Πώς η ελληνική κοινωνία απομνημόνευσε το πρόσφατο και το απώτερο παρελθόν της – την Αρχαιότητα, το Βυζάντιο, την Ελληνική Επανάσταση και την «πολεμική δεκαετία» 1912-1922; Πώς η πολιτισμική μνήμη συνδέθηκε με τις πολεμικές εμπειρίες (νίκη ή ήττα, μαζικός θάνατος και πένθος, ήρωες και μάρτυρες); Πώς η νοηματοδότηση και η ερμηνεία του παρελθόντος έγιναν αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή σύγκρουσης ανάμεσα σε τοπικές και κοινωνικές ομάδες;
Με έμφαση στην επιθυμία των ανθρώπων να «δουν» και να «βιώσουν» το παρελθόν, η μελέτη αξιοποιεί ένα μεγάλο εύρος πηγών, όπως ελαιογραφίες, λιθογραφίες, φωτογραφίες, μνημεία (ανδριάντες, προτομές, μνημεία πεσόντων), τελετές μνήμης και εθνικές επετείους, σκηνοθετημένα ιστορικά δρώμενα, tableaux vivants, αναβιώσεις αρχαίου δράματος και αρχαίων εθίμων, παρελάσεις και λαϊκά εμπορικά θεάματα. Η δραματοποίηση της ιστορίας και η ενσυναίσθηση, η επιδίωξη της αυθεντικότητας μέσω της αληθοφάνειας και εν τέλει η παραπλάνηση και η ψευδαίσθηση προσεγγίζονται ως στοιχεία μιας νεωτερικής ιστορικής συνείδησης που αναδύεται σχεδόν ταυτόχρονα σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Ξεκινώντας από το 1821, γενέθλια πράξη του σύγχρονου ελληνικού κράτους, και φθάνοντας στο 1930, όταν γιορτάζεται η επέτειος των πρώτων εκατό χρόνων ανεξαρτησίας, το βιβλίο αυτό αναλύει τις πολιτισμικές πρακτικές μέσω των οποίων αναπαριστάνεται, σκηνοθετείται, επιτελείται και «καταναλώνεται» το παρελθόν στον δημόσιο χώρο. Πρόκειται για μια κοινωνική και πολιτισμική ιστορία της μνήμης κατά τον πρώτο κρίσιμο αιώνα του ελληνικού κράτους, όταν διαμορφώνεται ο Κανόνας της ιστορικής μνήμης που ορίζει και στηρίζει την εθνική ταυτότητα. Ο τρόπος που θυμόμαστε σήμερα την Ελληνική Επανάσταση, το πάνθεον των ηρωικών μορφών, η σχέση αρχαίας και νέας Ελλάδας και η θέση του Βυζαντίου συνδέονται με τόπους μνήμης, υλικούς και συμβολικούς, που οικοδομήθηκαν εκείνη την εποχή.
Η Χριστίνα Κουλούρη είναι Καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο όπου και εξελέγη Πρύτανις το 2020.
Έχει σπουδάσει στο Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην École des Hautes Études en Sciences Sociales και στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Paris I).
Έχει διδάξει και έχει δώσει διαλέξεις σε ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια στην Ευρώπη, την Ασία και τις ΗΠΑ. Ήταν επισκέπτρια καθηγήτρια και ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (2010), στο Πανεπιστήμιο Princeton (2017) και στο Πανεπιστήμιο του Regensburg (2019).
Έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα για τη διδασκαλία της ιστορίας, τα σχολικά εγχειρίδια, τη συγκρότηση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας και ιστορικής μνήμης, τη βαλκανική ιστορία, τη δημόσια ιστορία και την ιστορική κουλτούρα, καθώς και την ιστορία του αθλητισμού και των Ολυμπιακών Αγώνων.
