«Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τέλος, μα μόνο μια νέα αρχή. Υπάρχει μόνο η παλιά στιγμή και η καινούργια».
Το «Σκιαμάχος» είναι το πρώτο βιβλίο της σειράς «Οι Δεσμώτες της Στάχτης». Κάτι σε αυτόν τον τίτλο με ενοχλεί, δεν ξέρω τι, μου φαινόταν πάντα υπερβολικά μπουκωμένος. Αλλά διαβάζοντας το βιβλίο μπορώ να κατανοήσω την σημασία του και τον υπομένω. Να τονίσω ωστόσο πως η υπόλοιπη ονοματολογία εντός του βιβλίου είναι άψογη και είμαι αναγνώστης, συγγραφέας και άνθρωπος που νοιάζεται ιδιαίτερα για τέτοιες λεπτομέρειες.
Να κάνω κι ένα σχόλιο για την βαθμολογία του Goodreads, η οποία είναι άριστη. Το βιβλίο σε καμία περίπτωση δεν είναι αψεγάδιαστο, τέλειο ή το καλύτερο που διάβασα στη ζωή μου. Ωστόσο φυλάω τα 5άρια μου για βιβλία που θεωρώ ότι κάνουν κάτι εξαιρετικό στο είδος τους ή με κάποιον τρόπο ξεχωρίζουν σ’ έναν τομέα. Το βιβλίο του Βαγγέλη Τσατσαλή λοιπόν θεωρώ πως είναι το καλύτερο ντεμπούτο έλληνα συγγραφέα στο είδος του φανταστικού που έχω διαβάσει έως τώρα. Επίσης πολύ πιθανώς να είναι και το πιο underrated βιβλίο φαντασίας που έχω συναντήσει. Οπότε και με το παραπάνω αξίζει πολλά εύσημα, διότι οι αδυναμίες του δεν επηρεάζουν κατά κόρον την αναγνωστική μου εμπειρία αλλά ούτε και την ουσία του βιβλίου.
Τέλος, να κάνω κι ένα σχόλιο για τον χάρτη. Γενικά, δεν μου λένε κάτι οι χάρτες στα βιβλία, πιστεύω μέσω της αφήγησης θα έπρεπε να μπορούν να είναι όλα κατανοητά. Αν υπάρχουν βέβαια, έχει καλώς, ίσως τους ρίξω μια ματιά. Χαραμίζονται όμως σε τέτοιες αναλύσεις, μεγέθη και χρώματα στις πρώτες σελίδες. Έχω αναφέρει ξανά πως θα μπορούσαν οι χάρτες να βρίσκονται σε ένα διπλωμένο δισέλιδο ή να δίνονται μαζί με το βιβλίο αποκομμένοι διότι απλά υποβαθμίζεται μια εικαστική δουλειά η οποία υπάρχει έτοιμη. Αυτό φυσικά ένα παράπονό μου απ’ τις πρακτικές του εκδοτικού και δεν αφορά το βιβλίο, την βαθμολογία, την κριτική ή τον συγγραφέα και τους άλλους συντελεστές. Είναι όμως μέρος του προϊόντος και οφείλω να το σχολιάσω.
Πάμε να δούμε χωρίς βαριά σπόιλερ λίγα πράγματα για το έργο.
Ας μιλήσουμε λίγο για τους χαρακτήρες. Εξ’ αρχής να πω ότι όλοι είναι καλογραμμένοι και εξυπηρετούν τον σκοπό τους άψογα. Επίσης όλοι έχουν ξεκάθαρα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αλλά και χαρακτήρα, από κανέναν δεν λείπει η ανάπτυξη ή περιττεύει η λογική πίσω απ’ τους σκοπούς του.
