Ύστερα από μια ατυχή συγκυρία, ένας οξύθυμος γέρος, πρώην καθηγητής της Φιλοσοφίας, διεθνούς φήμης, βρίσκεται κλειδωμένος έξω από την πόρτα του σπιτιού του, ένα κυριακάτικο ηλιόλουστο πρωϊνό. Τούτη η ασήμαντη κακοτυχία θα εξελιχθεί, κατά τη διάρκεια μιας βόλτας -αρχικά αναγκαστικής και στη συνέχεια ευχάριστης- σε ένα αποφασιστικό γεγονός. Στοιχειωμένος από τις αναμνήσεις αλλά και από την αηδία που του προκαλούν οι άλλοι, θα αναγκαστεί για μια τελευταία φορά να υποστεί τη μοναξιά, να δοκιμάσει την ασχήμια και την βλακεία ενός κόσμου που τον πετάει έξω από την πόρτα του σπιτιού του, ενός κόσμου που οδεύει σίγουρα προς το τέλος του, ακριβώς όπως και ο ίδιος. Θα πρέπει ν' αποχαιρετίσει τούτο τον κόσμο και να παραδεχτεί τελικά την αλήθεια αυτής της κατάστασης, να προετοιμαστεί για να αποχωρήσει εξοπλισμένος με τα κατάλληλα εφόδια. Γιατί αυτή η βόλτα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια περιπετειώδη διαδρομή ανάμεσα στο Γκαρ ντι Νορ και στο κανάλι Σαιντ-Μαρτέν... (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).
Πρόκειται για μια βαθιά και σκοτεινή, κατάμαυρη νύχτα όπου κάνουμε μια βόλτα υπαρξιακής και μεταφυσικής διάθεσης στους δρόμους της φιλοσοφίας.
Παρέα μας έχουμε έναν ηλικιωμένο καθηγητή φιλοσοφίας διεθνούς φήμης ο οποίος αναγκάζεται να βγει στους δρόμους της διεφθαρμένης σάπιας και εκφυλισμένης σε κάθε κατηγορία ανθρώπινης φύσης -Γι’ αυτόν-οικουμένης.
Ο καθηγητής κλειδώθηκε έξω από την πόρτα του σπιτιού του, ένα ηλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό και έζησε με κάθε κύτταρο του πνευματικά καλλιεργημένου νου ένα κοσμικό ντελίριο απαξίωσης και οργής, μίσους και τρομερού ψυχικού πόνου. Κάθε αίσθηση του σώματος του, τον έφερνε βήμα βήμα πιο απόλυτα, πιο κοντά, με την προσομοίωση της δυσχέρειας που ένιωθε και τον θάνατο.
Ετοιμοθάνατος και προετοιμασμένος Γι’αυτό περνάει το πρωινό της ανυπαρξίας του κυνικά, ανάμεσα σε όνειρο και πραγματικότητα. Ένας θλιβερός και θλιμμένος γέρος άλλοτε επιφανής καθηγητής και συγγραφέας φιλοσοφίας απομακρύνεται οικειοθελώς από έναν πολιτισμό, έναν εκσυγχρονισμένο κόσμο που δεν τον ενδιαφέρει ούτε και τον αφορά πια.
Μέχρι την μέση ήταν αρκετά απλά τα πράγματα: Ένας ηλικιωμένος, κυνικός και οξύθυμος πρώην καθηγητής Φιλοσοφίας, την πατάει και ένα κατά τα άλλα όμορφο πρωινό Κυριακής, κλειδώνεται έξω από το σπίτι του.
Το έχετε πάθει ποτέ; Η εμπειρία μου, μου λέει πως ένα τέτοιο περιστατικό ταρακουνάει συθέμελα τον Homo sapiens sapiens. Έχω δει αγαπημένο πρόσωπο να καταρρέει επειδή κλειδώθηκε έξω. Βέβαια άλλο αγαπημένο του πρόσωπο ήταν άρρωστο, οπότε ένα τέτοιο περιστατικό πιθανό να υπερχειλίζει όσα μας τρώνε μέσα μας, ξεκινώντας, από την αστική μας νεύρωση. Ίσως αφορά την αίσθηση επιβίωσης, τον φόβο που φουντώνει όταν είμαστε μακριά από τη φωλιά μας, είτε αφορά την αίσθηση καθήκοντος ή την ανάγκη να μας περιβάλλουν όλα τα κλαδάκια και οι χρωματιστές χάντρες που με τόση καπιταλιστική παρακμή έχουμε συλλέξει, σε μια ακόμα μάταιη αλλά συναισθηματική προσπάθεια να πεισθούμε πως «όλα καλά». Μάλιστα, το πιο πολύτιμο που έχω μέσα στο σπίτι είναι τα γατιά και εάν κλειδωνόμουν έξω, μάλλον θα έσπαγα την πόρτα, σαν έξαλλη Miley Cyrus πάνω σε μπάλα κατεδάφισης, μόνο και μόνο για να με αγνοήσουν και τα δύο γατιά όταν με δουν.
