Ο επιχειρηματίας Άλκης Παΐζης βρίσκεται νεκρός στο εξοχικό του στη Σύρο. Ο αστυνόμος Παύλος Παβέρης, που έχει μετατεθεί πρόσφατα στο νησί, αναλαμβάνει με ζήλο την πρώτη του υπόθεση δολοφονίας. Όταν οι υποψίες πέφτουν πάνω στον καπετάνιο Ανδρέα Αναγνώστου, ο αστυνόμος βρίσκει στο πρόσωπό του ανέλπιστο σύμμαχο. Ο Ανδρέας αποφασίζει να ερευνήσει το μυστήριο για να αποδείξει την αθωότητά του. Οι εξελίξεις αναπάντεχες. Ένα αγωνιώδες κυνηγητό μεταξύ Σύρου, Πειραιά και Ντουμπάι ξεκινά. Τα εμπόδια διάσπαρτα. Παιχνίδια εξουσίας, κυκλώματα λαθρεμπόρων, ενδοοικογενειακή βία, προδοσία˙ και ένας μεγάλος έρωτας. Η Σύρος, η όμορφη αρχόντισσα, κάτω από το πέπλο της ώχρας που την ντύνει, κρατά καλά κρυμμένα τα μυστικά της. Ώσπου αυτά αρχίζουν να αποκαλύπτονται και στο μυαλό του αστυνόμου στριφογυρίζει ένα ερώτημα: Τελικά, έκανε καλά που εμπιστεύτηκε τον καπετάν Ανδρέα;
Η Τέση Παπαθανασίου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα με καταγωγή από Μαγνησία, Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη. Σπούδασε Γεωλογία στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάστηκε για αρκετά χρόνια στο Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Επιταχυντικών Συστημάτων και Εφαρμογών. Ζει στην Αθήνα με τον σύζυγό της και τις δύο κόρες τους. Μεγάλες της αγάπες, εκτός από την οικογένειά της, είναι τα Μαθηματικά, η Μουσική και τα Μυστήρια. Η "Λουκουμόσκονη" είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.
Μια ιστορία που εξελίσσεται στην πανέμορφη Σύρο,που μυρίζει λουκούμι,οικογενειακά προβλήματα και προδοσία και στο αεράκι της πλέει ένας απελπισμένος έρωτας. Με γραφή γρήγορη και ανεπιτήδευτη,η συγγραφέας μας βάζει στο κλίμα της υπόθεσης με την ίδια αμεσότητα που θα το έκανε αν καθόμασταν αντικριστά,με τον καφέ μας,και συζητούσαμε για το μεγάλο γεγονός που απασχολεί το νησί.Όλα αυτά στα σίγουρα θετικά του.Στα ίσως αρνητικά,η καθαυτή αστυνομική έρευνα,η οποία στην πραγματικότητα μου έδωσε την εντύπωση πως είχε υποστηρικτική θέση στην εξέλιξη της ιστορίας,καθώς ο πρώτος λόγος στην διαλεύκανση των εγκλημάτων δεν ανήκε στους αστυνομικούς,που ήταν διακριτικά απόντες,αλλά στον ερωτευμένο πρωταγωνιστή. Επειδή το προσωπικό δράμα υπερίσχυσε της αστυνομικής πλοκής,θα το έχω στο μυαλό μου σαν ένα κοινωνικό μυθιστόρημα με προεκτάσεις και όχι ως αστυνομικό και θα του δώσω 4/5⭐ για την ωραία συντροφιά.
Ας ξεκινήσουμε από τον ευφάνταστο αινιγματικό τίτλο, το εντυπωσιακό εξώφυλλο και την υπέροχη ποιότητα χαρτιού του βιβλίου. Πραγματικά δεν χορταίνεις να αγγίζεις τις σελίδες και να το ξεφυλλίζεις. Η ποιοτητα στην έκδοση νομίζω σπανίζει στις μέρες μας. Βρισκόμαστε στο νησί της Συρου. Όλη η ατμόσφαιρα του νησιού είναι διάχυτη στις σελίδες. Οι ήρωες είναι τυλιγμένοι σε ένα σύννεφο λουκουμόσκονης που άλλοτε τους γλυκαίνει, άλλοτε τους μπαίνει στα μάτια και τους θολώνει το μυαλό και την όραση. Ο Άλκης Παΐζης βρίσκεται νεκρός στο εξοχικό του. Τα γεγονότα κυλούν γρήγορα. Ο αστυνόμος Παύλος Παβέρης πιάνει αμέσως δουλειά και κάνει φύλλο και φτερό έναν έναν τους πρωταγωνιστές του βιβλίου. Από την σύζυγο του θύματος έως τον καπετάνιο Ανδρέα Αναγνώστου ο οποίος σίγουρα έχει λόγους να βγάλει τον Παΐζη από τη μέση. Παρόλα αυτά κάνει ό,τι περνα από το χέρι του για να βοηθήσει αρχικά τον εαυτό του και έπειτα την αστυνομία να βρει τον ένοχο. Οι χαρακτήρες είναι έντονοι ολοζώντανοι, ολοκληρωμένοι, που πότε ελπίζουν και πότε βουτάνε στην απελπισία. Οι διάλογοι μεταξύ τους είναι αληθινοί, αιχμηροί, και κυλούν αβίαστα σε όλη τη διαρκεία του βιβλίου. Οι σχέσεις δοκιμάζονται. Ο χρόνος είναι ανελέητος και οι λάθος κινήσεις φέρνουν όλεθρο. Ένα κουβάρι από συναισθήματά κατακλύζει τον αναγνώστη σε όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Εικόνες από τη Σύρο, το Ντουμπάι, την Αθήνα, τον Πειραιά εναλλάσσονται τόσο γρήγορα και ταξιδεύεις μαζί τους. Ο ρυθμός γραφής κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον. Θέματα όπως η ενδοοικογενειακή βία, οι σχέσεις με τους συγγενείς, το λαθρεμπόριο, οι βρώμικες δουλειές, το που μπορεί να καταλήξει κάποιος που κυνηγάει το εύκολο χρήμα, τι μπορεί κάποιος να κάνει για τον έρωτα τα συναντάμε μέσα στην ιστορία. Είναι πραγματικά μια αξιόλογη πρώτη συγγραφική προσπάθεια. Αξίζει να διαβαστεί. Μην το προσπεράσετε.
