Στην έκδοση αυτή παρουσιάζεται πλήρως σχολιασμένη η πρώιμη φιλοσοφία του Φρειδερίκου Νίτσε, μες από δοκίμια και ανέκδοτα σημειωματάριά του, όπου εξετάζει υπό πολλαπλές οπτικές το φαινόμενο της αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Κεντρικό θέμα ο άνθρωπος απέναντι στο άδηλο της ύπαρξης - ή την αυθαιρεσία των θεών!
Παρακολουθούμε τη γένεση των πρώτων σπινθήρων της σκέψης του, απ' τα μαθητικά του χρόνια και την επεξεργασία τους ως το τέλος της ζωής του. Η γοητεία του πειραματισμού συνδυάζεται με ποιητικές εκλάμψεις (άκρως ζαρατουστρικές) και πηγαίο, αυτοσχέδιο στοχασμό.
«Ονομάζω τον εαυτό μου τον τελευταίο φιλόσοφο, γιατί είμαι ο τελευταίος άνθρωπος. Κανείς άλλος δε μου μιλά - μόνο εγώ. Κ' η φωνή μου αντηχεί σα φωνή ετοιμοθάνατου. Εσύ, αγαπημένη φωνή, εσύ φέρνεις τις τελευταίες ριπές καθετί ανθρώπινου - άσε με, λοιπόν, μία ακόμα στιγμή σε σένα να μιλήσω, τάχα ότι με σε φεύγω μακριά απ' τη μοναξιά, στους ανθρώπους πηγαίνοντας και πάλι, στην αγάπη πηγαίνοντας και πάλι, γιατί η καρδιά μου δε θέλει να πιστέψει ότι η αγάπη πέθανε· και μ' αναγκάζει να μιλάω σε μένα, σα νά 'μασταν δυο».
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Σημείωμα του μεταφραστή για τη β' έκδοση || Σημείωμα του επιμελητή για τη β' έκδοση || Σημείωμα του μεταφραστή για την α' έκδοση || Βιβλιογραφία || Συντομογραφίες || Τα πρώτα δοκίμια (1870) || Τα σημειωματάρια (1864-75) || Παράρτημα Α' || Παράρτημα Β' || Ευρετήρια
Friedrich Wilhelm Nietzsche was a German classical scholar, philosopher, and critic of culture, who became one of the most influential of all modern thinkers. He began his career as a classical philologist before turning to philosophy. He became the youngest person to hold the Chair of Classical Philology at the University of Basel in 1869 at the age of 24, but resigned in 1879 due to health problems that plagued him most of his life; he completed much of his core writing in the following decade. In 1889, at age 44, he suffered a collapse and afterward a complete loss of his mental faculties, with paralysis and probably vascular dementia. He lived his remaining years in the care of his mother until her death in 1897 and then with his sister Elisabeth Förster-Nietzsche. Nietzsche died in 1900, after experiencing pneumonia and multiple strokes. Nietzsche's work spans philosophical polemics, poetry, cultural criticism, and fiction while displaying a fondness for aphorism and irony. Prominent elements of his philosophy include his radical critique of truth in favour of perspectivism; a genealogical critique of religion and Christian morality and a related theory of master–slave morality; the aesthetic affirmation of life in response to both the "death of God" and the profound crisis of nihilism; the notion of Apollonian and Dionysian forces; and a characterisation of the human subject as the expression of competing wills, collectively understood as the will to power. He also developed influential concepts such as the Übermensch and his doctrine of eternal return. In his later work, he became increasingly preoccupied with the creative powers of the individual to overcome cultural and moral mores in pursuit of new values and aesthetic health. His body of work touched a wide range of topics, including art, philology, history, music, religion, tragedy, culture, and science, and drew inspiration from Greek tragedy as well as figures such as Zoroaster, Arthur Schopenhauer, Ralph Waldo Emerson, Richard Wagner, Fyodor Dostoevsky, and Johann Wolfgang von Goethe. After his death, Nietzsche's sister Elisabeth became the curator and editor of his manuscripts. She edited his unpublished writings to fit her German ultranationalist ideology, often contradicting or obfuscating Nietzsche's stated opinions, which were explicitly opposed to antisemitism and nationalism. Through her published editions, Nietzsche's work became associated with fascism and Nazism. 20th-century scholars such as Walter Kaufmann, R.J. Hollingdale, and Georges Bataille defended Nietzsche against this interpretation, and corrected editions of his writings were soon made available. Nietzsche's thought enjoyed renewed popularity in the 1960s and his ideas have since had a profound impact on 20th- and early 21st-century thinkers across philosophy—especially in schools of continental philosophy such as existentialism, postmodernism, and post-structuralism—as well as art, literature, music, poetry, politics, and popular culture.
