Ο χαράκτης Φώτης Βάρθης, εμπνεόμενος από τις παραλογές, φιλοτέχνησε εννιά χαρακτικά έργα που μιλούν για τις εκφάνσεις του γυναικείου πόνου. Τα αρχετυπικά μοτίβα της θυσίας, του αποχωρισμού, της κακοποίησης, της βίας, της προσμονής, τοποθετούνται σε ένα άχρονο και άτοπο εικαστικό περιβάλλον, που διατηρεί την ένταση και το λυρισμό του δημοτικού τραγουδιού, με αναφορά στο αφηγηματικό στοιχείο των παραλογών.
Ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης κλήθηκε να διηγηθεί εκ νέου τις ιστορίες αυτές, έχοντας όμως πλέον ως αφετηρία τα χαρακτικά και όχι τα δημοτικά τραγούδια. Δημιούργησε έτσι μια σειρά εννιά ιστοριών που συνομιλούν με το έργο του Βάρθη, αλλά αποδίδουν τη δική του προσέγγιση.
Ο Φώτης Βάρθης γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη γραφιστική φοίτησε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Το 2015 αποφοίτησε από το Α΄ εργαστήριο χαρακτικής. Έχει συμμετάσχει με έργα του σε πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Το Γυναίκες που επιστρέφουν έχει κάποια χαρακτηριστικά που το καθιστούν ελκυστικό βιβλίο: ✔️ Εξωφυλλάρα από τον χαράκτη Φώτη Βάρθη. ✔️ Μια γραμματοσειρά μούρλια. Ειδικά το Ξ είναι to die for. ✔️ Είναι 80 σελιδούλες, άρα είναι ελαφρύ (για πιάσε το, δεν πάει ούτε ένα κουάρτο). Και το διαβάζεις μονοκοπανιά, σαν να πίνεις σφηνάκι. ✔️ Είναι φλέξι, οπότε -με λίγη προσπάθεια- μπορεί να χωρέσει ακόμα και στην τσέπη σου! Όχι αυτή στο τζιν που με το ζόρι χωράει ο δείκτης, αυτή είναι για τον μισθό. Εννοώ την τσέπη του πανωφοριού σου.
Τώρα, πάμε στα στοιχεία που το κάνουν γαμάτο βιβλίο. ✔️ Συνεργασία Τσαπραΐλη-Βάρθη. Δεν ήξερες ότι μπορεί να είναι τόσο αρμονική, μέχρι που διαβάζεις τις πρώτες σελίδες. ✔️ Είναι μια ωδή όχι μόνο στον πόνο της Γυναίκας, αλλά και στον θάνατο. Τη μνήμη. Τη λήθη. Τη νοσταλγία. Και, φυσικά, τη γη. ✔️ Οι 9 ιστορίες είναι βγαλμένες από παραλογές δημοτικών τραγουδιών. Και είναι τόσο τρομαχτικές όσο (δεν) φαντάζεσαι. Το λες και μια χαρά για Χάλοουϊν (the Greek folk edition).
Τι να πει κανείς για αυτό το πολύ ιδιαίτερο βιβλίο; Δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα από τον ίδιο τον Φώτη Βάρθη στον πρόλογο. Πρόκειται για 9 ιστορίες του πόνου γυναικών που υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Τόσο τα χαρακτικά όσο και οι ίδιες οι ιστορίες είναι εμπνευσμένα από παραλογές του δημοτικού τραγουδιού και είναι σκοτεινά, γεμάτα πόνο και θρήνο. Προσωπική αγαπημένη ιστορία αυτή των γυναικών που τραγουδούν αποχαιρετισμούς. Τον Φώτη Βάρθη τον γνώρισα μέσα από την "Ρομφαία της Αυγής". Τον Χρυσόστομο Τσαπραΐλη μέσα από τις "Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας". Βρίσκω και τα 3 αυτά βιβλία πολύ ιδιαίτερα και σίγουρα άξια να διαβαστούν από όλους. (Επίσης με φανταστικά εξώφυλλα).
