Μια γυναίκα με ασυνήθιστη εμφάνιση φτάνει σ’ ένα χωριό που εγκαταλείπεται από τους κατοίκους του λόγω κατολισθήσεων, επιλέγει ένα απομονωμένο σπίτι και περιμένει το «άλλο χιόνι».
Σ’ αυτό το σκηνικό εγκατάλειψης η γυναίκα θα παρασυρθεί σε αναπάντεχες περιπέτειες, σε μια περιδίνηση σε τόπους κοντινούς αλλά και σε ανεξερεύνητα μέρη της ύπαρξής της.
Θα συναντήσει έναν σπουδαίο και οργισμένο ποιητή που επίσης κρύβεται, θα παραστεί ψυχρή σαν άγαλμα σ’ έναν απρόσμενο γάμο αλά Κουστουρίτσα, θα βρεθεί με τα «ρετάλια» του παλιού κοινοβίου, τον Ρόθκο, τον Καίσαρα και την αινιγματική Αισθήρ.
Κανείς όμως απ’ όλους αυτούς δε θα ασκήσει πάνω της την καταλυτική επιρροή της Χιονάτης, όπως ονομάζει ένα αμίλητο κορίτσι που το φέρνει η χιονοθύελλα.
Ένα μυθιστόρημα αινιγματικό και ταυτοχρόνως λυτρωτικό, γεμάτο συμπόνια αλλά και πολλά ερωτήματα.
Είναι τελικώς η αγάπη η μέγιστη πλάνη; Ή μήπως ο ύψιστος σκοπός;
Η Ευγενία Φακίνου (English: Eugenia Fakinou) γεννήθηκε το 1945 στην Αλεξάνδρεια. Μεγάλωσε στην Αθήνα και σπούδασε γραφικές τέχνες και ξεναγός. Εργάστηκε για μερικά χρόνια σε περιοδικά ως γραφίστρια.
Το 1976 δημιούργησε το αντικειμενοθέατρο "Ντενεκεδούπολη". Έχει γράψει και έχει εικονογραφήσει πολλά παιδικά βιβλία. Το 1982 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα, "Αστραδενή". Τα μυθιστορήματα της έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στα γερμανικά, αγγλικά, ρωσικά, ουγγρικά, δανέζικα, γαλλικά, ολλανδικά, ιταλικά και σερβικά. Το 2005 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών (Εθνικό Κέντρο Βιβλίου - Σκάι 100,3) για το μυθιστόρημα της "Η μέθοδος της Ορλεάνης" και το 2008 με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή διηγημάτων "Φιλοδοξίες κήπου".
Η Ευγενία Φακίνου αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας. Το πρώτο της μυθιστόρημα, η Αστραδενή, δημοσιεύτηκε το 1982. Εκ τότε, και μέχρι σήμερα, η συγγραφέας έχει δημοσιεύσει μία πληθώρα λογοτεχνικών έργων, που την κατέστησαν αγαπητή στο αναγνωστικό κοινό της χώρας. Θα μπορούσε να πούμε, πως η Ευγενία Φακίνου αποτελεί πλέον μία κλασική σχεδόν συγγραφική φιγούρα, η οποία παραμένει δημιουργική ακόμη και σήμερα.
Πρόσφατα, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, το νέο της μυθιστόρημα, με τίτλο «Γράμματα στη Χιονάτη». Πρόκειται για ένα μικρό σε όγκο βιβλίο, αποτελείται από 200 και κάτι σελίδες, που ακροβατεί μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, με τη συγγραφέα να δημιουργεί μία επιβλητική ατμόσφαιρα, καθώς και την αίσθηση της έλλειψης και του υπαινιγμού, που διεγείρουν το αναγνωστικό ενδιαφέρον.