Εξαιρετική η πρώτη συγγραφική προσπάθεια της Τεσης Παπαθανασιου με τον συμβολικό τίτλο <<λουκουμόσκονη >> . Η συγγραφέας στήνει με δεξιοτεχνία την πλοκή ενός αστυνομικού μυθιστορηματος, το οποίο είναι εντονα ποτισμένο από αγωνία , περιπέτεια και έρωτα . Ο επιχειρηματίας Άλκης Παΐζης βρίσκεται δολοφονημένος στο εξοχικό του στη Σύρο . Ο αστυνόμος Παβερης έχει αναλάβει την υπόθεση του . Νέος κατοικος στη νησί βρίσκει στο πρόσωπο του κάπετανιου Ανδρέα Αναγνωστου ένα ανέλπιστο σύμμαχο . Τον βοηθα στην έρευνα που διεξάγει για να διώξει τις υποψίες από πάνω του . Ο Αναγνωστου είναι ο εραστης της γυναίκας του θύματος . Τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται . Σύρος , Πειραιάς , Ντουμπάϊ είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι σ αυτήν την ιδιαίτερη υπόθεση όπου έρωτας , κυκλώματα ναρκωτικών και κατάλοιπα καθωσπρεπισμού έχουν την πρώτη και την τελευταία λέξη . Οι σελίδες τρέχουν σ αυτό το βιβλίο , εντονα πασπαλισμένες με λουκουμοσκονη . Φρέσκο και γρήγορο μυθιστόρημα το οποίο χρονικά κινείται στο σήμερα και θίγει ζητήματα όπως απιστία , ενδοοικογενειακή βία , εφήμερες σχέσεις και ψέματα . Είχα καιρό να διαβάσω κάτι που όλα είναι αψογα εναρμονισμένα . Γραφή , πλοκή , ηθογραφηση χαρακτήρων είναι σε σωστές δόσεις και δουλεμένα άρτια . Με λόγο ασθματικο , άμεσο , σκηνές παραστατικές και με δράση αμείωτησ έντασης η συγγραφέας κάνει τον αναγνώστη δέσμιο της ιστοριας . Ψάχνει με αγωνία να βρει τον δολοφόνο , ο οποίος αποκαλύπτεται στο τέλος και μας ξαφνιάζει . Θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω και ερωτικο θρίλερ μυστηρίου με πρωταγωνιστες ένα τρίγωνο , ένα ζευγάρι και ο εραστης και παράλληλα δίπλα τους διαφορά πρόσωπα που συμπληρώνουν το παζλ του μυστηρίου . Σχέσεις γεμάτες ψέματα , μυστικά που σκοτώνουν αλλά και κλονίζουν συνειδήσεις και πρόσωπα που κουβαλάνε το δικό τους σταυρό παρελάσουν στις σελίδες του βιβλίου . Υπάρχουν θύματα κι θύτες και ειδικότερα υπάρχουν τα βουβά θύματα . Αυτά που βιώνουν το προσωπικό τους Δράμα κι μένουν εκεί να συνεχίζουν τον δρόμο τους . Υπάρχουν όμως και αυτά που θέλουν να δοκιμάσουν την λουκουμοσκονη , γιατί πολύ απλά θέλουν να γλυκάνουν τις ζωές τους . Σίγουρα αυτό το βιβλίο το ευχαριστήθηκα πολύ . Χάρηκα ιδιαίτερα που ένας μικρός εκδοτικός οίκος που ακολουθώ πίστα , για μια ακόμη φορά δε με απογοήτευσε και εξέδωσε ένα διαμάντι . Μπράβο στη συγγραφέα που έδειξε πως διαθέτει ταλέντο και περγαμηνές σε ένα δύσκολο ειδος σαν το αστυνομικο μυθιστόρημα
Όταν θέλουμε να περιγράψουμε με μία λέξη κάτι νόστιμο, απολαυστικό και απαλό στη γεύση λέμε ότι έγινε "λουκούμι". Αυτήν ακριβώς την αίσθηση μου άφησε κι το βιβλίο της Τέση Παπαθανασίου Λουκουμόσκονη. Ένα βιβλίο απολαυστικό, ταξιδιάρικο, γεμάτο υπέροχες εικόνες.Αγάπησα την Σύρο,τον Γαλησσά με το πανέμορφο εκκλησάκι του Αγίου Στεφάνου,το κοκκινόσπιτο του Καραγάτση, εκεί όπου ο συγγραφέας εμπνεύστηκε και έγραψε τη Μεγάλη Χίμαιρα. Μια υπόθεση με αρκετή δόση αγωνίας και περιπέτειας, γρήγορη πλοκή και μία ιστορία που τα έχει όλα. Ενδοοικογενειακή Βία, απιστία, ψέματα, μυστικά, λαθρεμπόριο και φυσικά δεν λείπει η ανατροπή. Ένα κοινωνικοαστυνομικό βιβλίο που παρ όλα τα δύσκολα θέματα, όλες οι σελίδες αισθάνεσαι ότι είναι καλυμμένες με μία γλύκα ίδια με αυτήν της... Λουκουμόσκονης. Τους ήρωες θα ήθελα να τους ξαναδώ σε ένα επόμενο βιβλίο,θα ήθελα να δω την πορεία τουςκαι πως εξελίχθηκαν. 4/5
Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι διαβάζω συνήθως ένα βιβλίο την μερα οπότε πολλές ιστορίες μου φαίνονται ιδιες και χάνουν από μένα κυρίως για αυτόν τον λόγο,γνώριζα λοιπόν από την αρχή τ δολοφόνο,όμως! και εδώ είναι είναι το σημαντικό η συγγραφέας έπλεξε πολύ όμορφα την ιστορία της,τα γεγονότα έτρεχαν και μαζί τους και εγω για να μάθω τι και πως,είναι ίσως(αν θυμάμαι καλα) το μοναδικό βιβλιο που θα πω ήθελα να το τραβηχτεί λίγο παραπάνω,μπορούσε ως προς τους χαρακτήρες να πει και άλλα,ένα πολύ έξυπνο χαρτί που θα σας μπερδέψει ήταν το Ντουμπάι και ο σεΐχης,στο δρόμο για τα πρωινά ψώνια λοιπόν στο σουπερ μαρκετ συνειδητοποίησα ότι χαμογελούσα,που σημαίνει μου άρεσε αρκετά,μου άφησε μια γλυκιά γεύση από λουκούμια 😉
