Στο καταραμένο παιχνίδι ο Clive Barker φοράει κατάσαρκα την φρίκη για να εισέλθει κατάλληλα προετοιμασμένος σε έναν κόσμο που έχει πεθάνει ο Θεός πριν πάρα πολλά χρόνια.
Γόνιμα τα αποκυήματα της φαντασίας του,
γεννούν παράγοντες δημιουργίας και
λόγους έκφρασης, για μια κάθοδο
στα χαμηλότερα βάθη της μεταρσιωμένης κόλασης, δίπλα ακριβώς απο τον εθιστικά
ναρκωμανή παράδεισο.
Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως χρηστική επιφάνεια την ιστορία που εξυφαίνεται απο τα λόγια του,
όμως την αλήθεια την ψιθυρίζει με λόγια ανείπωτου τρόμου στο αυτί του αναγνώστη
Δεν αποκαλύπτεται σε περιστασιακούς αναγνώστες, παρά μόνο σε μυημένους στο καταθλιπτικό όραμα της φαντασίας.
Σε αυτούς μόνο. εξηγεί το καταραμένο παιχνίδι με απόλυτη αλήθεια και απαράμιλλο θάρρος.Καθώς ξεθάβει και αποκαλύπτει
τα «όλα» και τα «τίποτα» στο φως,
με ψυχρή, βάρβαρη και πορνογραφική διάθεση,
ακριβώς όπως θα χαρακτηρίζαμε ρεαλιστικά την ζωή μας.
Το καταραμένο παιχνίδι είναι έντονο, βίαιο, πρωτότυπο και ανατριχιαστικά διαχρονικό.
Η λαμπρότητα της νίκης ειναι οδυνηρή και διεστραμμένη και η
κατάρα της ήττας ειναι οι απέθαντοι δαίμονες που ξυπνούν και κατοικοεδρεύουν σε πουλημένες ψυχές και καλά πληρωμένες συνειδήσεις.
Στην ουσία πίσω απο κάθε μυθοπλασία φανταστικής δημιουργίας ύπαρχει μια περιπέτεια τρομοκρατίας
που πάντα συνοδεύεται απο ανησυχητικά οράματα, προφητικά, βιωματικά,
ίσως, για κάθε άνθρωπο.
Ο Barker φτιάχνει ένα παιχνίδι καταδίκης.
Δεν θα αναφερθώ σε λεπτομέρειες γεγονότων και ηρώων καθώς γράφονται με απόλυτη ευκρίνεια στο οπισθόφυλλο.
Ένα τέλειο καμουφλάζ για υποσχέσεις δύναμης, πλούτου, δοξας, που εκπληρώνουν επιθυμίες και ζητούν τρομερά τιμήματα με τεράστιους κινδύνους.
Με νυχτόβιες εκταφές αγάπης και σήψης, σε μη αναστρέψιμους, αιματηρούς και αλύτρωτους δρόμους που οδηγούν σε ένα υπέρλαμπρο Πουθενά.
Παιχνίδι καταδίκης, στον πλανήτη των εφιαλτών
και σε τόπους που δεν υπάρχουν κανόνες και κυβερνήτες μόνο στρατολογημένοι, παραπλανημένοι απελευθερωτές.
Στην ουσία πρόκειται για μια επική μάχη ανάμεσα στον Μαμωνά και τον Μολώχ.
Ο Θεός είναι νεκρός, δολοφονημένος
απο τις ιδεολογίες του πουθενά.
Οι άνθρωποι απέκτησαν αυτονομία, βούληση, ελευθερία και παντοδυναμία για να τροποποιούν τον κόσμο, να αλλάζουν την δύναμη της κριτικής, να αρνούνται τις διεξόδους, να αμφισβητούν εικόνες, γεγονότα, πεποιθήσεις, συστήματά και δομές.
Απλώς, διότι έτσι βολεύει η αδράνεια,
έτσι αποφαίνεται η πνευματική ακαμψία,
πως όλα έχουν ξεπεραστεί και αφού δεν γίνεται να αλλάξει κάτι, εκεί έγκειται και το πρόβλημα της οικουμένης.
Απο κει τεκμαίρονται όλα τα δεινά του κόσμου και της κοινωνίας.
Επομένως, αμφισβητείται ο άνθρωπος, μία εννοια του, που ζητά βοήθεια στον καθρέφτη απο τον εαυτό του,
μα όχι τα έργα του, όποια κι αν είναι αυτά.
Και τα έργα του μέσα στο “καταραμένο παιχνίδι» της ζωής δείχνουν πως σκοτώνοντας τον Θεό παραδίδονται δίχως αμφιβολίες στον Μολώχ.
Και ο συγγραφέας μου ψιθυρίζει στο αυτί:
Ο Θεός δεν πέθανε, δεν πεθαίνουν οι θεοί, γίνονται κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν των ανθρώπων που τους πιστεύουν.
Δολοφονούνται με άλλες προϋποθέσεις.
Και τώρα ο Θεός του κόσμου. έχει ξαναγίνει ο Μολώχ.
Ο Barker επιμένει, και θα συμφωνήσω τελικά μαζί του. Για να κερδίσουμε το παιχνίδι,έστω και με τις κατάρες των αιώνων που κουβαλάει στην πλάτη του,
θα πρέπει να σκοτώσουμε τον Μολώχ που εκπροσωπεί την άδικη, σκληρή και ανελέητη πραγματικότητα θεοποιημένη
και ζητά να τον υπηρετούμε και να τον υπακούμε στο όνομα της διακήρυξης μιας νεκρολογίας, αυτής του θανάτου του Θεού /ανθρώπου.
✍🏻👿👿💥💥💥💥
Καλή ανάγνωση.
Πολλούς ασπασμούς