Σκοτεινές ιστορίες βασισμένες σε θρύλους, με κεντρικό πρόσωπο την καταραμένη γυναίκα. Δύσκολη γραφή, παλιακή και βαριά. Παρόλο που ήταν σύντομες ιστορίες, δε διαβάζονται εύκολα. Γίνεται προσπάθεια για βάθος, για δεύτερα επίπεδα και συμβολισμούς, που δεν είναι ακριβώς του γούστου μου. Πολλές περιγραφές, καθόλου διάλογος, το POV είναι πολύ ξένο και αποξενωμένο. Με λίγα λόγια, παλιά ελληνική γραφή. Παρόλα αυτά, η γοτθική ατμόσφαιρα, το θανατικό και το υπερφυσικό το ανεβάζουν πολύ. Μια μετάφραση στ' αγγλικά, πχ, θα είχε σίγουρα χτυπήσει μια πιο σκοτεινή, ζοφερή φλέβα, απαγκιστρωμένη από την ελληνική παράδοση και γραφή (αλλά φαντάζομαι ότι οι δημιουργοί ακριβώς αυτή τη σχέση με την παράδοση ήθελαν να πετύχουν).
Δύο υπέροχοι δημιουργοί, χαράσσουν τον γυναικείο πόνο με σεβασμό και τρυφερότητα. Αισθάνεσαι, αγγίζεις κάθε πληγή. Ακούς τον θρήνο. Μυρίζεις το ξύλο πορτοκαλιάς. Γοητευμένη.
Οι γυναίκες που επιστέφουν, έχουν ολόδική τους μυστηριώδη μαγεία. Έχουν, τη δική τους μουσική που ψιθυρίζει γύρω τους , έναν ήχο απόκοσμο και πρωτόγνωρο που κλέβει από μοιρολόγια, αλλά και δική τους μυρωδιά να τις κυνηγά, μυρωδιά από παγωμένη βροχή και χώμα υγρό.
Έχουν τη δική τους μορφή. Η μορφή τους είναι ασπρόμαυρη, στερείται κάθε χρώμα και χτίζεται από βαθιές χαρακιές, όπως χαράσσεται η ιστορία τους από τη βία, τον πόνο, τη θυσία, και την αιώνια, ασταμάτητη προσμονή, για κάτι (ναι αλλά για τι;).
Έχουν το δικό τους βλέμμα, είναι και αυτό μόνο δικό τους, μυσταγωγικό, βλέπει όσα μπορούν να ιδωθούν, όσα είναι απτά, όσα είναι του κόσμου μας μα και όλα εκείνα που δεν υπάρχουν, τα αερικά δίχως ύλη ή υπόσταση, που δεν ανήκουν και δεν ανήκαν ποτέ στο Εδώ.
Θα έλεγα λοιπόν, πως Οι γυναίκες που επιστέφουν, δεν είναι ένα απλό βιβλίο (σίγουρα δεν είναι, περιέχει εννέα καθηλωτικά χαρακτικά), αλλά ένα απομονωμένο σύμπαν διήγησης και ανάγνωσης που φέρει όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Ένα σύμπαν που καταφέρνει κανείς, αν το θέλει, να το δει, να το ακούσει, να το μυρίσει. Το σύμπαν αυτό, παίρνει ζωή που διαρκεί όσο και ο χρόνος ανάγνωσης και είναι τόσο έντονο και ουσιαστικά δομημένο, που έχει τη δύναμη να καταλαμβάνει τον κόσμο και να γίνεται, η μία αλήθεια.
Οι γυναίκες που επιστρέφουν, οι Γυναίκες που χτίζουν γέφύρια, που κλαίνε στο βυθό, οι Γυναίκες με τα ρόδινα στεφάνια και αυτές που ξεπληρώνουν πάθη, οι Γυναίκες που πετούν με αλκυόνες και όσες περιμένουν, όλες αυτές οι γυναίκες, έχουν κάτι από εμάς, κάτι δικό μας που και εμείς πολύ λίγο το γνωρίζουμε και αφήνουμε να το εκδηλωθεί. Όλες αυτές οι γυναίκες, είναι οι προγιαγιάδες, οι γιαγιάδες και μετά οι μητέρες μας. Και έτσι, όλες αυτές οι γυναίκες, γίνανε εμείς.