Ο Άλκης Παΐζης βρίσκεται δολοφονημένος στο σπίτι του στη Σύρο και κύριος ύποπτος θεωρείται ο εραστής της γυναίκας του. Είναι όμως έτσι ή ο Ανδρέας Αναγνώστου βρέθηκε στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή; Πόσο χρήσιμες θα αποδειχθούν οι δικές του έρευνες για την επίλυση του εγκλήματος; Θα καταφέρει να βρει την αλήθεια και να καθαρίσει το όνομά του; Η Αντιγόνη Παΐζη θα τον στηρίξει ή θα φοβηθεί τον απόηχο και θα του γυρίσει την πλάτη; Ποιος είναι ο πραγματικός ένοχος;
Η πρώτη εμφάνιση της Τέσης Παπαθανασίου είναι αξιοσημείωτη. Έχει διαλέξει ενδιαφέροντες χαρακτήρες, έχει κρυμμένα μυστικά που τα αποκαλύπτει όταν πρέπει χωρίς να καθυστερεί εις βάρος της πλοκής, κλείνει σωστά και μετρημένα την ιστορία της μα πάνω απ’ όλα με ταξίδεψε στη Σύρο με τέτοιο τρόπο που νόμισα πως ήμουν εκεί, στα στενά της Ερμούπολης και στις παραλίες του Γαλησσά. Η Αντιγόνη και ο Ανδρέας ήρθαν κοντά με απρόσμενο τρόπο και βρήκαν ό,τι έψαχναν στην ως τότε ζωή τους όμως η δολοφονία θα φέρει τα πάνω κάτω και θα τους φέρει αντιμέτωπους με την πραγματικότητα και με κάποιες υποψίες που καλό θα ήταν να μη δημιουργηθούν. Η Αντιγόνη έχει να υπερασπιστεί την ψυχολογία και την υστεροφημία της μικρής Δανάης ενώ ο Ανδρέας ξεκινάει μια σειρά από έρευνες που όχι μόνο θα βάλουν σε κίνδυνο τη ζωή του και θα τον οδηγήσουν ως το Ντουμπάι αλλά και θα του δείξουν τον αληθινό χαρακτήρα κάποιων ανθρώπων που θεωρούσε φίλους και τους είχε απεριόριστη εμπιστοσύνη.
Η σχέση του Άλκη με τον πατέρα του, μεγαλέμπορο λουκουμιών στο νησί, αντικατοπτρίζει ακριβώς όσα βιώνει ο γόνος ενός ανθρώπου που τον περιμένει να τον διαδεχτεί και που κάνει ό,τι χρειάζεται ώστε να τον εφοδιάσει με τα απαραίτητα ενώ ο κακομαθημένος και αλαζόνας χαρακτήρας του Άλκη νομοτελειακά ξεσπάει στη γυναίκα του, κακοποιώντας την και απατώντας την. Από την άλλη, ο Ανδρέας έχει μια στέρεη ζωή, παίρνει πολλά πράγματα για δεδομένα, αγωνίζεται να επιβιώσει πότε ως ψαράς και πότε ως ναυτικός, παρασύρεται από το πάθος του για την Αντιγόνη κι από κείνη αντλεί δύναμη για τις έρευνες που θα πραγματοποιήσει.
Ίσως οι διάλογοι να φανούν αρκετά προφορικοί, ίσως οι εξελίξεις είναι γρηγορότερες απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς και τα επιμέρους γεγονότα να έχουν λίγο χαλαρές συνδέσεις, ίσως ακόμη να δημιουργηθούν και εύλογες απορίες (π. χ. όταν κάνεις δοσοληψίες με υπόκοσμο δύσκολα δουλεύεις με υπολογιστή άλλου ατόμου και μάλιστα χωρίς password κι επιπλέον με αυτόματη ανάκτηση κωδικών στους λογαριασμούς δικτύωσης) όμως ο τρόπος που παρουσιάζεται η πλοκή, τα στάδια που οδηγούν στην τελική αλήθεια, κάποια γεγονότα που παρεμβάλλονται και στρέφουν αλλού τις έρευνες, εμπλουτίζοντας έτσι το μυθιστόρημα και η τελική λύση που τα συνδέει όλα αυτά σωστά και ταιριαστά είναι χαρακτηριστικά που δύσκολα θα μπορούσαν να κερδίσουν τον αναγνώστη αν προέρχονταν από πρωτόπειρο συγγραφέα. Η Τέση Παπαθανασίου όμως έχει τις κατάλληλες βάσεις και χαρίζει μια αξέχαστη ματιά στην ιστορία της που με άφησε με θετικές εντυπώσεις και μια αίσθηση λύτρωσης στο τέλος.
Η «Λουκουμόσκονη» είναι ένα ενδιαφέρον αστυνομικό μυθιστόρημα με αναπάντεχα «κλεισίματα ματιού», ενδιαφέρουσα ιστορία και απρόσμενες εξελίξεις. Η Ερμούπολη τελικά έχει πολλά μυστικά κι η ατμόσφαιρα που την περιβάλλει καλύπτει ιδανικά τα γεγονότα που διαδραματίζονται στο βιβλίο.
Ο τίτλος του πρώτου μυθιστορήματος της Τέσης Παπαθανασίου ξύπνησε γλυκές παιδικές αναμνήσεις. Λουκουμόσκονη: η ζάχαρη άχνη που τυλίγει τα υπέροχα λουκούμια είναι ο πρωταγωνιστής μιας αστυνομικής ιστορίας που εκτυλίσσεται στην Σύρο.
Τα όνειρα μιας κοπέλας, της Αντιγόνης, μοιάζουν να τυλίγονται με ασημένια λουκουμόσκονη όταν παντρεύεται τον Άλκη Παΐζη. Ο γαμπρός μοιάζει να έχει «όλο το πακέτο»: εμφανίσιμος, μορφωμένος, από πλούσια οικογένεια, με δική του ανεξάρτητη επιχειρηματική δραστηριότητα. Μοιάζει να είναι το πριγκιπόπουλο που βγήκε από το παραμύθι. Μεθυσμένη από ευτυχία, η Αντιγόνη αγνοεί όλα τα σημάδια που μαρτυρούν έναν κακοποιητικό άνθρωπο κι όταν ο μήνας του μέλιτος τελειώνει, βρίσκεται μπροστά σε μια αλήθεια που δεν μπορεί να χωνέψει. Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου μαθαίνουμε ότι ο επιχειρηματίας Άλκης Παΐζης δολοφονείται. Δεν είναι και ο τιμιότερος των επιχειρηματιών, τελικά. Μπερδεμένος σε χίλιες δυο μαφιόζικες δουλειές μπορεί μέχρι τώρα να έχει ξεγελάσει τους πάντες, αλλά όχι τη γυναίκα του.