Όλα ξεκινούν, όταν η ανώνυμη πρωταγωνίστρια του βιβλίου, φτάνει μία φθινοπωρινή μέρα, σε ένα ορεινό χωριό, επιθυμώντας να βρει μία κατοικία, και να τη νοικιάσει για μερικούς μήνες. Το οστεώδες και μαυροφορεμένο κορμί της, τα ξυρισμένα της μαλλιά και φρύδια, σε συνδυασμό με την επιβλητική σιωπή, την οποία έχει επιλέξει, εξάπτουν την περιέργεια των ηλικιωμένων κατοίκων του χωριού για την «ξένη γυναίκα», η οποία θα εγκατασταθεί τελικά στο χωριό αυτό. Τις πρώτες μέρες της παραμονής της, θα βρεθεί μπροστά σε μία έκπληξη, αφού οι ελάχιστοι χωρικοί, θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τον τόπο διαμονής τους, λόγω των κατολισθήσεων που πλήττουν το έδαφος της περιοχής, με αποτέλεσμα η γυναίκα να μείνει σχεδόν μόνη. Ούσα ήδη συνηθισμένη στην μοναξιά, η ηρωίδα της Φακίνου, θα παραμείνει στο χωριό, όπου θα έχει άπλετο χρόνο για να συνομιλήσει με τον εαυτό της. Θα οικοδομήσει λοιπόν, μία καθημερινότητα πλούσια σε οικιακές δραστηριότητες για να κρατά τη σκέψη της απασχολημένη.
Την απομόνωση και την ηρεμία της πρωταγωνίστριας θα διακόψουν ένας γάμος-παρωδία στην πλατεία του χωριού, όπου η ηρωίδα της Φακίνου θα κληθεί να παίξει έναν ρόλο κλειδί, η συνάντηση με τον Ποιητή, αλλά και η επίσκεψη στο κοινόβιο μοναστήρι, όπου κατοικείται από γερασμένους άνδρες και γυναίκες. Ανεξάρτητα με αυτές τις ευτράπελες, θα μπορούσαμε να πούμε, στιγμές που θα βιώσει η ηρωίδα, στιγμές που θα μπορούσαν να είχαν αντληθεί από κάποια ταινία, του Αλμοδόβαρ ίσως, η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, παραμένει σιωπηλή, και αινιγματική, προσηλωμένη στον στόχο της, να περιμένει το «άλλο χιόνι»…
Όταν όμως το χιόνι κάνει την εμφάνιση του, μία αναπάντεχη έκπληξη την περιμένει. Στην αυλή του σπιτιού που νοικιάζει, ένα βρώμικο, σιωπηλό, και εξαντλημένο από την κούραση μικρό κορίτσι θα κάνει την εμφάνιση του. Η ηρωίδα του βιβλίου θα υπερπηδήσει τους φόβους, τις ανασφάλειες και τις αμφιβολίες που τρέφει, και θα προσφέρει τη φροντίδα της στο μικρό κορίτσι, στη Χιονάτη, όπως θα την ονοματίσει, προσπαθώντας παράλληλα να σπάσει τη σιωπή του κοριτσιού, δείχνοντας τον τρόπο να συλλαβίζει, μαθαίνοντας τη να μιλάει.
Η Ευγενία Φακίνου συνθέτει ένα συμβολικό και αινιγματικό ταυτόχρονα μυθιστόρημα, με έντονο υπαρξιακό χαρακτήρα, αφού η πρωταγωνίστρια του βιβλίου έχοντας πια γεράσει, και φτάσει σε ένα προσωπικό τέλμα, επιδίδεται σε μία συλλογιστική πορεία σκέψης, που αφορά τις επιλογές που καθόρισαν τη ζωή της, τις μνήμες και τους ανθρώπους που κουβαλά απ’ το παρελθόν στους ώμους της. Φορτίο που την κύρτωσε, την πλήγωσε βαθιά, άλλοτε συνειδητά, κι άλλοτε ασυνείδητα, και καθόρισε την τροχιά που έλαβε η ζωή της, διαμορφώνοντας παράλληλα τον χαρακτήρα και την στάση της.