Μέσα στην πληθώρα των βιβλίων που γνωρίζει ο εκδοτικός χώρος χάριν της επετείου των διακοσίων χρόνων από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, το βιβλίο της Χ. Κουλούρη,καθηγήτριας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο τμήμα Πολιτικής Ιστορίας και Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, αποτελεί μία ξεχωριστή, όσο και αξιοπρόσεκτη αναγνωστική επιλογή. Και αυτό διότι δεν ασχολείται αμιγώς με την ίδια την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, όπως τόσα και τόσα άλλωστε βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει προσφάτως, αλλά με την πρόσληψή της στην ιστορική μνήμη και στην επιρροή που αυτή άσκησε στον σχηματισμό της εθνικής μας ταυτότητας από το 1821 έως και το 1930.
Το σύγγραμμα, επομένως, εντάσσεται στον χώρο της δημόσιας ιστορίας, εφόσον το αντικείμενό του ορίζεται από την ίδια τη συγγραφέα ως "οι πολιτισμικές πρακτικές που συνδέονται με την ιστορική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας, οι αναπαραστάσεις και οι επιτελέσεις του παρελθόντος στον δημόσιο χώρο μέσω μιας μεγάλης ποικιλίας πράξεων απομνημόνευσης, κατά τον πρώτο κρίσιμο αιώνα του ελληνικού κράτους".
Πολιτισμική και κοινωνική μνήμη, προφορική ιστορία και μνήμη, εικόνες που εκλαμβάνονται ως ιστορία, καθώς και συλλογική μνήμη, η οποία εδώ ταυτίζεται με την εθνική μνήμη, είναι θέματα τα οποία θα μας απασχολήσουν κατά την ανάγνωση του καλογραμμένου επιστημονικού συγγράμματος της κυρίας Χ. Κουλούρη.
Αναλυτικότερα, στο πρώτο κεφάλαιο εξετάζεται η πρόσληψη της Επανάστασης αμέσως μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, πως δηλαδή αυτή αποτυπώθηκε στις πρώτες λιθογραφίες και στην ευρωπαϊκή ζωγραφική καθώς και στην εικόνα που είχαν οι Φιλέλληνες και ο απλός λαός γι' αυτήν.
Το δεύτερο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στη γλυπτική και στους ανδριάντες των προσωπικοτήτων της Επανάστασης που ανεγέρθηκαν καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Η τρίτη ενότητα εξετάζει τα περίφημα "πανοράματα" της Επανάστασης, το είδος εκείνο της ιστορικής ζωγραφικής το οποίο έγινε μόδα στην Ευρώπη τον 19ο αιώνα πριν από την έλευση του κινηματογράφου.
Το τέταρτο κεφάλαιο ασχολείται με την πρόσληψη του νέου παρελθόντος στη δημόσια ιστορία, δηλαδή με την πρόσληψη σημαντικών ιστορικών γεγονότων που ακολούθησαν την Επανάσταση, όπως η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, ο μακεδονικός αγώνας, οι βαλκανικοί πόλεμοι και η μικρασιατική καταστροφή. Το επόμενο κεφάλαιο, αντίθετα, εστιάζει στο παλαιό παρελθόν, δηλαδή στην αποτύπωση της αρχαιότητας και του Βυζαντίου στη σφαίρα της δημόσιας ιστορίας και της συλλογικής μνήμης.
Η έκτη ενότητα είναι αφιερωμένη στην αναβίωση του παρελθόντος με τις ανασκαφές των ξένων αρχαιολόγων, τις Δελφικές Εορτές και τη διοργάνωση στην Αθήνα το 1896 της πρώτης σύγχρονης Ολυμπιάδας. Το έβδομο κεφάλαιο εξετάζει την χρήση και τον συμβολισμό της περίφημης φουστανέλας και πως αυτή κατέληξε να γίνει το σήμα κατατεθέν της Ελληνικής Επανάστασης. Παράλληλα, η συγγραφέας ασχολείται γενικότερα με τις παραδοσιακές φορεσιές, όπως η γυναικεία φορεσιά "Αμαλία", αλλά και με τον Καραγκιόζη, το πιο λαϊκό θέαμα το οποίο παραπέμπει ευθέως στην τουρκοκρατία.