(( Sidenote - Ακόμη, έχουμε ένα από τα καλύτερα δείγματα εκπροσώπησης της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας σε βιβλίο φαντασίας. Ξέρω, ξέρω, μην στροβιλίζετε τους οφθαλμούς στο κρανίο σας. Είμαι της άποψης ότι δεν θα έπρεπε κάτι τέτοιο να είναι άξιο αναφοράς, επειδή δεν (θα έπρεπε ιδανικά να) είναι κάτι ξεχωριστό η ύπαρξη χαρακτήρων με ποικίλες σεξουαλικές ταυτότητες/προτιμήσεις σε βιβλία. Ωστόσο, είναι μια ενεργή συζήτηση του εάν υπάρχει εκπροσώπηση και γίνεται καλά σε βιβλία και πολλά βιβλία φορούν σαν παράσημο απλά και μόνο την ύπαρξη ενός χαρακτήρα που δεν είναι ετεροφυλόφιλος. Όχι αυτό το βιβλίο όμως και γι’ αυτό ίσως θα έπρεπε να το αναφέρω, το ότι έχουμε άκρως διακριτική, απόλυτα φυσική LGBTQ παρουσία. Υπάρχει, δεν υψώνεται σε βάθρο μόνο και μόνο επειδή υπάρχει και δεν είναι το μοναδικό γνώρισμα του χαρακτήρα. Like in real life, wow. Απλά, είναι μέρος της κοινωνίας του βιβλίου και κανείς δεν αφιερώνει σελίδες επί σελίδων εντός και εκτός του έργου για να τονίσει πόσο φυσικό είναι. ))
Πιστεύω έχουμε ένα πρωταγωνιστικό τρίγωνο χαρακτήρων:
Του Γιούρακ, Ρέανταν και Κράφιν. Αυτή είναι η κουστωδία που ξεκινώντας σε ένα ταξίδι εκτός του χωριού τους μπλέκεται με την πλοκή και τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Γενικά, υπάρχει το μοτίβο της περιπέτειας, της διαδρομής των ηρώων και ενός coming of age story αλλά ο τρόπος που αποδίδεται μέσα απ’ τα συγκεκριμένα σημεία της πλοκής δεν είναι ο τυπικός. Δεν θα έλεγα ότι βλέπουμε κάποιο subversion γνωστών tropes, αλλά θα έλεγα πως ο Γιούρακ δεν είναι το τυπικό νεαρό αγόρι-πρωταγωνιστής ενός βιβλίου φαντασίας.
Απ’ την άλλη έχουμε μια δεύτερη τριάδα χαρακτήρων:
Ο Μόρσανθ είναι ένας εξαιρετικά καλογραμμένος και ενδιαφέρον χαρακτήρας, μάλλον ο αγαπημένος μου του βιβλίου. Η ικανότητά του να εισβάλλει στην σκέψη είναι ένα άψογο συγγραφικό τέχνασμα για βιβλίο πρωτοπρόσωπης αφήγησης και ταυτόχρονα μια πολύ ιδιαίτερη ικανότητα για έναν μάγο με τον ρόλο του στο βιβλίο. Είναι ένας έμπειρος μάγος, που θέλει να διατηρήσει την μαγεία σ’ έναν κόσμο που κινείται μακριά της και την θέση του στην κορυφή αυτού. Έχει τα vibes ενός σκοτεινού άρχοντα αλλά είναι ένας γκρίζος χαρακτήρας. Στη συνέχεια έχουμε τον Νάκραροτ που μαθητεύει υπό του Μόρσανθ και τον Ντράιγκσιλ που βρίσκεται σε μια… σταυροφορία να σκοτώσει τον μάγο. Το τρίγωνο που δημιουργεί η δυναμική τριβή και οι εξελισσόμενες σχέσεις των τριών ήταν για εμένα το αποκορύφωμα της λογοτεχνικής δεινότητας του συγγραφέα. Το απόλαυσα αρκετά. Επίσης να τονίσω ότι η ικανότητα του Νάκραροτ να δημιουργεί κορακανθρώπινα υβρίδια είναι ό, τι πιο cool έχω δει φέτος σε οποιοδήποτε προϊόν μυθοπλασίας.
