Ολοκληρώνοντας την τριλογία του Γιώργου είδα τις απορίες μου να γιγαντώνονται: πώς παραμερίζεις έναν καθιερωμένο -για το κοινό σου- ήρωα (Λούκα Κοντρέτι) και θέτεις ως πρωταγωνιστή της νέας ιστορίας σου, αυτόν που στην ουσία ήταν δευτεραγωνιστής προηγουμένως (Τζορτζ Ντόρμερ); Όλοι οι συγγραφείς προσπαθούν να δημιουργήσουν έναν χαρακτήρα, για να τον καθιερώσουν στη σειρά τους και ο Γιώργος δίνει χώρο σε άλλον; Μεγάλο το ρίσκο, αλλά τελικά ευφυέστατο και καινοτόμο.
Το “Κάθε Μυστικό Σου” είναι ένα πολυεπίπεδο, εγκεφαλικό μυθιστόρημα. Ανήκει στο είδος που συνηθίζω να ονομάζω room stories (είμαι γνωστός γλωσσοπλάστης) που παίζουν κυρίως με το μυαλό. Συγκεκριμένα, έξι άγνωστα μεταξύ τους άτομα ξυπνούν μετά από την απαγωγή τους σε ένα υπόγειο. Μόλις συνέρχονται και βάζουν σε μια τάξη τη συγκεχυμένη μνήμη τους, αντιλαμβάνονται ότι και οι έξι είναι κλειδωμένοι σε αριθμημένα κελιά. Τρεις άντρες και τρεις γυναίκες. Κανείς δε γνωρίζει τον λόγο, ούτε τον απαγωγέα, ούτε πώς γνωρίζει τόσες πολλές λεπτομέρειες από τη ζωή τους. Ώσπου εκείνος τους παρουσιάζεται με διπλή υπόσταση.
Όταν αναγγέλλει τους κανόνες του είναι ντυμένος φυσιολογικά, αλλά μακιγιαρισμένος σαν κλόουν (έμμεση αναφορά στο It του Κινγκ ή στον Joker της Marvel, άραγε;). Αυτοσυστήνεται ως Εξαγνιστής. Σκοπός του είναι να οδηγήσει τους αμαρτωλούς φυλακισμένους στη μεταμέλεια, γιατί κάθε ένας από αυτούς έχει διαπράξει ένα ανθρώπινο αδίκημα που αποτελεί βλασφημία για τον Πλάστη. Όποιος εξομολογηθεί το αμάρτημά του ενώπιον όλων και μετανοήσει ειλικρινά, θα αφεθεί ελεύθερος.
Το μόνο που επιθυμεί είναι να συμφωνήσουν μεταξύ τους, με όποιον τρόπο επιθυμούν οι ίδιοι, και ακριβώς τα μεσάνυχτα κάθε ημέρας να του υποδεικνύουν αυτόν που θα εξομολογηθεί και θα μετανοήσει. Διαφορετικά, θα υποστούν συνέπειες. Γενικά, κάθε άρνηση τήρησης των εντολών του Εξαγνιστή επιφέρει στον όποιον αντιρρησία συνέπειες. Πώς, όμως, εξομολογείσαι σε αγνώστους ανείπωτα μυστικά που κατάφερες μετά από πολυετή προσπάθεια να καταχωνιάσεις στα άδυτα της ψυχής σου; Πόσο εύκολο είναι να υποστείς το βασανιστήριο της αναβίωσης των αποτρόπαιων πράξεών σου;
Σε παράλληλη δράση, ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Τζορτζ Ντόρμερ (μόνος, χωρίς τον Λούκα) αφήνει τη Θεσσαλονίκη και βρίσκεται πάλι στην Νάουσα, προκειμένου να αναλάβει μια υπόθεση εκβιασμού. Η πελάτισσά του είναι απεγνωσμένη, μόνη, απροστάτευτη και ανυπεράσπιστη στις σεξουαλικές ορέξεις τριών αντρών. Ήδη η Πρόνοια της έχει πάρει το παιδί και εκείνη προσπαθεί να το πάρει πίσω, με όποιο κόστος, με όποιο αντάλλαγμα. Ακόμη κι αν αυτό (το αντάλλαγμα) έρχεται σε αντίθεση με την καθεστηκυία Ηθική. Τέλος, στο βάθος του χρόνου, ένα Παιδί δέχεται τη βάναυση μεταχείριση του μεθυσμένου πατέρα του και προσπαθεί να γίνει Το Αγόρι Που Έγινε Άντρας.
