Αθήνα 1930. Μέσα στη δίνη του αμερικανικού κραχ και της οικονομικής κρίσης στην Ευρώπη, η Ελλάδα αναζητά ένα νέο δάνειο. Η πόλη προσπαθεί ακόμα να αφομοιώσει τα κύματα των προσφύγων και να αντιμετωπίσει το καινούργιο έγκλημα. Ο Φιλότιμος Βάκχος, ως κοσμικογράφος στα Αθηναϊκά Νέα, ξέρει πολύ καλά πώς να φυλάει μυστικά αλλά και πώς να τα ξετρυπώνει. Όταν ο Αμερικανός επιχειρηματίας και σύζυγος της αδελφικής του φίλης ζητά τις υπηρεσίες του, ο Βάκχος δεν υποπτεύεται τον κίνδυνο. Μια ομάδα επιχειρηματιών έχει βάλει στόχο τον υποδιοικητή της Αστυνομικής Διεύθυνσης και αναθέτει στον Βάκχο να συγκεντρώσει ενοχοποιητικά στοιχεία για την παράνομη δράση του. Η έρευνά του θα τον φέρει σε επαφή με τον μεθυστικό κόσμο της νεοσύστατης κινηματογραφικής παραγωγής στην Ελλάδα και τον χώρο του ρεμπέτικου και του περιθωρίου. Όταν ανακαλύπτει όμως ένα δίκτυο ανδρικής πορνογραφίας που απειλεί τις υπολήψεις ισχυρών ανδρών του πολιτικού και οικονομικού βίου, είναι αργά για να ξεφύγει. Μέσα από μια σειρά καταιγιστικών ανατροπών, ο Βάκχος έρχεται αντιμέτωπος με τα δικά του μυστικά και βρίσκει τον μοναδικό σύμμαχο στο πιο τρομακτικό πρόσωπο από το σκοτεινό του παρελθόν.
Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος, ο Γιάννης Σκαραγκάς έχει στο ενεργητικό τα βιβλία Επιφάνεια (2002), Η πατρίδα της αφής (2004), Το αινιγματικό βλέμμα του αγγέλου (2008), Ο ουρανός που ονειρεύτηκες (2014) και Τρία θεατρικά (2015), ενώ συμμετείχε στην ανθολογία Mode und Moden (Ελβετία, 2016). Έχει εργαστεί για πάνω από μία δεκαετία στον χώρο της τηλεόρασης και του κινηματογράφου. Γράφοντας στα ελληνικά αλλά και στα αγγλικά, διηγήματα και ποίησή του δημοσιεύονται την τελευταία δεκαετία σε αμερικανικά έντυπα όπως World Literature Today, Copper Νickel, American Chordata, The Charles Carter, Tower Journal, Spilled Milk, Midnight Circus κ.ά. Είναι μέλος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και υπότροφος του ιδρύματος Fulbright. Έχει γράψει επτά θεατρικά έργα στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει τιμηθεί ως συγγραφέας από κορυφαία ιδρύματα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
Ο Φιλότιμος Βάκχος είναι κοσμικογράφος στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα» και ζει στην Αθήνα της δεκαετίας του 1930. Όταν ένας Αμερικανός επιχειρηματίας, που βλέπει πως τα επενδυτικά του σχέδια δεν ευοδώνονται, βάζει στο στόχαστρο τον αστυνόμο Γρηγόρη Ζάρμπα που φταίει για την κωλυσιεργία, ζητά από τον δημοσιογράφο να του βρει στοιχεία που λασπώνουν το όνομα του εχθρού του. Αυτή είναι η αρχή μιας συναρπαστικής περιπέτειας που θα οδηγήσει τον Τίμο στα μονοπάτια του ρεμπέτικου και στα ίχνη ενός κυκλώματος αρσενικής πορνείας, σταδιακά όμως πίσω στο δικό του σκοτεινό παρελθόν.