Με την άκρατη λυρική γραφή της λοιπόν, η Ευγενία Φακίνου δημιουργεί μία κινηματογραφική και παραμυθένια ταυτόχρονα ατμόσφαιρα, που θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί σκηνικό ταινίας. Δημιουργεί μία πληθώρα εικόνων με πρωταγωνίστρια τη Φύση, εικόνες ζωντανές και επιβλητικές, που κουμπώνουν τέλεια με την μυθιστορηματική πλοκή, που χτίζεται σελίδα τη σελίδα. Δημιουργεί επίσης, σε πολύ έντονο βαθμό το αίσθημα της χαρμολύπης, αφού πολλές από τις αναμνήσεις που σχετίζονται με το μακρινό παρελθόν της ηρωίδας διέπονται από τη γλύκα της αθωότητας, σε αντίθεση με αυτές που έρχονται από ένα κοντινότερο, ενήλικο θα έλεγα καλύτερα, παρελθόν, που λίγο πικρίζουν.
Τέλος, η πιο συγκλονιστική στιγμή του βιβλίου, όπου επέρχεται η συναισθηματική κορύφωση του αναγνώστη, είναι εκείνη όπου η ηρωίδα της Φακίνου, συνειδητοποιεί πως η προσπάθεια στην οποία εμπλέκεται ώστε το κοριτσάκι, η Χιονάτη της, να καταφέρει να προφέρει τη λέξη «μαμά», είναι στην πραγματικότητα, η δική της προσπάθεια να συμφιλιωθεί με όλα εκείνα τα ανείπωτα, που κουβαλά αυτή η λέξη, την οποία αδυνατεί η ίδια για χρόνια να πει. Γεγονός, που τελικά ρίχνει φως στον κεντρικό άξονα γύρω απ’ τον οποίο κινείται το μυθιστόρημα της Φακίνου, που όπως εύλογα αντιλαμβάνεται κανείς, είναι η σχέση μεταξύ μητέρας-κόρης, η οποία αποτελεί σημείο αναφοράς και ετεροπροσδιορισμού για την κόρη!
Ολοκληρώνοντας, το νέο μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου, τα «Γράμματα στη Χιονάτη», αποτελεί μία τελευταία προσπάθεια του ανθρώπου, που βρίσκεται λίγο πριν τη δύση του, συμφιλίωσης με το παρελθόν, με τις μνήμες, με τις πληγές και τους ανθρώπους που τον στιγμάτισαν, μία προσπάθεια ουσιαστικά του ανθρώπου να συμφιλιωθεί με τον ίδιο του τον εαυτό!
Εχοντας διαβασει ολα τα βιβλια της Ευγενιας Φακινου (ολα ομως- γεμιζουν σχεδον ενα ολοκληρο ραφι μιας βιβλιοθηκης μου), με κουραζει πολυ το ποσο αυτοαναφορικη εχει γινει στα τελευταια της εργα. Ξανα και ξανα τα ιδια, πχ η ιδια ιστορια με το πως η μαμα της πρωταγωνιστριας εφευγε για να κανει ενεσεις, ξανα και ξανα το σεναριο με το κοριτσακι να γυριζει γυρω απο τον στυλο και να λεει οτι "ηρθαν τα 'λεχτρικα", ξανα και ξανα η πλοκη οτι η πρωταγωνιστρια ειναι συγγραφεας και της φαινεται οτι συνανταει τα εργα της στην πραγματικοτητα, ξανα και ξανα το περιστατικο που η πρωταγωνιστρια με εναν φιλο/ φιλη τριβουν κουκουτσια να τα κανουν σφυριχτρες, ξανα και ξανα ονειρο που καποιος εχασε την "αγαπη" του, και παει λεγοντας.