Έχουμε πρωτοπρόσωπη αφήγηση λοιπόν. Επικίνδυνη επιλογή. Δύσκολο αφηγηματικό πρόσωπο. Πιστεύω είναι πολύ, πολύ δύσκολο μια αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο να είναι πραγματικά πετυχημένη και καλή. Θα πρέπει ο κάθε χαρακτήρας να έχει την δικιά του ξεχωριστή φωνή, τον δικό του τρόπο σκέψης, τον δικό του τρόπο να σχολιάζει τις καταστάσεις που βιώνει. Εν ολίγοις να μην είναι απλά φανερό πως ο συγγραφέας γράφει το ίδιο για όλους – να μην είναι μια τριτοπρόσωπη αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο. Δύσκολο εγχείρημα. Θα έλεγα πως, ως επί το πλείστον, αυτό εδώ επιτυγχάνεται ικανοποιητικά. Σίγουρα, υπάρχει περιθώριο βελτίωσης για τον συγγραφέα. Θα έλεγα πως μπορεί να δώσει το κάτι παραπάνω, να αποστασιοποιηθεί ένα βήμα περισσότερο απ’ το κείμενο ως αφηγητής που ξέρει τα πάντα και τα μοιράζει σε χαρακτήρες και να μπει βαθύτερα στον κάθε χαρακτήρα ξεχωριστά. Αλλά, αυτό που συναντάμε εδώ – ξαναλέω – είναι ενός καλού επιπέδου πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Δεν το λέω συχνά αυτό, ίσως κιόλας υπερβολικά σπάνια.
Το σημαντικό βέβαια είναι το πώς αποδίδονται τα στοιχεία της πλοκής και η ιστορία μέσα απ’ τις αφηγήσεις. Είναι καταπληκτικό. Ο κάθε χαρακτήρας έχει να πει κάτι διαφορετικά και αυτό συνεπάγεται πως σου μαθαίνει κάτι διαφορετικό για τον κόσμο του βιβλίου, μα κάθε φορά κάτι που βγάζει νόημα να απασχολεί τον συγκεκριμένο χαρακτήρα. Κάθε κεφάλαιο έχει νέες πληροφορίες που βγάζει απόλυτο νόημα γιατί αφορούν τον χαρακτήρα στου οποίου το POV βρισκόμαστε, βγάζει νόημα το τι συνεπάγονται για την πλοκή και βγάζει νόημα γιατί ως αναγνώστης τις μαθαίνω τώρα. Επίσης προσωπικά μου αρέσουν τα info dumps (χωρίς να θέλω αρνητική χροιά σε αυτόν τον όρο) και το lore. Και το βιβλίο είναι πλούσιο σε ιστορία, μυθολογία, μαγεία και φυσικούς νόμους. Λατρεύω που η βασική πλοκή και – ουσιαστικά – τα προβλήματα που ταλανίζουν αυτόν τον κόσμο είναι τόσο άρρηκτα συνδεδεμένα με την φύση και κατ’ επέκταση την καθημερινότητα των ανθρώπων. Υπάρχουν τόσες προεκτάσεις στις βασικές θεματικές που προκύπτουν αβίαστα και είναι φανερό πόσο αγάπη έχει λάβει αυτός ο κόσμος, οι χαρακτήρες και το μαγικό σύστημα. Ο τρόπος γραφής και το ύφος της αφήγησης επίσης συμβάλλουν στο άρτιο του αποτελέσματος. Η γραφή του συγγραφέα δεν είναι κάτι το εξεζητημένο αλλά είναι σε καλό επίπεδο. Είναι άμεση, με γρήγορη ροή και που καλύπτει όσα θέλει να πει εύληπτα.
Ας περάσουμε στα δύο βασικά στοιχεία που με ενοχλούν τώρα.