Το νέο βιβλίο του Γιάννη Σκαραγκά σε πρώτη ανάγνωση δείχνει να είναι ένα αστυνομικό και κοινωνικό μυθιστόρημα που φωτίζει ενδιαφέρουσες πτυχές της ελληνικής κοινωνίας, τον κλάδο του πρωτοεμφανιζόμενου κινηματογράφου, τις οικονομικές ανάγκες της χώρας μετά το κραχ του 1929 και άλλα, όσο προχωράει όμως η πλοκή βυθίστηκα σε μια σειρά από αλλεπάλληλα γεγονότα που ανέτρεψαν τους ίδιους τους χαρακτήρες και δημιούργησαν νέες καταστάσεις, ριζικά αντίθετες από αυτές που γνώρισα στην αρχή. Είναι από τα ελάχιστα μυθιστορήματα που έχω διαβάσει ως τώρα που γκρεμίζει σταδιακά τις πρώτες σχέσεις μεταξύ των ηρώων και φέρνει στην κυριολεξία τούμπα τα πάντα: σκέψεις, αντιλήψεις, συμπεριφορές και αισθήματα!
Όταν ξεκίνησα να το διαβάζω, συγκρότησα στο μυαλό μου τη ζωή του Τίμου με την Αμαλία Χαιρέτη και τον άντρα της, με τη δουλειά του στην εφημερίδα, μια θέση ισχύος για όσα θα διαδραματιστούν, με τα ίχνη που ακολουθεί για να ανακαλύψει αμαρτωλά μυστικά του Ζάρμπα και όταν φτάσαμε στο κύκλωμα της πορνείας κατάλαβα πως είχαμε μπει σε μια πολύ καλή σειρά που θα λήξει με την εύρεση των ζητούμενων και με τη λύση μιας δολοφονίας που ανέλαβε ταυτόχρονα ο Ζάρμπας. Και τότε, ράγισε ο καθρέφτης που με άφησε ο συγγραφέας να βλέπω και μου έδειξε τα πραγματικά γεγονότα. Τα πιόνια άλλαξαν στρατόπεδα, οι πραγματικές ταυτότητες αποκαλύφθηκαν και άρχισε ένα ανελέητο κυνηγητό για την αλήθεια που κρύβεται πίσω από όλα αυτά και για το πού θα οδηγηθούν οι ήρωες!
Οι χαρακτήρες είναι διαλεγμένοι πολύ προσεκτικά. Ο Φιλότιμος Βάκχος είναι αμφίθυμος και μποέμ, δεν κρατάει τους τύπους, συμπεριφέρεται υπερβολικά φιλικά ή ασύλληπτα απόμακρα, ζει στη «λαϊκή συνοικία του Κολωνακίου». Φίλη του είναι η Αμαλία Χαιρέτη, παντρεμένη με τον Αμερικανό επιχειρηματία Σάνφορντ, η οποία χρειάζεται στη ζωή της τον δημοσιογράφο και για να το πετύχει αυτό αποφασίζει να του συστήσει γυναίκες του κύκλου της για να τον παντρέψει. «Αυτός ήταν ο τρόπος της… να μιλά για τα συναισθήματά της. Της ήταν πιο εύκολο να τα μοιράζεται από το να τα περιγράφει. Γιατί στο τέλος ήταν η ίδια καρδιά, με την ίδια χωρητικότητα και τις ίδιες αντοχές, απλώς άλλες φορές χτυπούσε σαν πόρτα που ετοιμάζεται να κλείσει και άλλες σαν κατάρτι που κοντεύει να σπάσει» (σελ. 81).