Το συγκεκριμενο βιβλιο ηταν οριακα σκετο αυτοβιογραφικο και τερμα προβλεψιμο. Ηταν περισσοτερο σαν συγγραφικη ασκηση λυτρωσης για την συγγραφεα απο τα διαφορα θεματα της (υγεια, μοναξια της μεγαλουπολης, θεματα με την μανα της) παρα σαν εργο μυθοπλασιας. Δεν "πλαθει" κανεναν κοσμο εδω, ολα ειναι απο την ζωη της και τα εχει γραψει ηδη ξανα και ξανα σε αλλα βιβλια. Δεν ξερω τι μανια ειναι αυτη να αναμασαει τα ιδια και τα ιδια, και ειλικρινα δικαιωμα της ειναι (ολοι οι καλλιτεχνες εχουν καποια συγεκριμενα θεματα στα οποια γυριζουν ξανα και ξανα), αλλα δεν καταλαβαινω για ποιον λογο επρεπε να εκδοθει το βιβλιο (εκτος φυσικα απο τον προφανη λογο, "για τα λεφτα"). Ακομα και ο τιτλος εχει ελαχιστη σχεση με το περιεχομενο, τον διαλεξαν ξεκαθαρα για να ειναι ιντριγκαδορικο και να προσελκυσει κοσμο.
Προσωπικα, θα εχω ξεχασει εντελως το βιβλιο σε 1 μηνα το πολυ, οπως ξεχασα και την "Νυχτερινη Ακροαση", το αμεσως προηγουμενο βιβλιο της. Πολυ κριμα οταν τιτλοι οπως "Η Μεροπη ηταν το Προσχημα" και "Ζαχαρη στην Ακρη" ειναι απο τα all time favourite βιβλια μου.
Αγαπημένη Ευγενία Φακίνου. Με κάθε βιβλίο της είναι σαν να συναντάς έναν παλιό φίλο και να συνεχίζεις την κουβέντα που άφησες στη μέση την προηγούμενη φορά. Γνώριμη η Χιονάτη της, αυτοαναφορική σε μεγάλο βαθμό, εξαιρετικά γραμμένη. Την αγάπησα.
Η βαθμολογία μου είναι 2,5 αστέρια, αν και η συγγραφέας μου είναι ιδιαίτερα αγαπητή. Θεωρώ την Ευγενία Φακίνου ένα κεφάλαιο στην ελληνική λογοτεχνία όμως το συγκεκριμένο βιβλίο νομίζω ότι αφήνει ανικανοποιητους τους αναγνώστες. Υπάρχει διάχυτη μια μελαγχολική καταθλιπτική διάθεση η οποία δεν με ενόχλησε εφόσον το μυθιστόρημα καταπιάνεται με μια γυναίκα που παει να τελειώσει τη ζωή της σε ένα ερειπωμένο χωριό. Απλά έψαχνα να βρω την σύνδεση ανάμεσα στα τελείως άσχετα πράγματα που συνέβαιναν και μόνο στο τέλος σχεδόν αναφέρεται και δικαιολογείται ο τίτλος. Γενικά μου άφησε μια αίσθηση ότι η συγγραφέας κατέθεσε κάποιες σκέψεις, εικόνες, ιδέες της, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν δημιουργούν μια πλοκή και δεν κάνουν ελκυστικό και ενδιαφέρον το βιβλίο.