Ο αστυνόμος Παύλος Παβέρης αναλαμβάνει να διαλευκάνει την υπόθεση. Πρόσφατα διορισμένος στην αρχοντική Σύρο προσπαθεί να ξεκλειδώσει τα κλειστά στόματα της τοπικής κοινωνίας και να φέρει στο φως θαμμένα μυστικά. Οι υποψίες του πέφτουν στον καπετάνιο Ανδρέα Αναγνώστου που φαίνεται να συνδέεται με την οικογένεια Παΐζη και την Αντιγόνη. Ο συμπαθέστατος καπετάνιος, εντελώς διαφορετικός και αντίθετος χαρακτήρας από τον Άλκη Παΐζη, πρέπει να αποδείξει την αθωότητά του και επιδίδεται γι’ αυτό σε έναν αγώνα δρόμου, όπου κάθε λεπτό είναι πολύτιμο.
Το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας λαμβάνει χώρα στην πανέμορφη Σύρο και δεν είναι δύσκολο μέσα από τις περιγραφές της συγγραφέως να φανταστεί κάποιος τον εαυτό του να τριγυρνά στα σοκάκια της, ερευνώντας για το δολοφόνο του Άλκη Παΐζη και το κίνητρο της δολοφονίας του. Η Ερμούπολη, το εμβληματικό Δημαρχείο (έργο του Ερνέστου Τσίλλερ), τα νεοκλασικά της, το λιμάνι της, τα Ψαριανά αλλά και το Κόκκινο Σπίτι από τη Μεγάλη Χίμαιρα,το Επισκοπειό. Έχοντας επισκεφθεί στο παρελθόν τη Σύρο ταξίδεψα με τη φαντασία μου στα στενά δρομάκια της, ανάμεσα στα επιβλητικά καπετανόσπιτα, παρακολουθώντας τη δράση των ηρώων και κυνήγησα τους υπόπτους στα καλντερίμια της.
Το πιο αγαπημένο μου σημείο του βιβλίου είναι η κατ’ αναλογία σύγκριση και αντιστοίχιση των ηρώων της Λουκουμόσκονης με τους βασικούς χαρακτήρες από το αριστούργημα του Καραγάτση, Η Μεγάλη Χίμαιρα. Με μεγάλη ευχαρίστηση διαπίστωσα ότι η συγγραφέας αυτοπεριορίζεται και δεν υπερβάλλει προσπαθώντας μια μεταγραφή του παλαιότερους μυθιστορήματος. Με πολύ έξυπνο και υποδειγματικό τρόπο το χρησιμοποιεί για να δώσει έμφαση στις κοινωνικές προεκτάσεις της δικής της διήγησης, χωρίς να το αντιγράφει.
Βρήκα το μυθιστόρημα ευκολοδιάβαστο και διασκεδαστικό με τους χαρακτήρες να λαμβάνουν ακριβώς το χώρο που τους πρέπει, χωρίς υπερβολές. Να σημειώσω ότι η αίσθησή μου είναι ότι ενώ αρχικά ο αναγνώστης υποθέτει ότι το βάρος της διαλεύκανσης της υπόθεσης πέφτει στον αστυνόμο Παβέρη, στην ουσία το μεγαλύτερο μέρος των στοιχείων που παρουσιάζονται, προέρχονται από την έρευνα του καπετάν Ανδρέα. Η ιστορία ρέει υποδειγματικά και κρατά ως το τέλος αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη με ένα κρεσέντο δράσης χωρίς άχρηστα τερτίπια εντυπωσιασμού. Οι ανατροπές επαναπροσανατόλισαν το ενδιαφέρον μου ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε και με την πλοκή να διανθίζεται με κοινωνικά στοιχεία όπως το οργανωμένο έγκλημα, την ενδοοικογενειακή βία και τη συγκάλυψη αξιόποινων πράξεων, η πλοκή εξελίσσεται μέσα από τη μελέτη μιας κλειστής κοινωνίας.
Θεωρώ ότι είναι ένα ενδιαφέρον αστυνομικό μυθιστόρημα, το οποίο θα σας κρατήσει συντροφιά και σε αγωνία. Η παρθενική εμφάνιση της κας Παπαθανασίου είναι αξιόλογη. Περιμένω με χαρά το επόμενο βιβλίο της και γιατί όχι, και τις επόμενες περιπέτειες του αστυνόμου Παβέρη που έχει όλα τα εφόδια να εξελιχθεί σε έναν εμβληματικό αστυνομικό ντετέκτιβ.
Όταν τρώτε λουκούμια φυσάτε και εσείς τη λουκουμόσκονη όπως η μικρούλα Δανάη στο νέο βιβλίο της Τέσσης Παπαθανασίου; Αν ναι τότε σίγουρα λέτε και εσείς τη φράση: «Φύσα με όλη σου τη δύναμη τη λουκουμόσκονη να σκορπίσει στον αέρα όλη της τη γλύκα, να πάει παντού, να τη γευτούν όλοι οι άνθρωποι, να γλυκαθουν όσο και εσύ που θα φας τώρα αυτήν την μπουκίτσα»…. Όσο τρυφερό και αν ακούγεται αυτό δεν είναι παρά ένα μεμονωμένο κομμάτι του βιβλίου «Λουκουμόσκονη» της Τέσσης Παπαθανασίου. Γιατί το συγγραφικό της ντεμπούτο είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα γεμάτο με ίντριγκα αλλά και με μπριόζικη γραφή. Πως συνδυάζονται αυτά τα δύο θα μου πείτε; Η Τέσση Παπαθανασίου το κάνει με τόση ευκολία που η συνταγή για τα «λουκούμια» της βρήκε πολύ πετυχημένη.
Το πανέμορφο νησί της Σύρου κυριαρχεί στη μυστηριώδη ιστορία της Τέσσης Παπαθανασίου. Το βιβλίο ξεκινά με τη δολοφονία του μεγαλοεπιχειρηματία Άλκη Παΐζη και καθώς ξετυλίγεται το κουβάρι της υπόθεσης έρχονται στην επιφάνεια σκοτεινά μυστικά γύρω από τη δράση ενός ανθρώπου που ο πατέρας του γλύκαινε τον κόσμο όχι μόνο με τον χαρακτήρα του αλλά και με τις απεριόριστες γεύσεις των λουκουμιών του. Και όσο γλυκός και ευγενικός ήταν ο πατέρας του τόσο σκληρός, βίαιος και κακομαθημένος ήταν ο γιος. Θύμα της σκληρότητας του θα είναι και η Αντιγόνη, η γυναίκα του, η οποία όσο και αν θαμπώθηκε από την γοητεία του, τη μόρφωση του αλλά και την πλούσια καταγωγή του τόσο δείχνει να υποφέρει πλέον στα χέρια του. Όλη αυτή η κατάσταση την κάνει να νιώθει εγκλωβισμένη αλλά δεν τολμά να κάνει το επόμενο βήμα και να απαγκιστρωθεί από τα δίχτυα του δυνάστη της.