Ο Σάνφορντ είναι ο εκπρόσωπος της αμερικανικής εταιρείας που έχει υπογράψει με το ελληνικό Δημόσιο για την ανάπτυξη και την κατασκευή των έργων ύδρευσης στην πρωτεύουσα. Αναθέτει στον Τίμο μια δουλειά που τον μειώνει και τον ταπεινώνει ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτει πως ξέρει πράγματα για τη ζωή του, κάτι που ο δημοσιογράφος πρέπει πάση θυσία να ανακαλύψει το πώς. Ο αστυνομικός υποδιοικητής Γρηγόρης Ζάρμπας είναι το παιδί που το έσκασε από την οικογένειά του και μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, δύστροπος και απωθητικός. Μισεί την Αθήνα: «Κανένας δεν μπορούσε να βάλει σε τάξη την Αθήνα, ούτε ο Βενιζέλος ούτε οι σύμμαχοι. Μόνο ο Ζάρμπας μπορούσε να το καταφέρει. Μόνο εκείνος διάβαζε την ψυχή της, ένας μοναχικός μάντης κακών που μπέρδευε τους χρησμούς με τα σφάγια» (σελ. 24-25). Γνωστό κάθαρμα που διευκολύνει τον υπόκοσμο παριστάνοντας τον μαχητή της ηθικής, με τη συμπεριφορά του δυσκολεύει φίλους του Σάνφορντ που θέλουν να επενδύσουν στην Ελλάδα, και γι’ αυτό ο επιχειρηματίας αναθέτει στον Τίμο να βρει στοιχεία για την παράνομη δράση του.
Εκτός αυτών, έχουμε τον Βίκτωρα, τρόφιμο του ψυχιατρικού νοσοκομείου στο Χαϊδάρι: «Δεν ζούσε αποκομμένος σ’ έναν δικό του κόσμο. Τον αποθάρρυνε όμως η πραγματικότητα και την ανεχόταν για λόγους περηφάνιας, επειδή το ενδεχόμενο να παραιτηθεί τελείως τον πρόσβαλλε αντί να τον ανακουφίζει. Δεν ήταν άρρωστος αλλά διαφορετικός. Η ζωή δεν τον ματαίωνε αλλά τον δυσκόλευε… επινοούσε έναν διαφορετικό χρόνο, χώριζε τον κόσμο σε κομμάτια και τον εμπόδιζε να τον συναρμολογήσει με ταχύτητα για να μπορεί να τον αντέχει» (σελ. 88-89). Από τι κρύβεται; Τι κακό έκανε; Γιατί βλέπει τον διάολο στον ύπνο του να του λέει: «-Πριν κοιμηθείς με τον διάβολο, να θυμάσαι ποιος είσαι»; Όποιος τον έκλεισε εκεί, γιατί το ένιωσε ως μοναδική του ευκαιρία να συγχωρεθεί για όσα είχε κάνει; Τέλος, η Νινή είναι μια πόρνη που έχει αγκαλιάσει με αγάπη τον Τίμο και, παρ’ όλο που παίζει σχετικά δευτερεύοντα ρόλο είναι από τις πιο γλυκές και αθώες παρουσίες του κειμένου, την αγάπησα και τη συμπάθησα.
Το πτώμα ενός νεαρού με τατουάζ εκκινεί την ιστορία μας. Είμαστε στην εποχή που οι πρώτες κινηματογραφικές ταινίες στην Ελλάδα είναι γεγονός και ο σκηνοθέτης Ορέστης Λάσκος ετοιμάζει τη «Δάφνι και Χλόη», μόνο που συναντάει προβλήματα στην παραγωγή και τον πάνε από αναβολή σε αναβολή. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα, εφόσον ο νεκρός είναι ηθοποιός που θα έπαιζε στην ταινία του! Ναι, στο μυθιστόρημα εμφανίζεται και ο Έντισον Βήχος! Τι ρόλο όμως παίζουν στο περιβόητο κύκλωμα «Παρθενών»; Χμ…. Από το μυθιστόρημα περνάει και ο Μάρκος Βαμβακάρης όταν η ιστορία εξελίσσεται στα στενοσόκακα του Πειραιά και έτσι ντύνεται με τα πλουμίδια της ρεμπέτικης ιστορίας μέσα από τους πρωταγωνιστές του μουσικού αυτού κινήματος που καλωσορίζει τον νεοαφιχθέντα φωνογράφο!