Αρνητικό πρώτο: Δεν υπάρχουν διάλογοι. Εάν ήμασταν σε γνωστό meme και έλεγε «Γράψε διαλόγους ή τράβα 25», ο Τσατσαλής θα είχε 52 κάρτες στο χέρι. Η αλήθεια είναι πως διάλογοι υπάρχουν, αλλά είναι σαν να μην υπάρχουν και αυτό δεν οφείλεται απαραίτητα στον μικρό αριθμό τους. Ας τα πάρουμε με την σειρά. Ναι, οι διάλογοι είναι ελάχιστοι. Πολλές φορές οι συνομιλίες μεταξύ χαρακτήρων δεν είναι καν διάλογοι. Αυτό σαν ιδέα – στην θεωρία – δεν με πειράζει. Σίγουρα, η ροή υποφέρει σε αυτό και όταν έχουμε συνεχώς πρωτοπρόσωπη από διαφορετικές οπτικές, τα διαλογικά μέρη σπάνε την μονοτονία και βοηθάνε να μην υπάρχει κοιλιά. Αλλά… δεν είναι απαραίτητοι. Αν ο συγγραφέας επέλεγε να γράψει ένα βιβλίο χωρίς διαλόγους, θα μπορούσε να το κάνει με τρόπους ώστε να βγει καλό. Δεν θέλω η κριτική μου να είναι απλά «Just add dialogues bro» και στο επόμενο βιβλίο να πέσω πάνω σε στιχομυθίες χωρίς νόημα. Όχι, εγώ θα προτείνω ότι μπορεί να φτιαχτεί το πρόβλημα δίχως να αλλάξει κατά κόρον η δομή του έργου. Για παράδειγμα, αν το κείμενο ήταν εξ’ ολοκλήρου γραμμένο σε παροντικό χρόνο, αυτό θα δημιουργούσε θέλοντας και μη ένα πολύ πιο ζωντανό κείμενο στο οποίο η έλλειψη διαλόγων θα ήταν λιγότερο εμφανής, κατ’ εμέ. Από τη στιγμή που ο συγγραφέας δεν επέλεξε αυτήν την οδό, θα έπρεπε να φροντίσει κάθε φορά που βλέπουμε έναν απ’ τους μετρημένους διαλόγους να είναι αξιομνημόνευτος. Θα έπρεπε να έχει το mindset «Διάλογος; Θα είναι ο καλύτερος διάλογος που είδες». Μα εδώ εισάγονται μέτρια γραμμένοι διάλογοι. Το πρόβλημα πιστεύω είναι περισσότερο ποιοτικό και όχι ποσοτικό. Όπως και να έχει, θα ήθελα να δω μια λύση στα επόμενα έργα του. Απλά, δεν είναι η πανάκεια απαραίτητα να γραφούν διπλάσια διαλογικά μέρη. Ή μπορεί να λέω χαζομάρες εγώ.
Αρνητικό δεύτερο: Πέρα απ’ τους χαρακτήρες που ονομάτισα πιο πάνω, πιστεύω πως κανέναν άλλος δεν θα έπρεπε να έχει κεφάλαιο με την οπτική του. Δεν θα με πείραζε οι βασικοί χαρακτήρες να είναι περισσότεροι ή τα POV πολυπληθέστερα, μα με πειράζει που εισάγονται οι οπτικές χαρακτήρων μόνο για ένα κεφάλαιο (με εξαίρεση των Σίλερντ και Σαρέσμιρα που δεν ανέφερα). Αλλά άφησαν μια κακή επίγευση αυτά τα μικρά κεφάλαια απ’ τις οπτικές χαρακτήρων που είδαμε μόνο μια φορά την οπτική τους. Λες και δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος να ειπωθεί εκείνο το κομμάτι της πλοκής, άρα η εύκολη λύση είναι ας εισάγουμε την οπτική ενός κομπάρσου που δεν θα δούμε ξανά. Σίγουρα έχω μπει σε nitpicky mode τώρα, αλλά δεν θέλω να δω ξανά κεφάλαιο που ξεκινάει «Ανώνυμος Στρατιώτης» γιατί πριν το διαβάσω έχω μια περίεργη προδιάθεση.
Επομένως, προτείνω αυτό το βιβλίο σε κάθε έναν που δεν το έχει διαβάσει. Έχει πολλά να δώσει, είναι αρκετά πλούσιο σε lore, χαρακτήρες και μια ενδιαφέρουσα πλοκή. Πολύ δυνατό ξεκίνημα σειράς, καλή πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αλλεργία στους διαλόγους. Ό, τι πρέπει για κάθε εσωστρεφή αναγνώστη του φανταστικού.