Είναι λοιπόν κατά την άποψη μου, ένα εξαιρετικό έργο, με διηγήσεις για εννέα γυναίκες, που ως μορφές εντοπίστηκαν πρώτα σε παραλογές και δημοτικά τραγούδια, πήραν ζωή μέσω των χαρακτικών έργων, που έγιναν η αφετηρία για σύγχρονες ολοκληρωμένες διηγήσεις, στις οποίες κλείνει και ο κύκλος της ύπαρξής τους. Όλα αυτά, χαρακτικά, διηγήσεις και καλλιγραφικοί τίτλοι, φτιάχνουν αυτό το βιβλίο, που εγώ βίωσα τόσο έντονα και για αυτό το κατατάσσω σε ένα από καλύτερα που έχω διαβάσει.
Πόσο πολύ μου άρεσε. Και το άλλο του Τσαπραΐλη Χριστούγεννα το είχα διαβάσει. (τουλάχιστον πριν τρία χρόνια δεν είχε 19 βαθμούς Κελσίου έξω, ήταν και το lockdown της πρώτης χρονιάς του κορωνοϊού!) Είμαι ολίγον αλοπαρμένος και τα πιστεύω όλα αυτά τα μεταφυσικά, γοτθικά, παγανιστικά μέσα στις πιο μεγάλες νύχτες του Χειμώνα, οπότε δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη προσπάθεια εκ μέρους του συγγραφέα για να με πείσει.
Αισθάνθηκα πως οι ιστορίες συνέβαλλαν στη διάδοση των παθημάτων των γυναικών και στην ενσυναίσθηση εκατό φορές περισσότερο από κάτι σύγχρονα νεοελληνικά γυναικεία «φεμινιστικά» πονήματα γεμάτα μίσος, εμφανή ψευτιά και ρηχότητα.
Εξαιρετικός και ο χαράκτης Βάρθης, ήμασταν συμφοιτητές στην ΑΣΚΤ και έκανε από τότε μαγικά πράγματα, η Πτυχιακή του είχε επηρρεάσει τόσο πολύ τη δική μου. Δικαίως γίνεται γνωστός.
Η γυναικεία παρουσία (με διάφορες μορφές) ενυπάρχει στη λαϊκή μας παράδοση και φυσικά και στα δημοτικά τραγούδια. Άλλοτε ως μάνα, άλλοτε ως κόρη, ως σύζυγος ή ως ερωτικός στόχος, ακόμα κι όταν δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο, πάντοτε είναι καθοριστική η παρουσία της γυναικείας φιγούρας στην εξέλιξη της ιστορίας που αφηγείται ο λαός στα τραγούδια του. Από αυτό το πρωτογενές υλικό εμπνεύστηκαν οι Φώτης Βάρθης και Χρυσόστομος Τσαπραΐλης προκειμένου μέσα από την τέχνη του ο καθένας (τη χαρακτική και τη λογοτεχνία αντίστοιχα) να φέρουν στο προσκήνιο τις γυναίκες και τις ιστορίες τους. Συνομιλώντας με την παράδοση, αλλά και με σύγχρονη ματιά, οι δύο δημιουργοί αλληλοτροφοδοτούν ο ένας την τέχνη του άλλου χαρίζοντάς μας ένα σύνολο χαρακτικών και διηγημάτων που περιλαμβάνονται στη συλλογή « Γυναίκες που επιστρέφουν» η οποία κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αντίποδες.
