Τα κείμενα που συνθέτουν το βιβλίο έχουν ως πεδίο παρατήρησης τη νεώτερη ελληνική ιστορία, τα αντικείμενα και τις μεθόδους της. Την ιστορία αυτή δεν την αφηγούνται δοκιμάζουν, αντίθετα, μέσα από παραδείγματα να μεταγράψουν κάτι από τις σταθερές της: οικονομικοί μηχανισμοί, διανοητικοί τρόποι, βίωση των όρων ζωής, εσωτερίκευση των καταναγκασμών. Δεν θέλουν να γίνονται διδακτικά κι αν κάποτε μοιάζουν ότι είναι, τούτο συμβαίνει γιατί προσπαθούν να σαφηνίσουν τα πεδία που, ως σταθερές, προσδιορίζουν τα ερμηνευτικά σχήματα, τις υποθέσεις. Επίκεντρό τους είναι τα λιγότερο έμφωνα πρόσωπα του ιστορικού δράματος, τα συλλογικά σώματα ή οι μεγάλοι επαναλαμβανόμενοι ρυθμοί της ύπαρξής τους, διαθλασμένα κάποτε από τη μηχανική της μνήμης ή συναιρεμένα σε τύπους. Οι μαρτυρίες, στις οποίες αυτά τα κείμενα στηρίζονται, χρησιμοποιούνται ως παραδείγματα, καθώς οι ίδιες εξατομικεύουν συνολικές καταστάσεις, συλλογικές λογικές, ομαδικούς ψυχισμούς.
Ο Σπύρος Ι. Ασδραχάς ήταν Έλληνας ιστορικός, με ιδιαίτερο πεδίο έρευνας την οικονομική ιστορία. Μετά τις σπουδές του στην Αθήνα πήγε με υποτροφία του ΙΚΥ στο Παρίσι για μεταπτυχιακά (1965-67), ενώ το 1972 πήρε το διδακτορικό του στην οικονομική και κοινωνική Ιστορία, στην οποία ειδικεύθηκε.
Σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην προσπάθεια συγκρότησης ιστορικών αρχείων τραπεζών, ωθούμενος από το πάθος του για μια νέα σύμπλευση οικονομίας, κοινωνίας, πολιτικής σε ένα όλον εθνικής αυτοσυνειδησίας. Συνδέθηκε με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών όπου επί σειρά ετών (1988-2003) ήταν διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών. Στην Εθνική Τράπεζα ήταν διευθυντής ερευνών του Προγράμματος Ιστορίας (1977-1990) και σημαντική ήταν η συμβολή του στο Ίδρυμα Έρευνας και Παιδείας της Εμπορικής Τράπεζας και του Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας.
Το πολυσχιδές έργο του, που επεκτάθηκε και πέρα από τη μελέτη των οικονομικών μηχανισμών, σε θέματα θεωρίας της ιστορίας, θεωρείται πως άφησε βαθύ αποτύπωμα στη ελληνική ιστορική επιστήμη της μεταπολιτευτικής εποχής.