Το συγκεκριμένο βιβλίο το περίμενα εδώ και πολύ καιρό. Αρκετό καιρό πριν μάθω την είδηση του πρόωρου θανάτου του Philip Kerr, που έγινε αυτομάτως ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς από την πρώτη κιόλας στιγμή της "γνωριμίας" μας. Το ήθελα αυτό το βιβλίο με αφιέρωσή του σε κάποια επίσκεψή του στη χώρα μας. Τελικά, έμεινα με την επιθυμία... Και διάβασα το "Φοβού τους Δαναούς" με ένα γλυκόπικρο συναίσθημα απώλειας και τετελεσμένου, αποχαιρετώντας ουσιαστικά τον συγγραφέα του. Παρόλο που δεν είναι αυτό το τελευταίο του βιβλίο, αλλά το "Metropolis" - που, λογικά, θα κυκλοφορήσει και στη χώρα μας μέσα στο '19.
Είναι οπωσδήποτε ένα ιδιαίτερο βιβλίο. Ένα βιβλίο με έντονο 'ελληνικό' άρωμα. Ένα βιβλίο που ίσως ξενίσει -και ξινίσει- αρκετούς. Θέλω μόνο να θυμίσω πως ο συγγραφέας του δεν ήταν εμπαθής, δεν ήταν κακοπροαίρετος, δεν ήταν μανιακός ή ανθέλληνας. Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς -εκτός από το ίδιο το έργο του- και μέσω οποιασδήποτε συνέντευξής του. Ήταν πιστός καταγραφέας των γεγονότων μιας ολόκληρης περιόδου και πάντα στηριζόταν στην έρευνα και τα ιστορικά στοιχεία για όσα έγραφε. Τα αποτελέσματα των εκάστοτε ερευνών του τα ενσωμάτωνε στην αμιγώς λογοτεχνική αφήγηση με τέτοιον τρόπο, που μερικές φορές δεν ήξερες πού τελειώνει η ιστορική πραγματικότητα και πού ξεκινά η φανταστική πλοκή. Δεν έχουν όλοι οι συγγραφείς το χάρισμα του Kerr ως προς αυτό.
Τι να πω;
Ότι δεν αναγνώρισα τα... διαχρονικά ελληνικά ελαττώματα που αναφέρονται στις σελίδες του βιβλίου; Δεν θα το πω.
Ότι δεν αποτυπώνονται σ' αυτές τις σελίδες κάποιες αλήθειες για τη χώρα μας και μια μεγάλη μερίδα του λαού μας; Δεν θα το πω.
Ότι σε καμία περίπτωση δεν ένιωσα θιγμένη προσωπικά -εγώ και το πατριωτικό μου αίσθημα- αλλά αναγνώρισα απλά την αντικειμενική (ιστορική και μη) αλήθεια και, στην τελική, το δικαίωμα ενός συγγραφέα να διαμορφώνει την αφήγησή του όπως εκείνος θέλει και να αναφέρει κάποια αρνητικά χαρακτηριστικά και για μια μερίδα Ελλήνων; (μην ξεχνάμε πως το ίδιο κάνει και για άλλες χώρες της Ευρώπης κατά καιρούς στα βιβλία του.) Δεν θα το πω.
Ότι με θλίβει που αυτά τα διαχρονικά στοιχεία/γεγονότα/περιστατικά που αναφέρει ο Kerr και αφορούν τα τέλη της δεκαετίας του '50 ισχύουν ακόμα και σήμερα, παραπάνω από μισό αιώνα μετά, κάνοντας ουσιαστικό κακό στη χώρα και τους πολίτες της, παρόλο που πολλοί δεν θέλουν να το αποδεχτούν; Θα το πω.
Ότι δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν να μην αρέσει στον Μπέρνι η ελληνική κουζίνα; Θα το πω.
Ότι ήδη νιώθω να μου λείπει ο Μπέρνι και ο Kerr δεν με παρηγορεί ούτε το γεγονός πως υπάρχουν ακόμα 4 βιβλία του συγγραφέα που δεν έχουν εκδοθεί στη χώρα μας ακόμη, αλλά ευελπιστώ να γίνει αυτό μελλοντικά; Κι αυτό επίσης θα το πω.