Στη συλλογή «Γυναίκες που επιστρέφουν» περιλαμβάνονται ��ννιά διηγήματα με ιστορίες γυναικών γραμμένες από τον Χρυσόστομο Τσαπραΐλη που συνοδεύονται από αντίστοιχο αριθμό χαρακτικών φιλοτεχνημένων από τον Φώτη Βάρθη. Μάλιστα τα χαρακτικά αποτελούν την πρώτη ύλη με βάση την οποία ο Τσαπραΐλης πλάθει μία ολοκληρωμένη ιστορία. Τα έργα του Βάρθη είναι χαραγμένα σε ξύλο πορτοκαλιάς, όπως αναφέρει ο ίδιος στην αρχή του βιβλίου, στο οποίο ευχαριστεί τον εκλιπόντα φίλο του, που του πρόσφερε το συγκεκριμένο υλικό. Οι φιγούρες του είναι φανερά επηρεασμένες από τη βυζαντινή τέχνη, χωρίς ωστόσο την αυστηρότητα που παραδοσιακά τη χαρακτηρίζει. Η τέχνη του Βάρθη είναι πιο ελεύθερη, λιτή, δίνει έμφαση στην απόδοση του συναισθήματος, στην αναπαράσταση του γυναικείου πάθους και όχι στον ρεαλισμό. Όπως έχει αναφέρει και ο ίδιος σε συνέντευξή του , «Στη βυζαντινή ζωγραφική, λόγω του ότι δεν υπάρχει αυτό το ρεαλιστικό στοιχείο, είναι όλα κατά σύμβαση, δηλαδή μια μύτη αν την απομονώσεις δεν είναι ρεαλιστική, αλλά όταν μπει σε αυτό το σχήμα καταλαβαίνεις ότι είναι ξεκάθαρα μία μύτη, το ίδιο και ένα αυτί, ένα μάτι.» και συνεχίζει «στη βυζαντινή ζωγραφική, βλέπεις ένα πρόσωπο το οποίο δεν είναι φυσικό, άρα προσπερνάς την θεατρικότητα και πηγαίνεις πιο άμεσα στο πνευματικό, γιατί αυτό που βλέπεις δεν είναι κάτι φυσικό. Η σύμβασή του είναι ότι αυτός είναι ο Χριστός, οπότε πας εκεί χωρίς να μεσολαβήσει τίποτα άλλο. Αυτό ουσιαστικά είναι εικαστικό τρικ, το οποίο σε πάει πιο άμεσα εκεί που στοχεύει. Σε πάει κατευθείαν στο πρόσωπο ή στην ουσία αυτού που θέλεις να απευθυνθείς. Η βυζαντινή ζωγραφική έχει τόσα πολλά to the point πράγματα με τα οποία έχει συντάξει την εικαστική της γλώσσα που είναι από τις πιο ολοκληρωμένες. Για αυτό που θέλουν να πετύχουν, έστω.»
Τα χαρακτικά του Βάρθη που περιλαμβάνονται στη συλλογή, πρωτοπαρουσιάστηκαν στο Κέντρο Τεχνών «Μετς» στην ατομική έκθεση χαρακτικής με τίτλο «Εννέα σπουδές στον πόνο». Από αυτά εκκινεί ο Τσαπραΐλης και πλέκει τις γυναικείες ιστορίες του τόμου. Αν και η κάθε ιστορία έχει ως πρωταγωνίστρια μία γυναίκα, έχει ενδιαφέρον το γεγονός πως στον τίτλο κάθε διηγήματος επαναλαμβάνεται η χρήση του πληθυντικού αριθμού («γυναίκες»). Με αυτόν τον τρόπο υπονοείται ένα συλλογικό βίωμα. Ο πόνος, το πάθος, ο θρήνος, η νοσταλγία δεν αφορούν μία συγκεκριμένη γυναίκα αλλά όλες μας, τις μανάδες, τις αδερφές, τις φίλες μας. Γι’ αυτόν τον λόγο οι ιστορίες της συλλογής τοποθετούνται αόριστα στον τόπο και στον χρόνο προσδίδοντας τους έτσι διαχρονικό χαρακτήρα.
