Δανία, 1943. Ο Νιλς Ρασμούσεν, σκηνοθέτης του θεάτρου στο προπολεμικό Παρίσι και στενός φίλος και συνεργάτης του θεατρικού συγγραφέα Ζαν Φρανσουά Κανονιέ, μπαίνει στην αντίσταση και γίνεται ένας από τους πιο τολμηρούς σαμποτέρ. Όταν, όμως, τελειώνει ο πόλεμος, ο Νιλς δεν μπορεί να συμμεριστεί τη γενική ευφορία. Ο φίλος του κατηγορείται για συνεργασία με τους Γερμανούς. Ο Νιλς θα σπεύσει στο Παρίσι θέλοντας να σώσει τον Κανονιέ από την φυλακή και την δυσφήμιση κι εκεί θα δει όλες τις βεβαιότητές του σχετικά με τον ηρωισμό, τη δειλία, την Αντίσταση και τον δωσιλογισμό να κλονίζονται.
Διερευνώντας το δύσοσμο παρελθόν της κυβέρνησης του Βισύ, εστιάζοντας στο μετακατοχικό Παρίσι και διεισδύοντας στα άδυτα του κόσμου του θεάματος για να παρακολουθήσει τις αμφιλεγόμενες διαδρομές των πρωταγωνιστών του (ανάμεσά τους ο Ζαν Κοκτώ, ο Λουί Ζουβέ, ο Σασά Γκιτρί, η Αρλετί, ο Τίνο Ρόσι…) ο Αλεξί Ραγκουνιό, συνδυάζοντας ιστορία, μαρτυρία, στοχασμό, μυθοπλασία και θεατρική γραφή, αναρωτιέται ποια είναι τα όρια ανάμεσα στη συνεργασία με τον κατακτητή και την παθητική αποδοχή του, ποιο είναι το τίμημα της ενοχής και πόσο δίκαια αποδίδεται η τιμωρία. Στις συναρπαστικές του σελίδες, ο Νιλς Ρασμούσεν, διχασμένος ανάμεσα στο συναίσθημα και τις επιταγές της ηθικής του, θέτει στους αναγνώστες το κρίσιμο ερώτημα: «Κι εσείς, τι θα κάνατε στη θέση μου;»
Ο Νιλς,που πριν τον πόλεμο ήταν θεατρικός σκηνοθέτης και στην διάρκεια του πολέμου ριψοκίνδυνος και σκληροτράχηλος σαμποτέρ,μετά τον πόλεμο-και προσπαθώντας να καταλάβει τον λόγο για τον οποίο φυλακίστηκε ο φίλος του Ζαν Φρανσουά, έρχεται αντιμέτωπος με την κατάρρευση όλων των πεποιθήσεών του,και κυρίως με την κατάρρευση του εαυτού του. •Τι είναι αυτό που οδηγεί τον άνθρωπο υπό ακραίες συνθήκες να κυλιστεί στον βούρκο της αθλιότητας έχοντας στραμμένο το βλέμμα ταυτόχρονα στα υψηλότερα των ιδανικών; •Ποια εσωτερική δύναμη τον σπρώχνει να στραφεί εναντίον του φίλου, του γείτονα, του συναδέλφου, όντας ο ίδιος στην ίδια άθλια μοίρα; •Ήρωες και "ήρωες" ,προδότες και δωσίλογοι, αντιστασιακοί και συνεργάτες του κατακτητή ακούσιοι ή και εκούσιοι, επαναστάτες εξ αποστάσεως,φαφλατάδες,πολιτικοί σε κρίση και ένας κόσμος του πνεύματος σε παραλήρημα,ένα παιδί που δεν σταματάει να κλαίει κι ένα παιδί που αμέριμνο και αθώο περιμένει να γεννηθεί, οδηγούν τον Νιλς σε ένα ταξίδι βαθιά στα έγκατα του μυαλού και του ψυχισμού του. Ταυτόχρονα με τον Νιλς όμως,και προχωρώντας οι σελίδες, έρχεται κι ο αναγνώστης αντιμέτωπος με το ερώτημα:Κι εσύ, τι θα έκανες στη θέση μου;