Στο επόμενο μισό του βιβλίου, ο καθηγητής θα βρεθεί σε μια βόλτα, η οποία θα μπορούσε να είναι φλανέρ, αλλά καταλήγει σαν εφιάλτης, γεμάτος σύμβολα, παρερμηνείες και κακοτοπιές. Κάποια στιγμή ο αναγνώστης αρχίζει και καταλαβαίνει πως ίσως διαβάζει κακό όνειρο, ίσως ο καθηγητής είναι τρελός, ή ίσως είναι νεκρός εδώ και καιρό, πάντως το μόνο σίγουρο είναι η μεταφυσική ατμόσφαιρα που κυριαρχεί, μιας και ο γέρος διαρκώς συνομιλεί με φαντάσματα, τα οποία είναι αρκετά ειλικρινή μαζί του, αλλά εκείνος προτιμάει να μείνει στην καφκική μηχανή και να γκρινιάζει για την παρακμή του αιώνα, παρά να παρατηρήσει τον εαυτό του για παραπάνω από δευτερόλεπτα, φοβούμενος πως θα γίνει καπνός.
Εκτίμησα τον συγγραφέα που έγραψε πιο πίσω από την εποχή του, ευθυγραμμίστηκε με τον γέρο (εαυτό του) και παρέδωσε ένα υπαρξιακό σφηνάκι. Μάλιστα, φαίνεται να είναι κατανοητό το γιατί ο καθηγητής επιμένει να δυσαναχετεί που ο κόσμος γύρω του έχασε την καλοσύνη του, και το γούστο του (γιατί κανείς δεν εκτιμά τον Τιτσιάνο πιά, μονολογεί), έντρομος πως το σήμερα δεν τον αφορά πια, ούτε στο ελάχιστο.
Σε αυτό το φιλοσοφικό μυθιστόρημα των 109 σελίδων, ο πρωταγωνιστής, ένας γέρος,οξύθυμος,αλαζόνας καθηγητής Φιλοσοφίας, χωρίς όνομα, βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να κλειδωθεί έξω από την πόρτα του σπιτιού του, ένα κυριακάτικο ηλιόλουστο πρωινό. Νιώθοντας γυμνός και με μια δυσάρεστη αίσθηση της στέρησης που τον έχει κατακεραυνώσει περιπλανιέται στους δρόμους του Παρισιού. Ο κόσμος γύρω του του προκαλεί αηδία. Όλα του προκαλούν αηδία. Η βλακεία των ανθρώπων, οι επιφανειακές ανθρώπινες σχέσεις,η αποξένωση των ανθρώπων και το ποσο εγωκεντρικοί είναι, χωρίς συναισθήματα. Η παρακμή του πολιτισμού και των φιλοσοφικών ιδεών, οι τέχνες που βρίσκονται σε αποσύνθεση, η συνεχώς εξελισσόμενη κοινωνία. Τον ενοχλεί που ο κόσμος θαυμάζει περισσότερο τον Ζινεντίν Ζιντάν παρά ένα πίνακα του Τιτσιάνο, ένα έργο τέχνης το οποίο βρίσκει κρεμασμένο σ' ένα υπόγειο ενός cafe,δίπλα στις τουαλέτες. Τον στοιχειώνουν αναμνήσεις, συνομιλεί με τα νεκρά παιδιά του και τον νεκρό πατέρα του,φοβάται τον θάνατο, τον δικό του και του κόσμου. Ενός κόσμου που τον πετάει έξω από την πόρτα του σπιτιού του. Και ενώ σε όλο το βιβλίο τον θεωρείς επηρμένο και σε ενοχλεί η τάση του να τα ισοπεδώνει όλα, στο τέλος θα καταλάβεις ότι τίποτα δεν έχει νόημα όταν σε πετάνε έξω από το σπίτι σου, από τον κόσμο σου,όταν δεν σου έχει μείνει τίποτα,όταν φτάνεις στο τέλος της διαδρομής. Είναι όλα μάταια.
(Το μικρό αυτό βιβλιαράκι με τίτλο "Έξω από την πόρτα" το διάβασα στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Γκοβόστη). Μου έκανε μεγάλη εντύπωση το ότι είναι ένα σύγχρονο βιβλίο που μοιάζει με παλιό. Μάλιστα, ο συγγραφέας παίζει μ' αυτό, αφου ο πρωταγωνιστής μπερδεύεται κι ο ίδιος και βλέπει γύρω του ανθρώπους ντυμένους με ρούχα του δέκατου ένατου-αρχές εικοστού αιώνα. Μου άρεσε ο τρόπος που ξεδίπλωνε τις σκέψεις του (και οι ίδιες οι σκέψεις, που οι περισσότερες με βρίσκουν σύμφωνη), ο τρόπος που το όνειρο/εφιάλτης μπαίνει μέσα στην πραγματικότητα και τη ραγίζει, σε σημείο να μην υπάρχει πια επιστροφή και να παρακολουθούμε τον κόσμο να αποσυντίθεται. Είναι ένα διήγημα φιλοσοφίας, στην ουσία. Οι σκέψεις και η φαντασία ενός πικραμένου φιλοσόφου που νιώθει τελείως μόνος στον κόσμο.