Στη σκιά του Κραχ του 1929 και της ανοικοδόμησης με αφορμή την ανταλλαγή των πληθυσμών αρχίζει να χτίζεται πετραδάκι πετραδάκι ένα σαθρό οικοδόμημα ανδρικής πορνείας που έχει τα πλοκάμια του ακόμη και στο καλλιτεχνικό κύκλωμα: «Τι ύπουλη μοίρα… Να μην έχεις καμιά ελπίδα ν’ αποκτήσεις σχήμα χωρίς τις χούφτες κάποιου τυχαίου πάνω σου» (σελ. 103). Άλλο ένα θετικό χαρακτηριστικό του κειμένου, που δείχνει πόσο σκληρά δούλεψε ο συγγραφέας πάνω σε αυτό, είναι ο λανθάνων ερωτισμός που υπάρχει σε όσες ομοφυλικές σχέσεις σχηματίζονται κατά την εξέλιξη της πλοκής. Ο τρόπος που πλησιάζουν οι πληρωμένοι εραστές νέους πελάτες, η σχέση μεταξύ δύο αντρών που γνωρίζονται σε ένα νυχτερινό κέντρο και συγκατοικούν και άλλα περιστατικά αφήνουν σαφή υπονοούμενα για ερωτισμό και σαρκικό πόθο, κάτι που ποτέ όμως δε δίνεται γραπτώς. Ειδικά η τελευταία σχέση, που γίνεται ακόμη και αντικείμενο συζήτησης με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα, ποτέ δε βγαίνει στο φως, ποτέ δεν απογυμνώνεται, περιγράφεται αντιθέτως με προσεγμένες λεπτομέρειες και με τόσο τρυφερό τρόπο που όταν ήρθε η ώρα μιας γενναίας απόφασης με έκανε να δακρύσω.
Εκτός από τη διεισδυτική ματιά του συγγραφέα στην καλή και όχι μόνο κοινωνία της Αθήνας υπάρχουν και προσεγμένες «προφητείες» για την οικονομική και συναλλαγματική κατάσταση της Ευρώπης και της Αμερικής την ίδια περίοδο, που αναγκάζουν τις χώρες να προχωράνε με δισταγμό και αφόρητη πίεση προκειμένου ν’ αποφύγουν την έξοδο της λίρας και του δολαρίου από τη χρυσή βάση, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ενίσχυση της Γερμανίας που δεν μπορούσε να πληρώσει ούτε καν τις πολεμικές αποζημιώσεις: «-Είστε τυχεροί που υπάρχει η Αμερική για να σας βοηθήσει. -Αυτή είναι η μοναδική γέφυρα για το μέλλον; -Η πιο ανώδυνη» (σελ. 108). Ο κόσμος είναι σε μεταβατικό στάδιο αλλά ποια πλευρά ήταν πιο επικίνδυνη; «…αυτοί που είχαν κληρονομήσει τον κόσμο ή εκείνοι που τον άρπαξαν από ανάξια χέρια» (σελ. 211);
Ιδού πόσο εύληπτα και ρεαλιστικά δίνεται η ταυτότητα της ελληνικής πρωτεύουσας: «Η πόλη αυτή δεν είχε φτιαχτεί για ανθρώπους. Ήξεραν τι έκαναν εκείνοι που είχαν θελήσει να την κάνουν προτεκτοράτο του πολιτισμένου κόσμου. Αυτή η γη είχε ρουφήξει τόσο πολύ αίμα μέσα στους αιώνες που μόνο τα κτήνη μπορούσαν να ξαποστάσουν πάνω της. Δεν άντεχε το καλό και το άξιο, τα έφτυνε σαν συλλυπητήρια από στόμα σε στόμα. Προτιμούσε τα κατορθώματα κάποιων αρχαίων παππούδων και τις ιδέες τους αλλά σαν μνημεία, όχι σαν πραγματική ζωή. Σε αυτήν την πόλη ήσουν πρόσφυγας, εγκληματίας ή υπνοβάτης. Και στις τρεις περιπτώσεις χρειαζόσουν λεφτά, τα λεφτά κάποιου άλλου, που είτε τον είχες θάψει είτε τον ανεχόσουν στον σβέρκο σου» (σελ. 24). Ακόμη χειρότερα: «Αυτή ήταν η νυχτερινή Αθήνα στην καινούργια δεκαετία. Αυτή η αναστάτωση των φιλόδοξων, κάποιοι επίγονοι σε ένα κατάστρωμα που μάλωναν με κάποιους απογόνους για το πώς θα μοιράσουν τις αποικίες τους όταν θα πιάσουν στεριά» (σελ. 33).