Κυρίαρχα θέματα στα διηγήματα του Τσαπραΐλη είναι ο πόνος, η εγκατάλειψη, ο θάνατος, η αγάπη, ο έρωτας, η προδοσία και η νοσταλγία. Κεντρική φιγούρα αποτελεί η Μήστρα, η ιστορία της οποίας εκτυλίσσεται στο πρώτο διήγημα και η οποία συνδέει υπόγεια όλους τους γυναικείους χαρακτήρες. Η κάθε γυναίκα βιώνει το προσωπικό της δράμα ακριβώς επειδή η μοίρα της συνδέεται με τη Μήστρα. Ο συνδετικός ρόλος του χαρακτήρα της Μήστρας δηλώνεται ήδη από τις πρώτες γραμμές του βιβλίου:
«Κάλλιο το νεκροφίλημα παρά το στήθος της Μήστρας»
Οι ιστορίες του Τσαπραΐλη με τη σειρά τους είναι και αυτές επηρεασμένες από τα δημοτικά τραγούδια, όπως ακριβώς και τα χαρακτικά. Όμως δεν κινείται αυστηρά στα πλαίσια της ελληνικής παράδοσης αλλά δανείζεται στοιχεία και από παραδόσεις άλλων χωρών και πολιτισμών. Αυτή η μείξη πιθανόν αποτυπώνεται και στα προσεκτικά διαλεγμένα ονόματα όπως είναι η «Τοάμνα» που στα ρουμάνικα σημαίνει «φθινόπωρο» ή ο «Αλμερίχ» που στη γοτθική γλώσσα σήμαινε «κυβερνήτης».
Ο Τσαπραΐλης χρησιμοποιεί μία ιδιαίτερη γλώσσα, λυρική, σχεδόν ποιητική. Όμως οι κόσμοι που χτίζει με αυτήν είναι σκοτεινοί, γεμάτοι πόνο, θλίψη και θάνατο. Έτσι αντίστοιχα κι ο γλωσσικός του ρυθμός είναι αργός, θλιμμένος, ενδοσκοπικός. Θυμίζει τα μοιρολόγια ή τα ηπειρώτικα τραγούδια απ’ τα οποία συχνά εκκινούν οι ιστορίες που διηγούνται ο ίδιος και ο Βάρθης στα χαρακτικά του. Παράλληλα ο Τσαπραΐλης διατηρεί ένα καλοδουλεμένο και βαθιά προσωπικό λογοτεχνικό ύφος, το οποίο γνωρίσαμε στο προηγούμενο συγγραφικό του πόνημα, τις «Παγανιστικές Δοξασίες της Θεσσαλικής Επαρχίας». Οι παραστατικές του περιγραφές πλάθουν εικόνες έντονες, σχεδόν ζωντανές. Με την επιμονή του στη λεπτομέρεια και την καθηλωτική ατμόσφαιρα που δημιουργεί διεγείρει όλες τις αισθήσεις του αναγνώστη, τον μαγνητίζει σε σημείο να νιώσει ότι παρίσταται και ο ίδιος στη σκηνή, αγγίζοντας το βρεγμένο χώμα, μυρίζοντας το λιβάνι:
«Μα όταν έπιασαν τους λόφους που ήταν από παλιά σπαρμένοι με πηγάδια και πέτρινες στήλες, ένα βραχνιασμένο αηδόνι έριξε ανάθεμα στον Αλμερίχ για το λιβάνι που ανάδινε το σάπιο δέρμα του»
Στις σελίδες της συλλογής «Γυναίκες που Επιστρέφουν» ο αναγνώστης θα έρθει αντιμέτωπος με ιστορίες που κάτι του θυμίζουν, με μύθους που κάπου τους έχει ξανακούσει. Όμως, τα έργα και των δύο καλλιτεχνών, παρ’ όλο που συνομιλούν με το παρελθόν και την παράδοση, δεν επιδιώκουν να ανασύρουν απλώς ιστορίες ξαναειπωμένες αλλά να πλάσουν με παλιά και με νέα υλικά διηγήσεις καινούριες, σύγχρονες και ταυτόχρονα διαχρονικές. Ο Βάρθης εξηγεί σχετικά ότι σκοπός του δεν είναι μία απλή εικονογράφηση των δημοτικών τραγουδιών στα χαρακτικά του, αλλά «να γίνει μια ψηλάφηση του πόνου μέσα από αυτές τις φιγούρες ως συμβολικές αναπαραστάσεις».