Μικρό βιβλίο τεράστιο περιεχόμενο. Δεν πίστευα ποτέ ότι θα μου άρεσε ένα φιλοσοφικό κείμενο αλλά εξεπλάγην ευχάριστα. Η ιστορία αφορά έναν παραξενιαρη γέρο που μάλλον αντιπαθητικός φαντάζει στην αρχή. Καθώς διαβάζει κανείς αντιλαμβάνεται πως ίσως δεν πρόκειται για σώφρον άνθρωπο. Παρόλα αυτά, δεν είναι τόσο παράξενος ο γέρος και η αντίληψη που έχει για τον κόσμο είναι πιο ρεαλιστική από τα συμβάντα που του συμβαίνουν μετά την ατυχία του να κλειδωθεί έξω από το σπίτι. Αξίζει να διαβαστεί αυτό το μικρό διαμάντι, κρατάει την προσοχή του αναγνώστη μέχρι το τέλος.
Στην αρχή νόμιζα ότι ο δύστροπος κύριος καθηγητής είχε φάει χαλασμένα στρείδια (για αυτό και τα οράματά του). Στη συνέχεια, νόμιζα ότι ήδη ήταν νεκρός. Μετά κατέληξα ότι ήταν έγκλειστος σε ψυχιατρικό ίδρυμα, από το οποίο πιθανότατα και δραπέτευσε. Όπως και να έχει όμως, πρόκειται για ένα μικρό διαμαντάκι εσωτερικού μονολόγου.
Ένα δοκίμιο για την ματαιότητα (;) της ύπαρξης. Ο καθηγητής που κλειδώνεται έξω από το «σπίτι» του, και οδηγείται σε έναν μοναχικό περίπατο, προφανώς τον τελευταίο του. Σε αυτόν τον περίπατο θα μας διηγηθεί ο συγγραφέας όλα όσα κάνουν να δείχνουν ότι ο κόσμος μας, ο σύγχρονος κόσμος στον οποίο ζούμε, είναι ένας κόσμος ουσιαστικής παρακμής.
Δεν τρελάθηκα. Τα δύο αστεράκια για την προσπάθεια, αλλά γενικώς δεν μπορώ να πω ότι μου έδωσε κάτι ως βιβλίο.
Ναι, εντόπισα το φιλοσοφικό υπόβαθρο, τις αναφορές, την φιλοσοφική ανάλυση και προβληματισμό, ωστόσο ο πρωταγωνιστής είναι πιο αντιπαθής απ' ότι χρειάζεται (και ξανά ναι, μπορεί να ήταν αυτός ο σκοπός) και το λογύδριό του σε όλο το κείμενο κουραστικό.
Σαφώς πιάνει σοβαρά ζητήματα με μια ενδιαφέρουσα αφορμή, και μερικές από τις σκέψεις του είναι ίσως σκέψεις που κάνει ο καθένας μας σε περιπτώσεις, όμως ένιωσα ότι αυτή η εσωτερική και φιλοσοφική αναζήτηση εν τέλ��ι δεν κάνει καμία προσπάθεια να μεταδοθεί στον αναγνώστη.
Τι έχεις όταν κλειδώνεις έναν δύστροπο ηλικιωμένο έξω από το σπίτι του, Κυριακάτικα; Έχεις πάλι έναν δύστροπο ηλικιωμένο που τώρα είναι και φοβισμένος και δικαιωμένος. Φοβισμένος από την "προχειρότητα", την "επιφανειακότητα", την "ασημαντότητα", τη "φτήνια", το "μάταιο" του πραγματικού κόσμου. Σε τέτοιο σημείο μάλιστα, που επιλέγει να αλληλεπιδράσει με φαντάσματα του παρελθόντος, με σκηνές που δεν έζησε, με ζωές που φοβήθηκε να ζήσει όταν και όπως έπρεπε και με έναν άλλο, ξένο, πρωτόγνωρο, γυμνό εαυτό του. Δικαιωμένος από την άλλη από την ίδια "ασημαντότητα" του "έξω" κόσμου, η οποία κάνει το δικό του, μικρό, προστατευμένο από τα βιβλία, τις συγγραφές και τους 4 τοίχους του σπιτιού του, κόσμο, να φαντάζει ιδανικός. Το βιβλίο ακροβατεί ανάμεσα σε μυθιστόρημα, διήγημα και φιλοσοφική πραγματεία. Δεν μπορώ να πω ότι είναι σε όλα του τα σημεία "εύκολο" και "ρευστό", δε νομίζω ότι με συνεπήρε ή με προβλημάτισε (με την καλή έννοια), αλλά νομίζω ότι αφήνει περιθώρια για πολλές ερμηνείες του σκοπού και της φιλοσοφικής του διάθεσης και αυτό είναι ένα πλεονέκτημα.