Ο Γιώργος κερματίζει τον Χρόνο σε τρία μέρη: Παρόν, πρόσφατο Παρελθόν και μακρινό Παρελθόν. Εξακολουθεί (μετά την “Εξόρμηση”) να γράφει σε πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση. Η απόσταση ανάμεσα στην ιστορία του υπογείου και της έρευνας του Ντόρμερ απέχουν χρονικά μία εβδομάδα. Η εβδομάδα δεν είναι το μόνο αριθμητικό συμβολικό (θεολογικά) που επίτηδες χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Η εβδομάδα αποτελείται από επτά μέρες, όσες οι ημέρες Δημιουργίας του κόσμου. Το 7, αριθμός της τελειότητας, εμφανίζεται στα προφητικά δράματα και κυρίως στις αποκαλύψεις.
Επίσης, το βιβλίο χωρίζεται σε 38 Κεφάλαια, αλλά αν προσθέσεις την Εισαγωγή και τον Επίλογο, το άθροισμα ισούται με 40. Σαράντα ήταν τα χρόνια παραμονής και νηστείας του Χριστού στην έρημο, σαράντα οι μέρες και οι νύχτες του κατακλυσμού, σαράντα οι μέρες της παραμονής του Μωυσή πάνω στο Σινά. Τέλος, κάθε Κεφάλαιο αποτελείται το πολύ από 3 υποκεφάλαια. Όπως αντιλαμβάνεστε, άλλος ένας συμβολικός αριθμός. Με τον τρόπο αυτόν έντεχνα ο επινοητικός συγγραφέας παρασύρει τον αναγνώστη στο θρησκόληπτο σύμπαν του Εξαγνιστή.
Ο Δάμτσιος ισορροπεί επιδέξια στο νέο ύφος που γράφει. Υφαίνει με λεπτοβελονιά το “Σκοτεινό Πέπλο” (υπονοούμενο) της αρρωστημένης κοινωνίας, τόσο στο κείμενο, όσο και στους χαρακτήρες. Απαντάει σε όλα τα ερωτήματα (και δεν είναι λίγα)που προκύπτουν κατά την ανάγνωση και κυρίως στο μεγαλύτερο όλων: “καλά, πώς στο καλό ο Εξαγνιστής ξέρει τα πάντα για όλους;”. Αναλύει ως ειδικός τα ψυχολογικά πορτρέτα των χαρακτήρων του, τις ανασφάλειες, τις ανακρίβειες και τα ορμέμφυτά τους αφήνοντάς τους γυμνούς απέναντί μας, δίχως φτιασίδια ή “Εξημέρωση” (και άλλο υπονοούμενο) των ζωωδών ενστίκτων τους. Εκείνα, όμως, που απογειώνουν την ιστορία του είναι οι εκπλήξεις και οι ανατροπές. Όλο το βιβλίο βρίθει από ανατροπές. Τόσο, ώστε κάθε φορά να σκέφτεσαι ότι είναι η τελευταία, αλλά μετά ακολουθεί άλλη, μεγαλύτερη και μετά άλλη, ακόμη μεγαλύτερη, ώσπου τελειώνεις επιτέλους την ανάγνωση και αφήνεις μια βαριά ανάσα ανακούφισης.
Ο συγγραφέας ζει στη Νάουσα, τη γνωρίζει καλά και μέσα από τις περιγραφές του την αναδεικνύει. Τόσο, που αναρωτιέμαι αν πράγματι την επισκέφτηκα ή δεν ήμουν όσο έπρεπε προσηλωμένος σε αυτήν και δε μου αποκαλύφτηκε με τον ίδιο τρόπο που προβάλλεται μέσα από τις σελίδες. Την λάτρεψα, παρόλη την εγκληματικότητα που -εσκεμμένα- φιλοξενεί μέσα στο βιβλίο. Δεν είναι άξιο απορίας γιατί επιμένει να θέτει τις δράσεις των ηρώων του σε αυτήν την πόλη και στη Θεσσαλονίκη.
Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στο επίκαιρο μήνυμα που θέλει να περάσει ο Γιώργος με το “Κάθε Μυστικό Σου”. Μην αφήνετε την Κερκόπορτα (κάποιες φορές, βέβαια, είναι διάπλατη πόρτα) ανοιχτή στο κάθε Κτήνος που παραμονεύει κάπου παραπέρα αναζητώντας την ευκαιρία για να την παραβιάσει. Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση θα καταλάβετε τι εννοώ.
Διακατέχομαι από άκρατη περιέργεια να διαβάσω το επόμενο βιβλίο του. Με δεδομένο ό,τι δικό του διάβασα μέχρι τώρα, είμαι σίγουρος ότι ο πήχης θα ανέβει υψηλότερα. Όπως είμαι σίγουρος, πως κάποια στιγμή θα ανακαλύψουν και στο εξωτερικό το περίτεχνο μυαλό του Γιώργου Δάμτσιου.