Τέχνη, η λύτρωση για τον άνθρωπο της Γνώσης!-για κείνον που βλέπει-και θέλει να βλέπει-τον τρομακτικό και παράδοξο χαρακτήρα της ζωής,λύτρωση για τον άνθρωπο της τραγικής γνώσης. Τέχνη, η λύτρωση για τον άνθρωπο της Πράξης!-για κείνον που δε βλέπει απλώς,αλλά ζει-και θέλει να ζει-τον τρομακτικό και παράδοξο χαρακτήρα της ζωής,για τον τραγικό πολεμιστή,για τον ήρωα. Τέχνη,η λύτρωση για τον πάσχοντα!-τον οδηγεί σε καταστάσεις όπου ο πόνος είναι ηθελημένος,μεταμορφωμένος,θεοποιημένος,μορφή υπέρτατης έκστασης! -Κατανοητόν; Διόνυσος κατά Εσταυρωμένου...
Όπως αναφέρει ο μεταφραστής κ. Δουβαλέρης στην εισαγωγή, αν θέλει κάποιος τις κορυφές, παίρνει κατευθείαν το Η γέννηση της τραγωδίας. Όποιος όμως θέλει και το μηχανοστάσιο όπου βλέπει αδιαμόρφωτο ακόμα, αλλά πάνω στην βράση του, το βαρύ υλικό, θα πάρει και αυτό.
Υ.γ. Το τελευταίο μέρος του βιβλίου είναι μοναδικό!
Το μουσικό δράμα το οποίο αναπτύχθηκε στις αρχές του Μεσαίωνα έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα. Οι άνθρωποι που έζησαν εκείνη την εποχή έγραφαν μουσική με σκοπό την δράση και όχι την ακοή. Η μουσική σύμφωνα με τους ποιητές του Μεσαίωνα γραφόταν για να διαβάζεται από τον κόσμο και όχι να ακούγεται. Και αυτή ήταν η διαφορά ανάμεσα στην μουσική που διαβάζεται και στην όπερα. Η όπερα όταν ακούγεται μας χαρίζει μαγικές στιγμές και εμφανίζεται μπροστά μας η χαρά του αρχαίου μουσικού δράματος. Η όπερα φαντάζει στα μάτια ενός ανθρώπου ψεύτικη και αναιδής είναι όμως ο μόνος τρόπος για να κατανοήσουμε το μεγαλείο αρχαίων τραγωδών όπως ο Σοφοκλής και ο Αισχύλος. Ο Σοφοκλής ως στοχαστής εντόπισε το Υψηλό στην δικαιοσύνη όπου άνθρωπος και θεοί αποτελούν κατ' θείο, η δικαιοσύνη, το ήθος και η ευτυχία είναι απολύτως συνδεμένα μεταξύ τους. Ο Αισχύλος θεώρησε το Υψηλό στην δικαιοσύνη που απονέμουν οι θεοί.
Ο Φρίντριχ Νίτσε στο βιβλίο που κρατώ στα χέρια μου, προσπαθεί να αναλύσει την θέση της λυρικής ποίησης και της τραγωδίας στις απαρχές του αρχαιοελληνικού δράματος. Ο Σοφοκλής, ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης υπήρξαν οι τραγωδοί εκείνοι που με τα έργα τους ύμνησαν το ήθος, την δικαιοσύνη και την τιμωρία. Ο Σοφοκλής με το έργο του Οιδίποδας Τύραννος αναφέρεται στην τιμωρία των θεών και στην άτυχη μοίρα. Ο Αισχύλος στην Ορέστια αναφέρεται στο μίσος της μάνας προς τον γιό της. Παρόλο που το θέμα των δύο τραγωδιών είναι όμοιο, οι δύο τραγωδοί αντιπροσωπεύουν κάτι διαφορετικό, ο Σοφοκλής θεωρεί ότι η μοίρα των ανθρώπων δεν καθορίζεται μόνο από τους θεούς αλλά και από τα πεπραγμένα των ανθρώπων ενώ ο Αισχύλος πιστεύει ότι την δικαιοσύνη την απονέμουν μόνο οι θεοί.
Λίγα αναγνώσματα αποδεικνύονται πιο απολαυστικά από τη –λογοτεχνική υφολογικά– φιλοσοφία του Νίτσε κι αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα κείμενά του που σχετίζονται με την αρχαιοελληνική δραματική ποίηση. Μια συλλογή κειμένων σχετικών με το θέμα που δεν κατέληξαν να συμπεριλαμβάνονται με κάποιον τρόπο στη θρυλική Γέννηση της τραγωδίας, που αποτελεί μια βουτιά στις βαθύτερες σκέψεις του συγγραφέα, καθώς έγραφε το μεγάλο εκείνο έργο. Πυρήνας της αντι-αριστοτελικής λογοτεχνικής-δραματικής του θεωρίας (και μεγάλη της ιστορική πρωτοτυπία) ο πρωταρχικός ρόλος της μουσικής/μέλους έναντι της πλοκής/του μύθου:
«Οι αρχαίοι έδιναν βάρος στο πάθος κι όχι στη δράση. [...] Απέναντι στην αρχαιοελληνική τραγωδία είμαστε ανάρμοστοι, γιατί η κυρία επίδρασή της συνίστατο εν πολλοίς σ' ένα στοιχείο που 'χει για μας χαθεί: τη μουσική.»