Ιδιαίτερη γραφή που καθιστά τον αναγνώστη κοινωνό του ψυχισμ��ύ της κεντρικής ηρωίδας, αναπάντεχες και σουρεαλιστικές καταστάσεις και το κομβικό ερώτημα τρόπου ζωής: αξίζει η προστασία που παρέχει η μοναχικότητα ή μήπως η ευαλωτότητα και η αγάπη προς τους άλλους είναι η αληθινή λύτρωση;
Με ένα ασυνήθιστο και αινιγματικό πόνημα επιστρέφει αυτή τη φορά η μεγάλη Ελληνίδα λογοτέχνης Ευγενία Φακίνου. Ο τίτλος του παραπέμπει στο γνωστό παραμύθι της "Χιονάτης". Και πράγματι, η Χιονάτη παίζει καίριο ρόλο στο μυθιστόρημα. Όχι όμως η γνωστή Χιονάτη του παραμυθιού, αλλά, ένα μικρό κοριτσάκι, το οποίο το χιόνι το "φέρνει" ξαφνικά στα πόδια της πρωταγωνίστριας. Η τελευταία παραμένει μία μυστηριώδης προσωπικότητα για τον αναγνώστη ακόμη κι όταν αυτός φέρει εις πέρας την ανάγνωση του βιβλίου. Για την ηλικία της ξέρουμε ότι έχει αφήσει οπωσδήποτε πίσω της την πρώτη της νιότη οριστικά και αμετάκλητα, οι πληροφορίες όμως που έχουμε γι' αυτή γενικά είναι λιγοστές και η συγγραφέας επιλέγει να μας τη συστήσει μόνο με ψευδώνυμο. Το ξυρισμένο της κεφάλι-και τα φρύδια της- παραπέμπουν τον αναγνώστη στην επάρατη νόσο. Και πραγματικά αυτός δεν υποθέτει λανθασμένα: η γυναίκα νοσεί, σωματικά και ψυχικά. Η ίδια επιλέγει την απομόνωση ένα προχωρημένο φθινόπωρο τοποθετημένο κάπως αόριστα στη σημερινή εποχή, νοικιάζοντας για λίγο καιρό ένα εξοχικό σπίτι με σοφίτα λίγο πιο έξω από ένα χωριό, του οποίου οι κάτοικοι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν λόγω κατολισθήσεων. Η μοναξιά είναι συνειδητή επιλογή γι' αυτήν και σπάει μόνο από κάποιες σποραδικές συναντήσεις με ξένους και κατοίκους ενός παλιού κοινοβίου που εξακολουθεί να υπάρχει εκεί. Στα μάτια μας όμως παραμένει μία μυστηριώδης και ασυνήθιστη ύπαρξη. Θα έλεγε κανείς μάλιστα ότι η πρωταγωνίστρια φοβάται να ζήσει, να αγαπήσει και να αγαπηθεί και ο αναγνώστης μόνο υποθέσεις κάνει για όλα αυτά τα ακατανόμαστα που ενδεχομένως κουβαλάει ετούτη η πληγωμένη ύπαρξη. Εντούτοις, ματαίως αυτή προσπαθεί να κρύψει την ανάγκη της για αγάπη, ζεστασιά και ανθρώπινη επαφή. Αυτή εκδηλώνεται για πρώτη φορά όταν "αναγκάζεται" να κουράρει γάτες και σκύλους του ερημωμένου γειτονικού χωριού, πλάσματα που είχαν μάθει την ανθρώπινη παρουσία και φροντίδα την αποζητούν τώρα απεγνωσμένα. Ο καταλύτης που θα αλλάξει όλη αυτή την ιδιόμορφη κατάσταση θα αποδειχτεί το "κορίτσι του χιονιά", η αμίλητη μικρή Χιονάτη που έρχεται για να θυμίσει στη γυναίκα ότι οι άνθρωποι είναι πλασμένοι για να αγαπούν και να δίνουν.