Ένα πολύ ιδιαίτερο εγχείρημα υφασμένο από ιστορίες που γεννιούνται από δημοτικά τραγούδια και παραδόσεις. Γυναίκες της καθημερινότητας σε κάθε ρόλο που όμως πηγάζει από μέσα τους ακατανίκητη δύναμη και φυσικά, όλες ξεπερνώντας τον Θάνατο, τον Έρωτα, τη Μητρότητα.
Το εξώφυλλο όπως και οι εικόνες μέσα στο βιβλίο θυμίζουν βυζαντινές εικόνες, μιλούν για ιέρειες και για Αγιες , όπως ακριβώς οι ιστορίες. Αποδίδουν πλήρως το πνεύμα του έργου.
Γυναίκες που Επιστρέφουν -σε τι; Για μένα, Γυναίκες που Επιστρέφουν ακόμα κι από την Κόλαση και ποτέ δεν είναι ηττημένες.
Ένα βιβλίο σαν σύγχρονο δημοτικό τραγούδι που θα τραγουδιέται υπόγεια πίσω από κομμένες γραμμές τηλεφώνου και σε ασύρματα δίκτυα υπολογιστών.
Ένα εξαιρετικό έργο, το οποίο συνδυάζει την τέχνη της χαρακτικής με τη λογοτεχνία, έχοντας ως αφετηρία του το δημοτικό τραγούδι. Τα χαρακτικά είναι πανέμορφα και η καταπληκτική γραφή δημιουργεί αβίαστα εικόνες και συναισθήματα. Αν έπρεπε να διαλέξω μια ιστορία, αυτή θα ήταν η αριστουργηματική "γυναίκες με ρόδινα στεφάνια".
Δυο πολύ αγαπημένοι Έλληνες δημιουργοί συμπράττουν σε ένα αληθινό κομψοτέχνημα λαογραφικού παραμυθιού και τρόμου. Τα χαρακτικά του Φώτη Βάρθη, βγαλμένα απευθείας μέσα από τη σφαίρα του Μύθου, αποπνέουν μια αιθέρια, ολότελα θηλυκή ομορφιά, αλλά ταυτόχρονα και μια ανείπωτη, αρχέγονη οδύνη, ενώ οι αφηγήσεις του Χρυσόστομου Τσαπραϊλή είναι ένα μετέωρο χάδι που σε κυριεύει και σε συγκλονίζει. Όχι όμως χάδι γνώριμο, ζεστό και γαλήνιο, όπως το χάδι ενός αγαπημένου, αλλά χάδι ανόσιο, παγερό, και φρικαλέο — το χάδι του θανάτου.
Εννέα ατμοσφαιρικά διηγήματα, εμπνευσμένα από δημοτικές παραλογές και τις πανέμορφες ξυλογραφίες του Βάρθη. Επίκεντρο τους η γυναίκα που πονάει. Προσωπικά αγαπημένα: Γυναίκες που φιλούν κυπαρίσσια ("Ο Γιάννος και η Μαριγώ") και Γυναίκες που επιστρέφουν ("Του νεκρού αδελφού").
Τέσσερα για τα χαρακτικά του Βάρθη και μόνο. Και την - όπως πάντα - πολύ όμορφη έκδοση. Θα ήταν προτιμότερο να μην είχε κείμενο. Που να ξεπερνάει τη μια σελίδα ανά ιστορία, έστω.
Ένα πολύ δυνατό βιβλίο, γραμμένο σε ωραία γλώσσα. Μου θύμισε τις ιστορίες που μου έλεγε ο παππούς μου με νεράιδες, διαόλια και τριβόλια που μόνο οι αλαφροίσκιωτοι έβλεπαν. Τα χαρακτικά ταιριάζουν πολύ με τις ιστορίες και είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί.
Το αρνητικό είναι πως ένιωθα μια επανάληψη στις ιστορίες από ένα σημείο και έπειτα.
από τα πιο όμορφα κείμενα που διάβασα φέτος. γυναίκες από τη μεγάλη δεξαμενή των δημοτικών τραγουδιών, ιστορίες ποιητικές, τρομακτικές, αλμυρές, τραγουδισμένες σαν μοιρολόι, λίγο οικείες μα απόκοσμες σε όλες μας. γιαγιάδες, μαμάδες, αδερφές, συγγενείς μας μέσω του διάφανου δικτύου της παράδοσης.