Η κριτική μου για το βιβλίο όπως είχε δημοσιευτεί στο site "Book City":
Υπάρχουν ορισμένα βιβλία που τα διαβάζεις με ένα γλυκόπικρο συναίσθημα. Το «Φοβού τους Δαναούς» του Philip Kerr το περίμενα με πολλή προσμονή, μιας και η υπόθεσή του εκτυλίσσεται στη χώρα μας. Τελικά ο πρώιμος, αναπάντεχος θάνατος του συγγραφέα με έκανε, για πρώτη φορά στα χρονικά, να διαβάσω μια ιστορία του Μπέρνι Γκούντερ με έναν κόμπο στον λαιμό…
Βρισκόμαστε στο 1957. Ο Μπέρνι Γκούντερ ζει στο Μόναχο με ψεύτικη ταυτότητα και δουλεύει ως πραγματογνώμονας σε μια ασφαλιστική εταιρία. Από τις πρώτες του αποστολές είναι να ταξιδέψει στην Αθήνα προκειμένου να διερευνήσει την υπόθεση ναυαγίου ενός σκάφους που έψαχνε για αρχαιοελληνικούς θησαυρούς. Ο Μπέρνι θεωρεί πως πρόκειται για κάτι απλό, που δεν θα του πάρει πολύ χρόνο.
Όλα περιπλέκονται όταν ο ιδιοκτήτης του βυθισμένου σκάφους βρίσκεται νεκρός και η αστυνομία ανακαλύπτει τον Μπέρνι στον τόπο του εγκλήματος. Τώρα θεωρείται ύποπτος και ο Έλληνας αστυνομικός που έχει αναλάβει την υπόθεση του προτείνει να συνεργαστεί μαζί του προκειμένου να συλληφθεί ο ένοχος, έτσι ώστε να επιστρέψει στον Μπέρνι το διαβατήριό του για να μπορέσει να γυρίσει στη Γερμανία.
Για μια ακόμα φορά ο Μπέρνι Γκούντερ βρίσκεται άθελά του μπλεγμένος σε μια υπόθεση που, όσο προχωρά η έρευνα, αποδεικνύεται πιο σκοτεινή και βρόμικη απ’ ό,τι δείχνει. Δολοφονίες, ίντριγκες, δολοπλοκίες, διαφθορά και η δυσοίωνη σκιά των εγκλημάτων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου -που συνεχίζει να πέφτει βαριά επάνω στους Έλληνες κάνοντάς τους να βλέπουν σχεδόν με μίσος οτιδήποτε γερμανικό και οποιονδήποτε Γερμανό- τυλίγουν στα πολύπλοκα δίχτυα τους τον Μπέρνι. Είναι πιθανόν το κλειδί της υπόθεσης να κρύβεται πίσω, στα χρόνια του πολέμου. Ο Μπέρνι θα πρέπει όχι μόνο να ανακαλύψει τα μυστικά που κρύβουν παλιές ενέργειες Ναζί και δοσίλογων, αλλά και την ταυτότητα ενός δολοφόνου που κυκλοφορεί ελεύθερος και επικίνδυνος. Όλα αυτά με φόντο τη μεταπολεμική Ελλάδα, που ψάχνει να βρει τον εαυτό της και να αφήσει πίσω της όσα συνέβησαν στον Πόλεμο και τον Εμφύλιο…
Στη δέκατη τρίτη περιπέτειά του, ο Μπέρνι Γκούντερ κοντεύει τα εξήντα και μοιάζει πιο κυνικός, πιο απαισιόδοξος και πιο παραιτημένος από ποτέ. Έχοντας ζήσει μια γεμάτη ζωή, αυτό που επιθυμεί περισσότερο είναι η ηρεμία· όμως φαίνεται πως δεν είναι το τυχερό του. Διατηρεί ακέραια τα χαρακτηριστικά που έχουμε γνωρίσει κι αγαπήσει σ’ εκείνον – τον κυνισμό, τον σαρκασμό, τη δυσπιστία, τη λεπτή ειρωνεία, την αγάπη και την αδυναμία του στο γυναικείο φύλο. Ταυτόχρονα, βρίσκει τρόπο να εκφράσει τις σκέψεις πολλών άλλων, βλέποντας μια ακόμα χώρα-θύμα του ναζισμού, που προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της και να γιατρέψει τις πληγές της. Λυπάται και θυμώνει, συνειδητοποιώντας πως οι Ναζί στην πλειοψηφία τους δεν πλήρωσαν ποτέ για τα εγκλήματα που διέπραξαν στον πόλεμο και διαπιστώνοντας πως η Ελλάδα θα είναι πάντα μια χώρα που θα άγεται και θα φέρεται σύμφωνα με τα συμφέροντα των άλλων δυνάμεων. Ανακαλύπτει τα θετικά στοιχεία των Ελλήνων, καυτηριάζει με τον δικό του μοναδικό τρόπο όλα τα κακώς κείμενα εκείνων αλλά και της χώρας (κάποια από αυτά είναι τρομακτικά διαχρονικά, αν το σκεφτεί κανείς!), εντυπωσιάζεται από τον Παρθενώνα αλλά και τις Ελληνίδες.