*Γραμμένο με θεατρική γραφή ως επί το πλείστον,και χωρισμένο σε πράξεις,διαβάζοντάς το ο αναγνώστης βυθίζεται σε έναν κυκεώνα ιστορικών προσωπικοτήτων,πραγματικών γεγονότων και συγκλονιστικών μαρτυριών.Αυτό οδηγεί σε αρκετή αναζήτηση στοιχείων στο διαδίκτυο,πράγμα που διευκολύνει αρκετά την ανάγνωση, ειδικά για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με το βιογραφικό και την επαγγελματική πορεία των ανθρώπων που απαντώνται στην πορεία. Παρόλο που δεν πραγματεύεται κάτι πρωτότυπο και πρωτόγνωρο-ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος είναι αγαπημένο θέμα πολλών συγγραφέων-αυτό που πραγματικά εντυπωσιάζει στον Νιλς του Ραγκουνιό είναι η πυρετώδης και ασφυκτική γραφή του, που σου κόβει την ανάσα, σε βουτάει στη θλίψη, σε γεμίζει αηδία, και σου δίνει ελπίδα-πολλές φορές μέσα στην ίδια σελίδα. 5⭐
Ce roman n’est pas le troisième volet des enquêtes du père Kern, rien à voir. L’auteur change de personnage et d’époque mais toujours pour mettre en lumière certains aspects peu reluisants de la société qu’il décrit.
Le titre du roman porte le nom du personnage principal, même si ce prénom est fort peu prononcé dans le roman, le narrateur préférant utiliser son nom de famille Rasmussen. Celui-ci part à la recherche du passé de son ancien ami Jean-François Cannonier qui a écrit 3 pièces avant-guerre que Rasmussen a mis en scène.
Jean-François est en prison et attend son procès pour Collaboration. A travers les témoignages de ceux qui l’ont connu, Rasmussen tentera de percer le mystère de l’ami qu’il croyait connaître.
Encore une fois, j’ai aimé le décor de ce roman de l’auteur : l’immédiate après-guerre, quand les fusils sont encore fumant des derniers coups échangés ; que les Collaborateurs tentent d’échapper au pire.
J’ai aimé les deux chapitres façon pièce de théâtre, ce qui rend moins aride les dialogues entres les personnalités lors de ces deux scènes.
J’ai aimé le personnage de Niels qui jamais ne se glorifie d’être un Résistant dans son pays : il sait ce que lui a coûté son combat, et tous ses compagnons sont morts à cause de leurs actions glorieuses une fois la paix revenu. La Résistance est aussi faite de bassesses que l’on assume, ou pas.
J’ai aimé détester le personnage de Canonnier qui s’enferme dans son désert de création jusqu’à la lie.
Je me demande, au final, si ce roman n’est pas un roman sur Louis Jouvet qui a habillement passé les années de guerre en Amérique Latine pour un théâtre engagé….
Un grand roman qui oscille entre ombre et lumière : comme au théâtre où le régisseur choisi ce qu’il éclaire sur scène.
Merci, M. Ragougneau pour ce roman intelligent, comme toujours. Comme écrit dans votre dédicace, j’ai hâte de retrouver le père Kern qui a encore des choses à dire, ou un autre nouveau personnage.
L’image que je retiendrai :
Celle de Rasmussen se promenant dans son ancien théâtre, une servante à la main.
mai 45, les derniers jours de la seconde guerre mondiale. C'est un très beau roman sur le théâtre, sur les choix, celui de faire, de ne rien faire, sur les frontières de ce que nous qualifions le bien et le mal. C'est très bien construit intelligent, avec une ambiance de la libération totalement désordonnée