Η όγδοη ενότητα εξετάζει ενδελεχώς τις πομπές, παρελάσεις και τα δρώμενα παντός είδους, διαλύοντας τον μύθο ότι οι μαθητικές παρελάσεις αποτελούν εφεύρημα του μεταξικού καθεστώτος, αφού η συγγραφέας μας πληροφορεί ότι αυτές λάμβαναν χώρα σποραδικά στη χώρα μας ήδη από τη δεκαετία του 1870 και ήταν αποτέλεσμα της ολοένα αυξανόμενης στρατιωτικοποίησης της Ευρώπης πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο τελευταίο κεφάλαιο αναλύεται διεξοδικά η διοργάνωση της πρώτης εκατονταετηρίδας της Ελληνικής Επανάστασης, η οποία, ατυχώς, συνέπεσε με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το τελευταίο αυτό κεφάλαιο αναμφίβολα θα μας δημιουργήσει συνειρμούς σχετικά με την επέτειο της δεύτερης εκατονταεηρίδας της Ελληνικής Επανάστασης την οποία ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε με το νέο έτος.
Το συμπέρασμα από όλα αυτά τελικά είναι ότι οι μνήμες μας ως έθνος αποτελούνται τελικά τόσο από τις φουστανέλες της Επανάστασης όσο και από τις χλαμύδες της αρχαιότητας, με τις χριστιανικές μνήμες του Βυζαντίου να μην απουσιάζουν από την ολοκληρωμένη εικόνα του παρελθόντος μας.
Η Χ.Κ με εμπεριστατωμένη μελέτη προσφέρει σε όλους τους Έλληνες αναγνώστες την ευκαιρία να ζήσουν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της τις γιορτές, τις τελετές δημόσιας μνήμης, τις περιπέτειες ανέγερσης των ανδριάντων των αγωνιστών, την πρώτη σύγχρονη Ολυμπιάδα και άλλα πολλά αληθινά συμβάντα τα οποία έλαβαν χώρα στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα στη χώρα μας. Εν κατακλείδι, πρόκειται για μία εναλλακτική αναγνωστική επιλογή την οποία θα έπρεπε να διαβάσει κάθε Έλληνας προκειμένου να γνωρίσει καλύτερα όχι το ίδιο το παρελθόν του, αλλά το πως είδαν το παρελθόν αυτό οι γενιές πριν από αυτόν.
Ένα πολύ καλά τεκμηριωμένο επιστημονικό έργο για τη διαμόρφωση των αντιλήψεων για την Ελληνική Επανάσταση του 1821 κατά τα πρώτα 100 (περίπου) χρό9νια του ελληνικού κράτους και οι οποίες φυσικά είναι η βάση και της σημερινής δικής μας "εικόνας" για την επανάσταση. Διαβάζεται εύκολα και από μη ειδικούς καθώς το κείμενο είναι εξαιρετικά προσιτό και εύληπτο και περιέχει πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία εν πολλοίς άγνωστα στο ευρύ κοινό.
Εξαιρετική έρευνα για εορτασμούς και μνημεία στην Αθήνα και στην επαρχία κατά τα εκατό πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους. Το βιβλίο είναι ακαδημαϊκό και ενδεχομένως να κουρασει τους αναγνώστες δίχως ειδικό ενδιαφέρον, όπως κούρασε κάπως κι εμένα προς το τέλος. Ανεξαρτήτως κοπώσεως, το πόνημα είναι εξαιρετικο. Δύο πράγματα για όσους δεν θα το διαβάσουν:
α) τον Κολοκοτρώνη βλέπουμε με περικεφαλαία, αλλά είναι μόνο εικονογραφικό πρότυπο. Αντιθέτως, εκείνος που σύμφωνα με μαρτυρίες φορούσε περικεφαλαία ήταν ο Παπαφλέσσας, που αρχικά εικονιζόταν έτσι. Μια εκ του φυσικού εικονογράφηση του Γέρου δείχνει έναν άνθρωπο ισχνό, αναγνωρίσιμα Αρβανίτη όπως τους βλέπω σήμερα.
β) Για τον Μεταξά λέγεται ότι ξεκίνησε τις μαθητικές παρελάσεις, αλλά οι μαθητές είχαν στρατικοπιηθει κατά το 19ο αιώνα και συμμετείχαν έτσι στους εορτασμούς.