1854: Μια επιδημία χολέρας ξεσπά στην Αθήνα και στον Πειραιά και σπέρνει τον πανικό και τον θάνατο στους δύστυχους κατοίκους της πρωτεύουσας. Το σύντομο αυτό αφήγημα, που στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά δείγματα της γραφής του Εμμανουήλ Λυκούδη (1849-1925). Περιγράφει με δραματικό τρόπο την κατάσταση στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της επιδημίας, που κατά τους ιστορικούς μεταδόθηκε από τα ξένα στρατεύματα.
«Δυστυχισμένη θεοκατάρατη χρονιά. Ποιος θα λησμονήση τι κακά έσυρε μαζί της; Είναι κάτι χρόνοι, όπου τραβούν οπίσω τους τα βάσανα, τις συμφορές, αλυσίδα βαρειά, ατέλειωτη αλυσίδα που σέρνεται στα στήθια. ... Πώς μας ήρθε λοιπόν η θεοκατάρατη Ξένη; Πολλά λένε. Αλλά περισσότερο επιστεύθηκε πως μπήκε κρυφά επιβάτης και κρύφτηκε κάτω βαθειά, στο μπαλαούρο, μέσα σε μια καμαρωμένη φρεγάδα, χυτή, χαριτωμένη, που ήρχουνταν στον Πειραιά φορτωμένη στρατό για την Κριμαία.»
Ο Εμμανουήλ Λυκούδης ανήκει στους πεζογράφους της λεγόμενης λογοτεχνικής γενιάς του 1880. Έγραψε κείμενα κυρίως στην καθαρεύουσα και σε μια συντηρητική δημοτική. Ήταν μέλος και πρόεδρος το 1875 του φιλολογικού συλλόγου Παρνασσός. Το μεγαλύτερο μέρος του αφηγηματικού του έργου δημοσιεύτηκε στα έντυπα με τα οποία συνεργάστηκε. Άρχισε να το εκδίδει μόνο τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του. Το 1923 τιμήθηκε με το Εθνικόν Αριστείον των Γραμμάτων και των Τεχνών
Το έργο του κινείται στα ευρύτερα πλαίσια της ελληνικής ηθογραφικής παραγωγής, με τη διαφορά πως τοποθετεί τη δράση των έργων του σε αστικό περιβάλλον. Όλα του τα έργα είναι γραμμένα με επιμέλεια αλλά είναι ψυχρά και χωρίς πνοή. Κυριαρχούν τα ανθρωπιστικά αισθήματα, η συμπάθεια του συγγραφέα προς τους ήρωές του και το πεσιμιστικό πνεύμα.
Το 1854 η Αθήνα υποφέρει από επιδημία χολέρας και ο συγγραφέας, χρόνια μετά, αποφασίζει να γράψει γι' αυτήν. Βασισμένος σε δημοσιεύματα της εποχής, περιγράφει τις δραματικές καταστάσεις που έζησαν οι άνθρωποι εκείνη τη χρονιά, τον φόβο, την απομόνωνση, την απώλεια, την άρνηση. Εικόνες, συχνά πολύ σκληρές και καταστάσεις στενάχωρες που ανάλογές τους βρίσκει κανείς σε κάθε περίπτωση επιδημίας, που βιώνουμε και στη σημερινή πανδημία.
Η περιγραφή της επιδημίας χολέρας που είχε αποδεκατίσει την Αθήνα του 1854. Το τελευταίο τρίτο της αφήγησης αναφέρεται στην τραγική ιστορία του μπαρμπά Μήτρου του Πλέξηδα, κατοίκου της Πλάκας, ο οποίος έλειπε στα κτήματα του στο Καπανδρίτι όταν έπεσε στην πόλη η επιδημία. Επιστρέφοντας, αντικρύζει για πρώτη φορά και μαθαίνει για τη συμφορά που χτύπησε την πόλη.