Όπως τόνισα και προηγουμένως, όλα τα πρόσωπα του μυθιστορήματος έχουν και μια σκοτεινή ή κρυφή πλευρά, που εμφανίζεται μόνο όταν είναι η σειρά της να κουμπώσει στο καλοσχεδιασμένο παζλ της πλοκής, κάνοντάς την όχι πιο περίπλοκη αλλά πιο σύνθετη και συναρπαστική, μιας και το κάθε βήμα με έκανε να ανυπομονώ για το επόμενο που θα με φέρει ��ιο κοντά στο τέλος. Ειδικά από τη στιγμή που οι ρόλοι ανατρέπονται, που οι πρωταγωνιστές είδα πως κρατούν τα ηνία για εντελώς διαφορετικούς λόγους απ’ ό,τι άφησε ο συγγραφέας να φανεί και που το παρελθόν ενός ορφανοτροφείου στοιχειώνει αρκετούς από αυτούς η πλοκή απογειώθηκε και το κείμενο έτρεχε με γοργό ρυθμό αλλά συγκρατημένα, χωρίς υπερβολές, χωρίς απιθανότητες, χωρίς εύκολες λύσεις.
«Ο κόσμος νομίζει ότι τρέφεται με το κακό αλλά κάνει λάθος. Δεν είναι το κακό στο οποίο επενδύει αλλά τα μυστικά. Τα πιο σκοτεινά και απόκρυφα τέρατα που καταφέραμε να σβήσουμε με τη σιωπή και τις προσευχές μας, με αυτά χτίζει τη στρατιά του ο σατανάς» (σελ. 38-39). Αυτός είναι ο εφιάλτης που προσπαθεί να ξορκίσει ο συγγραφέας με το νέο του μυθιστόρημα, μια συναρπαστική, ανατρεπτική περιπέτεια σε παλαίστρες, χαμαιτυπεία, κινηματογραφικά στούντιο, τράπεζες και εφημερίδες. Το «Πριν κοιμηθείς με τον διάβολο» είναι ένα δυνατό ψυχογράφημα χαρακτήρων και ταυτόχρονα μια ολοζώντανη τοιχογραφία της δεκαετίας του 1930 μέσα από τους αφανείς ήρωες, τον απλό κόσμο, που όλοι έχουν σχέδια, φιλοδοξίες ή και φοβίες και είτε προσπαθούν να τα αντιμετωπίσουν είτε κρύβονται από αυτά, με ολέθριες συνέπειες γι’ αυτούς και τους γύρω τους. Αναπάντεχες εξελίξεις, δυνατή ιστορία, ρεαλισμός και βαθιά εσωτερικότητα αγκαλιάζουν μια πρωτότυπη ιστορία και την απογειώνουν.
Η απόδειξη ότι το αστυνομικό μπορεί να είναι σημαντική λογοτεχνία και δραματουργία. Εξαιρετικό μυθιστόρημα στο ύφος, στην αφήγηση, στη δομή και στους χαρακτήρες.
