μανιασμένη πολεμική, η σχεδόν παιδαριώδης, εναντίον ενός από τους μεγαλύτερους τραγικούς ποιητές της αρχαιότητας; Πόσο υπερβολική και πόσο άδικη! Το ίδιο άδικη φαίνεται και η επίθεση προς τον Σωκράτη. Και εδώ, όπως και στην περίπτωση του Ευριπίδη, αυτό που ενοχλεί τον Νίτσε είναι η ανάδειξη της μάζας και των καταπιεσμένων σε κυρίαρχη δύναμη. Δεν υπάρχει τιποτα απεχθέστερο για αυτόν από μια βάρβαρη τάξη δούλων, η οποία συνειδητοποιεί την αδικία την οποία υφίσταται και ετοιμάζεται "να εκδικηθεί όχι μονάχα για τον εαυτό της αλλά και για τις γενιές όλου του κόσμου. Υπεύθυνος γι αυτό είναι φυσικά ο Σωκράτης και η διάδοση της πίστης στην επίγεια ευδαιμονία όλων, στη δυνατότητα ενός πολιτισμού βασισμένου στη γνώση. Έτσι, στην αλεξανδρινή εποχή ο πολιτισμός αυτός μεταμορφώθηκε στην απειλητική διεκδίκηση της γήινης ευτυχίας: οι δούλοι αρχίζουν να επικαλούνται την "αξιοπρέπεια του ανθρώπου" και την "αξιοπρέπεια της εργασίας". Και αυτό, ισχυρίζεται ο Νίτσε, θα έχει αργότερα ολέθρια αποτελέσματα. Προφανώς εδώ έχουμε να κάνουμε με ιδεοληψίες. Η αλεξανδρινή εποχή (καθώς και η ρωμαϊκή που την διαδέχτηκε) χαρακτηριζόταν από μια πρωτοφανή χρήση δούλων. Και μπορεί να υπήρξε μια κάποια έξαρση κοινωνικών εξεγέρσεων, όμως αυτή οφειλόταν στην εξαθλίωση των μαζών και όχι στην σωκρατική παιδεία τους. Εξ άλλου στο τέλος όλες οι εξεγέρσεις κατεστάλησαν γρήγορα και η άρχουσα τάξη παρέμεινε ασφαλής και κυρίαρχη. Είναι φανερό ότι ο Νίτσε διακατέχεται από το φάσμα του Διαφωτισμού, της Γαλλικής Eπανάστασης και της Τρομοκρατίας, των λαϊκών εξεγέρσεων και των κοινωνικών διεκδικήσεων του 1848 και της Κομμούνας του 1870.
Δεν είναι όμως αυτό που με ενόχλησε τόσο πολύ σ' αυτό το βιβλίο. Είναι η αμετροέπεια, ή επιθετικότητα και το παραληρηματικό ύφος. Είναι η βεβαιότητα ότι ο αναγνώστης θα συμφωνήσει με τις θέσεις του συγγραφέα μόνο και μόνο επειδή εκείνος τις διατύπωσε! Είναι αλήθεια ότι στην αρχή το βιβλίο με εντυπωσίασε, στη συνέχεια άρχισε να με εκνευρίζει, αργότερα να με κουράζει και προς το τέλος ήθελα να το πετάξω στα μούτρα του συγγραφέα ! Πίεσα το εαυτό μου και το ξαναδιάβασα πολύ προσεκτικά, ελπίζοντας να μου αποκαλύψει τα κρυμμένα μυστικά του. Μάταιος κόπος.
Ο Νίτσε είναι μεγαλόπνοος και οι ιδέες του πρωτότυπες. Το έργο αν το δεις καθαρά ορθολογικά δεν στέκει. Τον διαπνέει ένα πάθος και μια ζωντάνια και συγχρόνως μια επιθετικότητα προς αυτά που δεν συμφωνεί. Η διάκριση Απολλώνιου-Διονυσιακου είναι ενδιαφέρουσα αν και δεν στηρίζεται σε απτά δεδομένα. Είναι μια ιδεαλιστική ιδέα. Παραθέτω ένα απόσπασμα που μου άρεσε
γιατί οι περιγραφές του Ομήρου είναι πιο ζωηρές από τους άλλους ποιητές? Γιατί ο Όμηρος βλέπει περισσότερο Μιλάμε για την ποίηση με τρόπο αφηρημένο επειδή έχουμε συνηθίσει όλοι μας να είμαστε κακοί ποιητές. Το αισθητικό φαινόμενο κατά βάθος είναι απλό ,αν έχεις την ικανότητα να βλέπεις