Η γυναίκα θα το μαζέψει, θα το φροντίσει, θα δεθεί μαζί του αναπόφευκτα χωρίς να το επιδιώξει η ίδια ώσπου να βρει από πού κρατάει η σκούφια του και τελικά θα του απευθύνει γράμματα, τα "γράμματα στη Χιονάτη", όταν αυτό εξαφανιστεί τόσο μυστηριωδώς όσο ήρθε. Ουσιαστικά λοιπόν, η Ευγενία Φακίνου επιλέγει να μας δώσει τον εσωτερικό μονόλογο μιας γυναίκας κουρασμένης και παραιτημένης από τη ζωή με ψήγματα κανονικής καθημερινότητας και αναμνήσεων από την προηγούμενη έως τώρα ζωή της. Παρά τη σχετικά βραδεία εξέλιξη της υπόθεσης, ο αναγνώστης θα το διαβάσει σχεδόν απνευστί, θα συμπονέσει βαθιά τη γυναίκα για τη δυστυχία της και θα θέσει πολλά ερωτήματα, τόσο για την ίδια τη γυναίκα, όσο και για τον ίδιο του τον εαυτό. Και τελικά ο καθένας θα πάρει εκείνο που θα επιλέξει ο ίδιος να πάρει από το βιβλίο, ανάλογα με τα δικά του βιώματα και τις δικές του προσλαμβάνουσες. Ο θάνατος είναι τελικά η λύτρωση σε όλα μας τα βάσανα; Υπήρξε στα αλήθεια η Χιονάτη ή ήταν απλώς το αποκύημα της φαντασίας μίας αρρωστημένης και, πληγωμένης βαθιά ψυχής; Και, κυρίως, γιατί, οι άνθρωποι φοβούνται την αγάπη και την ελευθερία; Εκείνο που μένει τελικά από το βιβλίο είναι οι πανέμορφες χειμωνιάτικες εικόνες, μία ανάμεικτη αίσθηση πίκρας και λύτρωσης από το τέλος, αλλά και ο εσωτερικός διάλογος τόσο της γυναίκας, όσο και του αναγνώστη με τη δική του κρυφή φωνή της συνείδησης. ΤΟ ΔΥΝΑΤΟ ΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟ: οι όμορφες εικόνες κατά την ανάγνωσή του και ο αινιγματικός του χαρακτήρας. ΠΟΙΟΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΝ: οι άνθρωποι που αγαπούν την καλή ελληνική λογοτεχνία.
Το παιδί από μέσα, η γυναίκα απ'έξω, η πόρτα ανάμεσά τους. Η γυναίκα ήξερε, το παιδί αγνοούσε".
Όλο το μυθιστόρημα δομείται σ’ αυτή τη φράση επάνω και είναι αυτό που κάνει τη Φακίνου σπουδαία λογοτέχνη. Γιατί έγραψε μια ιστορία χωρίς ονόματα, όπου η γυναίκα, με ξυρισμένο κεφάλι και ξυρισμένα φρύδια (μήπως μοιάζει με παιδί;) αρχικά στέκεται απέξω και γνωρίζει όσα το παιδί αγνοεί, μα λίγο αργότερα θα στέκεται μέσα και θα αγνοεί, ενώ ένα παιδί απέξω θα γνωρίζει. Βαθμιαία θα μετατραπεί, αυτή η γυναίκα, σε παιδί και το παιδί στη Γυναίκα. Γνώση και άγνοια, βαθιά μοναξιά, ο μέσα και ο έξω κόσμος, σε ένα σκηνικό αποδόμησης (το χωριό δονείται και εκκενώνεται επειδή επίκειται υπόγεια κατολίσθηση – η γυναίκα δονείται και αποδομείται βιώνοντας αλλεπάλληλες εσωτερικές κατολισθήσεις), τραγελαφικές σκηνές, γραμμένες με απρόσμενη θεατρικότητα που αποκαλύπτουν πτυχές της ανθρώπινης κατάντιας (ο άρρωστος, ομοφυλόφιλος γέρος ποιητής - ο γάμος φιάσκο ενός ομογενή) και μια ιδιαίτερη πρόσληψη του παραμυθιού της Χιονάτης…θα μπορούσα να γράψω διατριβή γι’ αυτό το βιβλίο αλλά σταματώ εδώ, δηλώνοντας απερίφραστα και ενθουσιωδώς ότι είναι ό,τι καλύτερο διάβασα τελευταία και συνάμα εκφράζω μια μικρή αγανάκτηση που έχουμε τόσο καλούς Έλληνες λογοτέχνες που ποτέ δεν έλαβαν την αναγνώριση που τους πρέπει. Δεν σνομπάρω τους ξένους αλλά είμαι σίγουρη ότι με ένα ξένο όνομα στο εξώφυλλο αυτό το έργο θα είχε γίνει μπεστ σέλερ…για μένα είναι – δεν του λείπει τί πο τα!