Όπως συμβαίνει σε όλα τα βιβλία του, έτσι και εδώ είναι φανερή η έρευνα του συγγραφέα σε όλα τα επίπεδα, προκειμένου να αποδώσει μια πιστή και περιγραφική εικόνα της Ελλάδας και της γενικότερης κατάστασης που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Ο Kerr έχει κατηγορηθεί από αρκετούς ως ανθέλληνας, κάτι που δεν ισχύει. Η πένα του ήταν ανέκαθεν αιχμηρή, ανεξαρτήτως προσώπων ή γεγονότων, ποτέ όμως κακοπροαίρετη ή εμπαθής. Όλα όσα αναφέρει για τη χώρα μας προέκυψαν μέσα από προσεκτική έρευνα, ιστορικά ντοκουμέντα και μαρτυρίες. Το ίδιο και για ό,τι αφορά τα υπαρκτά, αλλά και τα φανταστικά πρόσωπα της ιστορίας, που τα έχει «προικίσει» με διάφορα (θετικά και αρνητικά) χαρακτηριστικά της φυλής μας. Άλλωστε, ένα από τα γοητευτικότερα στοιχεία των βιβλίων του Kerr είναι ο ρεαλιστικός τρόπος που ενσωματώνει τις εκάστοτε «επώνυμες» προσωπικότητες της κάθε εποχής μέσα στην πλοκή – τις προσωπικές τους ιστορίες, τα πάθη, τα λάθη, τα εγκλήματα, τα μυστικά τους.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στην αναφορά του συγκεκριμένα στην υπόθεση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Μια πτυχή του Πολέμου που ίσως δεν είναι τόσο γνωστή όσο άλλες, όμως αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα των Ναζί στη χώρα μας, για το οποίο ουσιαστικά δεν λογοδότησε ποτέ κανείς. Στο βιβλίο αυτό, λοιπόν, ο συγγραφέας δεν επικεντρώνεται σε παλιές αναμνήσεις του Γκούντερ από τα χρόνια του πολέμου στη Γερμανία αλλά στα εγκλήματα πολέμου στην Ελλάδα, μια χώρα που αδιαμφισβήτητα υπέστη πάμπολλα δεινά κατά τη διάρκειά του.
Το «Φοβού τους Δαναούς» θεωρείται λανθασμένα ως το κύκνειο άσμα του Kerr, αφού ο συγγραφέας πρόλαβε πριν τον θάνατό του να ολοκληρώσει ακόμα ένα, το «Metropolis». Ειδικά για τους Έλληνες αναγνώστες, όμως, έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί επιτέλους βλέπουμε τον Μπέρνι περιβαλλόμενο από ελληνικό άρωμα: από τα τσιγάρα Καρέλια και τις βόλτες στα στενά σοκάκια της Πλάκας, μέχρι τα τουριστικά σουβενίρ στα μαγαζιά και την ελληνική κουζίνα που απεχθάνεται (σκάνδαλο αυτό!), όλο το βιβλίο αποπνέει μια αίσθηση νοσταλγίας για μια εποχή δύσκολη, περίεργη, σκοτεινή εν μέρει, όμως εντελώς δική μας. Ιστορία μας, κληρονομιά μας, παρελθόν μας.
Το βιβλίο αποτελεί έναν «προσωπικό» αποχαιρετισμό σε μια συναρπαστική συγγραφική και αναγνωστική περίοδο που χάθηκε νωρίς και οριστικά, μαζί με τον δημιουργό της. Έναν συγγραφέα που κατάφερε όχι μόνο να δημιουργήσει έναν ήρωα που αγαπήθηκε πολύ, αλλά να αναπλάσει πιστά μια ολόκληρη ιστορική περίοδο και να αφήσει πίσω του μια μεγάλη παρακαταθήκη, καθώς και το δικό του, προσωπικό, αναλλοίωτο και ανεξίτηλο αποτύπωμα στο είδος της νουάρ αστυνομικής λογοτεχνίας.