Μου συμβαίνει (εξαιρετικά) σπάνια να διαβάζω δεύτερη φορά βιβλίο σε τόσο σύντομο διάστημα απ’ την κυκλοφορία του. Το «Πριν Κοιμηθείς Με Τον Διάβολο» (Εκδόσεις Κριτική, 2020) του Γιάννη Σκαραγκά, απλώς στο επιβάλλει. Το πρώτο μέρος της Τριλογίας του (Φιλότιμου) Βάκχου, είναι ένα σκοτεινό αστυνομικό ψυχογράφημα υψηλότατων απαιτήσεων και ταυτόχρονα μια (ανάγλυφη) κοινωνική τοιχογραφία-ψηφιδωτό της Αθήνας του ’30: τα απόνερα του αμερικανικού κραχ, η οικονομική κρίση, το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας με τις ανταλλαγές πληθυσμών και τους οδυνηρούς-επαχθείς συμψηφισμούς περιουσιών, η αναζήτηση νέων δανείων, το πρόγραμμα ανοικοδόμησης και δημόσιων έργων, η Νέα (όχι κατ’ ανάγκη καλύτερη) Εποχή που ανατέλλει. Ο ήρωας του συγγραφέα, κοσμικογράφος των Αθηναϊκών Νέων, κυκλοφορεί στα σαλόνια της καλής κοινωνίας κρύβοντας επιμελώς το βασανισμένο παρελθόν του, που ανατρέχει στα «ενδότερα» ενός ορφανοτροφείου του Πειραιά.
Μια σειρά από αμφιλεγόμενες φιγούρες τον περιστοιχίζουν: τραπεζίτες, επιχειρηματίες, παραγωγοί του (νεοσύστατου) κινηματογράφου, καλλιτεχνικοί «ιμπρεσάριοι», ρεμπέτες, κουτσαβάκηδες, πληροφοριοδότες και (αμετροεπείς) αστυνομικοί συντάκτες, παλαιστές, αριστοκρατικές τσατσάδες και (απελπισμένες) αρσενικές πόρνες -ένας κόσμος που κινείται στο «Ημίφως», μα κυρίως στο «Σκοτάδι». Και μια εντυπωσιακή ιστορία που ξεδιπλώνεται απ’ τους πρόποδες του Λυκαβηττού ως τα Παντρεμενάδικα και το Δρομοκαΐτειο κι απ’ τα προσφυγικά παραπήγματα και τα αυτοσχέδια ρινγκ της Δραπετσώνας και της Κοκκινιάς μέχρι τα Σφαγεία και τους τεκέδες του Πειραιά -για να καταλήξει (σε ένα αριστοτεχνικής κλιμάκωσης φινάλε) στην ‘εξωτική’ Κηφισιά, που τότε αποτελούσε παραθεριστικό σημείο αναφοράς για τους Αθηναίους. Απ’ τις σελίδες παρελαύνουν ο Ορέστης Λάσκος κι ο Έντισον Βήχος (του «Δάφνις και Χλόη»), αλλά κι ο Μάρκος Βαμβακάρης (σε αναπάντεχο ρόλο). Όλοι οι χαρακτήρες του Σκαραγκά είναι άρτια σμιλεμένοι, δύο ωστόσο παραμένουν αλησμόνητοι στη συνείδηση του αναγνώστη: η σύζυγος του Αμερικανού επόπτη της ULEN και επιστήθια φίλη του ήρωα και ο (τρομακτικός) αστυνομικός υποδιοικητής Αθηνών, με τον οποίο τον συνδέουν (ζοφερές) εκκρεμότητες των εφηβικών χρόνων. Οι (ευφυείς και πολυσύνθετοι) διάλογοι αποτελούν το υπερόπλο του Σκαραγκά, η δημιουργία ατμόσφαιρας υποβλητική-υποδειγματική και η (σαγηνευτικά) ενδοσκοπική ματιά της γραφής του αγγίζει τα επίπεδα ψυχαναλυτικής πρόζας. Προσπαθώ να φανταστώ πόσο υπέροχη ταινία ή τηλεοπτική σειρά θα γινόταν, απ’ την άλλη σκέφτομαι πως τούτο εδώ θα το ζήλευε (δίχως υπερβολή) ακόμη κι ο Καραγάτσης…
Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με φόντο την Αθήνα και Πειραιά του 1930. Μου άρεσε αρκετά λίγο το τέλος θεωρώ υπερβολικό αλλά σε γενικές γραμμές είναι καλογραμμένο με ενδιαφέρον.