"Και τότε σκέφτηκε με πικρία οτι οι γέροντες δεν ορίζουν τη ζωή τους, είναι δυστυχώς εξαρτημένοι, απο τα παιδιά τους,απο την πρόνοια του κράτους-όση υπήρχε-, απο την υγεία τους, απο τις συνήθειές τους, τις εμμονές τους, νιώθουν οτι δεν έχουν πια τη δύναμη να αντισταθούν σε όσα προκύπτουν, συνήθως ξαφνικά, οτι έχουν χάσει την ικανότητα να ονειρεύονται, να φαντάζονται ένα μέλλον, να κάνουν σχέδια αισιόδοξα, το μόνο που τους απομένει είναι η ελπίδα ενός τέλους ανώδυνου, ανεπαίσχυντου και ειρηνικού"." όταν η ικανότητα να αγαπάς έχει χαθεί προ πολλού γίνεσαι σκληρός". Η αγάπη, η συντροφικότητα, ένα αξιοπρεπές τέλος, η παρακαταθήκη μας που μένει πίσω, η αποδοχή του εαυτού μας. Αυτό που που μένει είναι μελαγχολία & προβληματισμός.
Κι όμως, την ύστατη ώρα, κάτι γίνεται σε πείσμα όλων των αναπόδραστων. Εμφανίζεται ζωή στην ερημιά: μια επισκέπτρια σε ένα χωριό που μετρά μέρες πριν την κατάρρευση, και μια Χιονάτη που θυμίζει τι μπορεί να σημαίνει αγάπη σε μια γυναίκα που περίμενε μόνο τον χειμώνα.
Το βιβλίο είχε μια καλή βάση αλλά χάθηκε στην πορεία. Οι περιγραφές στην αρχη της ιστορίας ήταν πολύ ωραίες, μια γυνάικα μόνη της, απομονωμένη στο χιονισμένο τοπίο παλεύοντας με τον εαυτό της. Αν έμενε εκεί με τις πολύ όμορφες περιγραφές, προσπαθώντας να βρει τον εαυτό της και να αναπωλήσει, θα ήταν ένα πολύ όμρφο βιβλίο. Νομίζω η συγγραφέας προσπάθησε για το κάτι παραπάνω το οποίο δεν χρειαζόταν.
[... ]Όπως είχες λυπηθεί πριν τα σκυλιά και τα γατιά, τον Ποιητή και τον νεαρό του. Και δε σου έφτανε που λυπήθηκες αυτόν, αργότερα λυπήθηκες και τον «εγγονό» σου εδώ η φωνή της Άλλης ήταν φανερά ειρωνική, σαρκαστική, σκληρή, τη νύφη και τους υπόλοιπους. Ώστε στην υγειά των παιδιών»; Τι άλλο να περιμένουμε πια; Καλά που δε σε είδα να χορεύεις και ζεϊμπέκικο... Έχεις γίνει πάλι ευαίσθητη, ευάλωτη, μοιράζεις κομμάτια σου, σπαταλιέσαι. Σπαταλιέσαι για ένα ευχαριστώ.[...]
Η Ευγενία Φακίνου διαβάζεται από την καρδιά, την οποία η αφηγηματική της δεινότητα κάνει να χτυπά σαν το χαλάζι πάνω σε μεταλλική επιφάνεια. Αδιαμφισβήτητα από τα καλύτερα και πιο ζωντανά, "δικά" της βιβλία.
Ένα βιβλίο σταθμός στη ζωή μας. Για τους δαίμονες που σφηνώνουν στο μυαλό μας, την καταπιεσμένη αγάπη μέσα μας , για τις ανοιχτές πληγές. Η Φακίνου είναι μοναδική σε αυτό που ξέρει να κάνει εδώ και χρόνια . Ευχαριστώ πολύ !
Το διάβασα 2 φορες όμως δεν κατάφερα να ταύτιστω με κανέναν ήρωα του βιβλίου. Μου άρεσε η γραφή όμως από την αρχή ως το τέλος με περιέβαλλε μια θλιψη,η οποία φαντάζομαι ήταν και το ζητούμενο.