Η μόνη της παρηγοριά είναι η κορούλα της, η Δανάη, και ο καπετάν Ανδρέας που είναι ερωτευμένος μαζί της από την πρώτη στιγμή που την είδε να πατάει το πόδι της στο νησί της Σύρου. Για τα μάτια της Αντιγόνης αλλά και για να «καθαρίσει» το όνομα του θα φτάσει μέχρι και το Ντουμπάϊ προκειμένου να βρει ποιος κρύβεται πίσω από τη δολοφονία του Παΐζη καθώς η αστυνομία έχει στρέψει τις υποψίες πάνω του. Εκεί θα ανακαλύψει ότι ο παλιός του φίλος δεν ήταν και ο πιο έντιμος άνθρωπος του κόσμου και έχει μπλέξει με παράνομα κυκλώματα και μαφιόζους εγκληματίες που οι πράξεις τους καλύπτονται πίσω από πλούτη, τίτλους εξουσίας και «τίμιες» επιχειρηματικές δράσεις. Ο αστυνόμος Παύλος Παβέρης θα είναι εκείνος που θα πιστέψει τον Ανδρέα και θα του δώσει την ευκαιρία να ξετυλίξει το κουβάρι μέχρι να φτάσει στην άκρη του και στη λύση του μυστηρίου.
Η Τέσ��η Παπαθανασίου μπαίνει πολύ δυναμικά στο χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας δίνοντας στο αναγνωστικό κοινό ένα δροσερό βιβλίο γεμάτο με τη γλύκα της άχνης ζάχαρης που καλύπτει τα Συριανά λουκούμια. Η πλανεύτρα Σύρος γίνεται η πρωταγωνίστρια της ιστορίας που έχει πλέξει η συγγραφέας ζωντανεύοντας στα μάτια τους όλες τις όμορφες γωνιές της αλλά και την ιστορία ενός σημαντικού φάρου επιχειρηματικής ανάπτυξης της χώρας μας. Δεν είναι τυχαίο ότι τα Συριανά λουκούμια είναι παγκοσμίως γνωστά και φημίζονται για την υπέροχη γεύση τους. Και ίσως είναι η πρώτη φορά που συναντώ το νησί της Σύρου σε μυθιστόρημα. Η μόνη φορά που σαγηνεύτηκα από την πρωτεύουσα των Κυκλάδων ήταν με τη μεταφορά του βιβλίου του ακαδημαϊκού Τάσου Αθανασιάδη στη μικρή οθόνη. Και παρόλο που «Η αίθουσα του θρόνου» διαδραματίζεται σε ένα φανταστικό νησί των Κυκλάδων οι σεναριογράφοι της σειράς προτίμησαν την ομορφιά της Σύρου για να να αναδείξουν το εμβληματικό μυθιστόρημα του Αθανασιάδη.
Η συγγραφέας έχει ένα έμφυτο ταλέντο στο να δομεί ένα κείμενο με τέτοιο τρόπο το οποίο τραβά τους αναγνώστες σαν μαγνήτης και δεν τους αφήνει να κλείσουν το βιβλίο μέχρι να φτάσουν στην τελευταία του σελίδα. Με λίγα λόγια γράφει ένα κείμενο που έχει πολύ ωραία συνοχή και δεν κάνει κοιλιά πουθενά ξετυλίγοντας με γρήγορους ρυθμούς όλες εκείνες τις λεπτομέρειες της πλοκής της σαν την άχνη ζάχαρη που πασπαλίζει τα χρωματιστά λουκούμια. Άλλωστε όσοι τη γνωρίζουμε «προσωπικά» μέσα από τις ομάδες βιβλίων στο Facebook δεν χάνουμε ούτε κόμμα από τις αναρτήσεις της και από τους εύστοχους σχολιασμούς της. Η Τέσση Παπαθανασίου είναι ένας τόσο δοτικός και θετικός άνθρωπος και αυτά τα χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας της έχει καταφέρει να τα περάσει και στη γραφή της. Ίσως για αυτό το λόγο η «Λουκουμόσκονη» έχει λάβει πολλά θετικά σχόλια ακόμα και από τους σκληροπυρηνικούς της αστυνομικής λογοτεχνίας. Με το πρώτο της βιβλίο καταφέρνει να στήσει γερά θεμέλια για την μετέπειτα συγγραφική της πορεία και κυριολεκτικά ανυπομονώ για το τι μέλει γενέσθαι.
Η «Λουκουμόσκονη» πέρα από τη γλύκα της ζάχαρης που αφήνει στο στόμα μας ένα λουκούμι μέσα από έναν μεγάλο έρωτα κρύβει και την πίκρα της προδοσίας, τον κίνδυνο των κυκλωμάτων ναρκωτικών, την εκμετάλλευση των μαστρωπών απέναντι στις γυναίκες, τον τρόμο της ενοδοοικογενειακής βίας και την προκατάληψη μιας κατάρας που κρύβει το Κοκκινόσπιτο της «Μεγάλης Χίμαιρας» του Καραγάτση. Άλλωστε δεν θα μπορούσε να λείπει η αναφορά στο πανέμορφο και μυστηριώδες σπίτι που ενέπνευσε τον Καραγάτση στη γραφή του πλέον κλασικού και πολυδιασβασμένου έργου του.
Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που μυρίζει Ελλάδα και μας γεμίζει με το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας και του ουρανού, με τις γλυκές μυρωδιές της άχνης ζάχαρης και τη μαστιχωτή γεύση των λουκουμιών που θα σας κάνει να θέλετε να επισκεφτείτε άμεσα την όμορφη Σύρο και να περιπλανηθείτε στα σοκάκια της. Μην ξεχάσετε να αγοράσετε ένα κουτάκι με λουκούμια πριν ξεκινήσετε την ανάγνωση του γιατί πιστέψτε με θα τα χρειαστείτε 😉
Η ιστορία μας ταξιδεύει στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων, τη μαγευτική Σύρο, με τα νόστιμα λουκούμια της, τους απεγνωσμένους της έρωτες και τα φοβερά και τρομερά οικογενειακά της μυστικά. Ένας ντόπιος επιχειρηματίας βρίσκεται δολοφονημένος και κατηγορείται ο εραστής της γυναίκας του, ο οποίος σε μια προσπάθεια να αποδείξει την αθωότητά του, διεξάγει την δική του παράλληλη έρευνα με την αστυνομία. Οι ανακαλύψεις του θα τον οδηγήσουν στην Αθήνα και τον Πειραιά κι από εκεί στο Ντουμπάι και πάλι πίσω στην πλανεύτρα Σύρο.
Μέσα από το βιβλίο της, η Τέσση αντικατοπτρίζει τη στενή κοινωνία της Σύρου με όλα τα όμορφα και τα άσχημά της. Η γλώσσα που επέλεξε να το γράψει είναι καθημερινή, απλή κι αυτό που αγάπησα ιδιαιτέρως ήταν το γεγονός ότι δε φοβήθηκε διανθήσει το λόγο της με λέξεις από τη ναυτική ορολογία (μάινα/λάσκα τα πανιά, ρεμέτζο, εξάντας). Κόρη ναυτικού γαρ. Με αυτή λοιπόν την αβίαστη και γρήγορη γραφή, με τους στακάτους διαλόγους και τον γοργό και με συνοχή ρυθμό της πλοκής, καταφέρνει να μας βάλει πολύ σύντομα στο ζουμί της υπόθεσης, χωρίς να φέρνει την ιστορία γύρω-γύρω. Ένα πράγμα που επίσης εκτίμησα πολύ, ήταν το γεγονός ότι οι περιγραφές είναι ζωντανές μα κυρίως τόσες όσες χρειάζονται, χωρίς να ξεφεύγει και να κουράζει.
Οπωσδήποτε ως πρώτη προσπάθεια υπήρξαν κάποια μικρά ελαττώματα, τα οποία μου κλώτσησαν στο βιβλίο, αλλά όπως και να έχει, η «Λουκουμόσκονη» είναι μια έντιμη πρώτη προσπάθεια, που δείχνει ότι η Τέσση Παπαθανασίου έχει γερές βάσεις και την προοπτική για να γράψει κάτι πολύ δυνατό. Εύχομαι αυτό να είναι το επόμενο βιβλίο της, το οποίο ελπίζω να μην αργήσει πολύ ακόμα. Και τώρα σας αφήνω. Πάω να βρω λουκούμια με γεύση σοκολάτα!!!
Μια τίμια πρόταση από τη νεο-εμφανιζόμενη στη συγγραφή Τέση Παπαθανασίου. Το βιβλίο της περιέχει όλα τα απαραίτητα συστατικά της "συνταγής" αλλά λείπει ίσως εκείνο το προσωπικό άγγιγμα που θα το απογείωνε. Κατά περίεργη σύμπτωση άλλο ένα μυθιστόρημα αυτού του καλοκαιριού που διαδραματίζεται στο Γαλησσά. Απολαμβάνεις τις περιγραφές, δοκιμάζεις στοιχειώδη αγωνία, επιβεβαιώνεσαι στο τέλος με την απαραίτητη ανατροπή, αλλά σε ακολουθεί μια αίσθηση "ρηχότητας". Σίγουρα μια καλή παρακαταθήκη για το μέλλον της συγγραφέως.
Λουκουμόσκονη Τέσση Παπαθανασίου. Ο Άλκης Παΐζης, βρίσκεται νεκρός στο εξοχικό του στην Σύρο.Την υπόθεση αναλαμβάνει να εξιχνιάσει ο Αστυνόμος Παύλος Παβέρης και ξεκινά τις ανακρίσεις.Ο καπετάνιος Ανδρέας Αναγνώστου είναι ο νούμερο ένα ύποπτος, εφόσον είναι αυτός που είχε κρυφή σχέση με την γυναίκα του θύματος .Θέλοντας όμως να διώξει τις υποψίες από πάνω του, βοηθά στην έρευνα.Η λουκουμόσκονη δεν είναι τόσο αθώα όσο φαίνεται!Ένα πολύ ενδιαφέρον πρωτόλειο βιβλίο που μας κάνει να σκεφτούμε,ότι το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα βρήκε τον μάστορα του!
Μπορεί να μην έχω τις λογοτεχνικές γνώσεις να κρίνω ένα βιβλίο αλλά μπορώ να μιλήσω ως αναγνώστης και να πω ότι αυτό το βιβλίο δεν είναι ένα αστυνομικό βιβλίο με την καθαρή έννοια του όρου. Δε θα νιώσεις ότι βλέπεις το CSI Las Vegas και ας ξεκινά με ένα φόνο. Θα νιώσεις ότι πας ένα ταξίδι με το τρένο της Αγκάθα ίσως γιατί θα έχεις στο μυαλό σου ότι πρέπει να βρεις τον ένοχο αλλά παράλληλα μαθαίνεις ξένες λέξεις, κάνεις τον τουρίστα στη Σύρο, γεύεσαι λίγη από τη χλιδή του Ντουμπάι , θέλεις να πάρεις ρολόι από τον Άραβα αλλά φοβάσαι μην σου κόψει το χέρι, θέλεις να σκοτώσεις τον νεκρό ξανά και ξανά, ακούς παλιά τραγούδια, συμπαθείς και αντιπαθείς ανθρώπους , ζεις τα δράματα τους , αποκτάς γενικές γνώσεις, βλέπεις τι προκαλεί ο έρωτας και στο τέλος όταν η λουκουμόσκονη θα σε έχει μεθύσει , η θάλασσα θα είναι εκεί όπως πάντα για να σε ξεπλύνει.
Δεν είναι απλά ένα βιβλίο μυστηρίου αλλά ένας μικρός καθρέπτης της κοινωνίας μας. Γλώσσα ρεαλιστική που ταιριάζει στους χαρακτήρες και τη ροή του βιβλίου. Γρήγορος ρυθμός όπου πρέπει, κοινώς δεν με κούρασε.
Σχεδόν κάθε κεφάλαιο έχει τίτλο σχετικό με τη ναυσιπλοΐα, εμένα μου κόλλησε ο τίτλος τους κεφ. 11 ‘Εξάντας’, όργανο που προσδιορίζει το στίγμα, τη θέση του καραβιού στη γη. Τι ωραία που θα ήταν αν λειτουργούσε και στη ζωή μας αυτό! Εκεί που νιώθουμε ότι είμαστε χαμένοι, τσουπ ο εξάντας από μηχανής θεός μας βάζει στη θέση μας.
Δεν το έχω με τα ναυτικά ιδιώματα, δεν είμαι νησιώτισσα, δεν έχω διαβάσει πολύ Καββαδία, δε θυμάμαι κιόλας όπως οι περισσότεροι ξέρετε. «Σπατσάρω κι έρχομαι» διαβάζω και ανοίγω την Google, ευτυχώς που δεν την πληρώνω, από το ιταλικό spazzare, ξεμπερδεύω, τελειώνω τη δουλειά, αχ αυτά τα Ιταλικά , να μια αγάπη ακόμη που μου θύμισε αυτό το βιβλίο.
«Μάινα τα πανιά. Λάσκα τα πανιά» διαβάζω παρακάτω. Μα έτσι δεν κάνουμε όλοι για να κρατάμε ισορροπίες; Να που εν τέλει ο ναύτης είναι μέσα μου.
«Η γυναίκα που αγαπούσε, που είχε για Θεό του, που ήθελε να γίνει το ρεμέτζο του..» πάλι Google, πάλι Ιταλία , μόνιμο αγκυροβόλιο σκάφους, δέσιμο, άραγμα. Ένα ρεμετζάρισμα ενδόμυχα όλοι το θέλουμε.
«Τόσο καιρό μαζί, της είχε δώσει και την ψυχή του και αυτό ήταν το ευχαριστώ;» Αυτό το έχουμε κάνει σχεδόν όλοι. Ζητάμε την ανταπόδοση και περιμένουμε την αναγνώριση, είναι λάθος, είναι κοινωνική φόρμα ή αυτές οι προσδοκίες που δεν μπορούμε να χαλιναγωγήσουμε ;
Να και ένα βιβλίο που σε κάνει να συμπαθήσεις τον αστυνόμο. Αστυνόμος Παβέρης, το όνομα μου θύμισε λίγο τον Ιαβέρη από τους Άθλιους, ο ζήλος και η εσωτερική σύγκρουση μεταξύ κοινωνικού και ηθικού καθήκοντος.
Αν ήμουνα τζουκμποξ θα σας έβαζα το Ain’t no sunshine when she’s gone του Bill Withers όπως το άκουσα και εγώ όταν με πρόσταξε το βιβλίο. Καθώς και άλλα αγαπημένα που συνάντησα και μου θύμισαν την ηλικία μου αφού τα άκουγα σε κασέτες.
Στη σελίδα 83 του βιβλίου αρχίζουν οι επεξηγήσεις από κάτω , ήτοι η Google πήρε ρεπό, αυτό μου άρεσε, ότι δηλαδή δεν χρειαζόταν να γυρίσω στο τέλος του βιβλίου για σημειώσεις, κάτι που έχει γίνει επανειλημμένα τελευταία και ήθελα να πετάξω τα βιβλία στον τοίχο.
Αυτό το βιβλίο με ταξίδεψε κυριολεκτικά και μεταφορικά. Στη Σύρο, ο κόλπος του Γαλησσά, το εκκλησάκι του Αγ. Στέφανου, από τη ζωγραφιά του Ελ Γκρέκο μέχρι το κόκκινο σπίτι του Καραγάτση. Τα λουκούμια που με πήγανε στο χωριό μου. Στο συρτάρι , στο σύνθετο, που τα έκρυβε η γιαγιά μου όταν της τα έφερναν οι συγγενείς της από την Κύπρο και εγώ πήγαινα και βούταγα μόνο τα ροζ, τριαντάφυλλο, έως και τη σκηνή με τη τεράστια σοκολάτα που έδωσε στη μικρή Δανάη ο παππούς της και αυτή φώναξε Ναιιιιιιι και την μπούκωσε και εγώ είδα τον εαυτό μου με τη διαφορά ότι ήταν και η μάνα μου δίπλα μου και φώναζε ‘γαιδάρα’.
Έμαθα για τα φερ φορζέ έπιπλα , για το αντιμάμαλο. Μου υπενθύμισε ότι ο κόσμος είναι σκληρός, δε δίνει ευκαιρίες και ότι είναι καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα. Ότι ακόμη και όταν πενηνταρίσουμε θα αναζητάμε την αγκαλιά της μάνας για να πάρουμε δύναμη . Ότι νομίζουμε ότι ξέρουμε τα πάντα για τις ζωές των φίλων μας αλλά πολλές φορές δεν ξέρουμε τίποτα. Ότι η θάλασσα κάποιες φορές δίνει λύσεις αλλά μπορεί να τις πάρει και μακριά και φυσικά αυτό το καταστρεπτικό «τι θα πει ο κόσμος».
Και που είστε αν είναι να ξεμείνετε κάποια στιγμή της ζωής σας σε ένα αεροδρόμιο όπως ο Τομ Χανκς στο The Terminal , στο Ντουμπάι να είναι, εγώ σας προειδοποίησα. Πιο καθαρό και από το μπάνιο του χειρότερου μικροφοβικού!
Θέλω να κλείσω με ένα από τα αποσπάσματα που αγάπησα, ίσως γιατί θα ήθελα να το είχα γράψει εγώ, ίσως γιατί απλά με έκανε να χαμογελάσω πλατιά όταν το διάβασα και θέλω να σας αφήσω με χαμόγελο
«Χαμογέλασε τόσο πλατιά που τα γκρίζα δόντια του φάνηκαν να στέκονται μόνα τους έξω από το στόμα του, λες και προσπαθούσαν να ξεφύγουν…»
Αυτή είναι η πρώτη και σαφώς αξιόλογη και επιτυχημένη συγγραφική προσπάθεια της Τέση Παπαθανασίου. Πρόκειται για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με φόντο το μαγευτικό νησί της Σύρου. Το νησί αυτό είναι ξακουστό για τα υπέροχα λουκούμια του. Λουκούμια πεντανόστιμα, χρωματιστά, μυρωδάτα. Λουκούμια με γεύσεις και αρώματα από τριαντάφυλλο, περγαμόντο, σοκολάτα και καρύδα.
«Κλείσε τα μάτια και φύσα δυνατά. Να φύγει η λουκουμόσκονη. Να σκορπίσει στον αέρα τη γλύκα της, να πάει παντού, να τη γευτεί όλος ο κόσμος. Να γλυκαθούν, όσο κι εσύ τώρα που θα φας αυτή την μπουκίτσα».
Την ήρεμη ζωή της τοπικής κοινωνίας της Σύρου έρχεται να διαταράξει ένα αποτρόπαιο γεγονός, η δολοφονία του επιχειρηματία Άλκη Παΐζη και μάλιστα μέσα στο ίδιο του το εξοχικό. Την υπόθεση αναλαμβάνει να εξιχνιάσει ο αστυνόμος Παβέρης, ο οποίος θα έρθει αντιμέτωπος με αναπάντεχα στοιχεία που αντί για να δώσουν φως στην υπόθεση περιπλέκουν περισσότερο τα πράγματα. Σύμμαχός του στην έρευνα είναι ο καπετάν Ανδρέας, καθώς έχει και ο ίδιος λόγους να θέλει να διαλευκανθεί η υπόθεση. Ένα μπερδεμένο κουβάρι από πρόσωπα και καταστάσεις. Μυστικά και ψέματα. Όλοι έχουν κάτι να κρύψουν, όλοι λίγο πολύ είναι ύποπτοι.
Ποιος όμως είχε τόσο ισχυρό κίνητρο και τόσο μίσος για να αφαιρέσει μια ανθρώπινη ζωή;
Ένα αγωνιώδες κυνηγητό μεταξύ Σύρου – Πειραιά – Ντουμπάι έχει ξεκινήσει. Τα εμπόδια που ξεπροβάλλουν διαρκώς δυσχεραίνουν την κατάσταση. Παιχνίδια εξουσίας, ναρκωτικά, κυκλώματα λαθρεμπόρων, ενδοοικογενειακή βία. Όλα καλύπτονται κάτω από μια παχιά στρώση λουκουμόσκονης. Ποιος όμως θα σταθεί ικανός να φυσήξει δυνατά, να σκορπίσει η λουκουμόσκονη και να αποκαλυφθούν αλήθειες και ψέματα, ένοχοι και θύματα;
Τα πρώτα πράγματα που με εντυπωσίασαν πιάνοντας το βιβλίο αυτό στα χέρια μου ήταν το υπέροχο εξώφυλλο και ο πρωτότυπος τίτλος του. Μετά από τις πρώτες σελίδες που διάβασα, ειλικρινά δεν μπορούσα να το αφήσω απ’τα χέρια μου. Αγωνία, περιπέτεια ,δράση, προδοσία, ανατροπές και έρωτας, όλα τα κατάλληλα συστατικά για μια επιτυχημένη «συνταγή». Ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο, με απλή γραφή αλλά εξαιρετική πλοκή, γρήγορους ρυθμούς και παραστατικές περιγραφές.
Συγχαρητήρια Τέση μου!!! Αν αυτό το λογοτεχνικό διαμάντι είναι η πρώτη σου συγγραφική προσπάθεια, φαντάζομαι τι θα ακολουθήσει!!!
"Κλείσε τα μάτια και φύσα δυνατά. Να φύγει η λουκουμόσκονη. Να σκορπίσει στον αέρα την γλύκα της, να πάει παντού, να την γευτεί όλος ο κόσμος. Να γλυκαθούν, όσο και εσύ τώρα που θα φας αυτήν την μπουκίτσα." Μόνο που εδώ δεν είναι όλα ρόδινα. Όσο εξαφανίζεται η περίσσια άχνη, κατακάθεται και καθαρίζει το οπτικό σου πεδίο, αρχίζεις και διακρίνεις τι προσπαθούσε να καλύψει. Οικογενειακά μυστικά και τα εν οίκω μη εν δήμω, ωστόσο ο κόσμος το έχει τούμπανο και εμείς κρυφό καμάρι. Η Τέση σε παίρνει από το χεράκι και σε πάει μια βόλτα στα στενά της Σύρου, σου κάνει ολόκληρο το τουρ του νησιού - με περιγραφές που δεν κουράζουν - και σου ανοίγει τα παραθυρόφυλλα να δεις τα κρυμμένα μυστικά των χαρακτήρων. Με γραφή άμεση, γρήγορη και "απλή" σε κάνει αθέατο παρατηρητή των γεγονότων. Παρόλο που η υπόθεση περιλαμβάνει φόνο, η δευτερεύουσα παρουσία των αστυνομικών ως προς την λύση του, δεν το κατατάσσει ως ένα αμιγώς αστυνομικό, αλλά περισσότερο με κοινωνικές προεκτάσεις. Σαν ντεμπούτο ήταν πολύ καλό και μας κράτησε ευχάριστη παρέα.
Πρόκειται για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, με αγωνία , περιπέτεια και έρωτα. Πολύ καλή η πρώτη συγγραφική προσπάθεια της συγγραφέως. Κάποια μικρά λάθη στην επιμέλεια δεν αλλοιώνουν το πολύ καλό αποτέλεσμα.
Με φόντο το υπέροχο νησί της Σύρου η Τέση Παπαθανασίου μας παρουσιάζει μία ιδιαίτερη αστυνομική ιστορία, η οποία στηρίζεται σε ένα εύστοχο εύρημα το οποίο δίνει και τον τίτλο στο μυθιστόρημα της. Συχνά είναι τόσο δύσκολο να προσπαθήσεις να γράψεις μία κριτική για αστυνομικό μυστήριο, με την έννοια ότι "κινδυνεύεις" να αποκαλύψεις έστω και ακούσια στοιχεία της ανατροπής. Θα μιλήσω λοιπόν για την υπέροχη γραφή της Τέσης, η οποία κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος, καθώς και για τη δυναμική των έξυπνων ανατροπών, οι οποίες βάζουν τον αναγνώστη σε συνεχή διλήμματα αναφορικά με την αθωότητα ή την ενοχή των ηρώων του. Τον τελευταίο καιρό αποφάσισα να περιορίσω τις κριτικές μου αποκλειστικά σε εκείνες που αφορούν τα βιβλία εκείνα που με ενθουσίασαν. Πλέον δεν επιθυμώ να γράψω καλά λόγια μόνο για να τα γράψω, ούτε και να χρησιμοποιήσω αρνητικές εκφράσεις για να "θάψω" ένα βιβλίο που δεν ήταν του γούστου μου ή το οποίο με απογοήτευσε. Ένας λόγος λοιπόν παραπάνω να σας προτείνω το συγκεκριμένο βιβλίο, το οποίο νομίζω είτε θα συγκινήσει όσους έχουν ήδη επισκεφτεί τη Σύρο είτε θα παρακινήσει όσους δεν το έχουν κάνει ακόμη να το τολμήσουν.