«κι έπειτα, όταν τα παιδιά της μεγάλωσαν κι έφυγαν, περνούσε τις παραμονές των χριστουγέννων κουρνιασμένη κάτω από το δέντρου, τραβώντας μέχρι το πάτωμα τα κλαδιά ώστε να τη σκεπάζουν ολόγυρα, σχηματίζοντας μια φάτνη που την αγκύλωνε ευχάριστα μέσα από τα μάλλινα ρούχα.»
4* επειδή είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο και μια όμορφη και πολύ προσεγμένη έκδοση. Εννιά ιστορίες ισάριθμων γυναικών με τα πιο περίεργα ονόματα που έχω συναντήσει. Μια ατμόσφαιρα σκοτεινή, απόκοσμη, τρομακτική, μεταφυσική. Αναβιώνει ο μαγικός και συχνά απειλητικός κόσμος των παραλογών ενώ η λαϊκή παράδοση και οι θρύλοι αποκτούν άλλη διάσταση μέσα από την πένα του Τσαπραΐλη και τα υπέροχα χαρακτικά του Βάρθη. Στο κέντρο όλων η γυναικεία φύση. Ανατριχιαστικά καθηλωτικό.
Εξαιρετικά χαρακτικά, εξαιρετικά ευφάνταστες, παραμυθικές ιστορίες! Σε σύγκριση με τις παγανιστικές δοξασίες, χάρηκα πολύ που οι χαρακτήρες αναπτύσσονται σε μεγαλύτερο βάθος και οι ιστορίες είναι ολοκληρωμένες - δεν ένιωσα για καμία ότι τελείωσε νωρίτερα απ' ότι θα ήθελα. Τόσο όσο., ούτε λέξη λιγότερη ή παραπάνω. Το μόνο αρνητικό που μπορώ να σκεφτώ είναι κάποια (λίγα και μικρά) γλωσσικά κλισέ, ας πούμε η έκφραση "από τότε που θυμόταν τον εαυτό της" που επαναλαμβάνεται 3-4 φορές. Τελείως minor και σε καμία περίπτωση δε θα με αποτρέψει απ' το να πάρω το επόμενο βιβλίο του Τσαπραϊλη άμα τη εμφανίσει ;) Πολλά συγχαρητήρια!
Γυναίκες που δε φοβούνται τα τάρταρα, μήτε το απηθμενο βάθος του Άδη. Ένας ματωμένος γάμος που παραπέμπει σε Ρωμαίο και Ιουλιέτα. Οι μέλισσες στο πλευρό, όχι μόνο του Δια, αλλά και στις γυναίκες. Γυναίκες που ξεπληρώνουν πάθη, μα πάντα επιστρέφουν. Μνήμη, λήθη και νοσταλγία. Τίσις και νέμεσις. Εύγε.
Μια πολύ όμορφη συλλογή διηγημάτων. Προσωπικά δεν συμπαθώ τα διηγήματα, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνδυασμός της παράδοσης, των δοξασιών και του αρχέγονου με την τέχνη της χαρακτικής δημιούργησε μια πολύ όμορφη σπονδυλωτή ανάγνωση. Θεματικές του ο γυναικείος πόνος, η αυτοθυσία, ο θάνατος και ο αποχωρισμός, πάντα επίκαιρα όσο μακρινές κι αν φαντάζουν οι ιστορίες.Θα ήθελα να βρω τα 9 έργα τέχνης για να στολίσουν κάποιον τοίχο μου 💖Αγαπημένες ιστορίες: Γυναίκες που φιλούν κυπαρίσσια & Γυναίκες με ρόδινα στεφάνια (plant lady alert). Σίγουρα αξίζει, μπορεί να είναι μια ανάγνωση μιας ώρας αλλά είναι στολίδι. Άλλη μια προσεγμένη δουλειά από τους Αντίποδες.
Το πρώτο πόνημα του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη, Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας έχει καταλάβει μια θέση ψηλά στη λίστα με τα αγαπημένα μου βιβλία. Οι προσδοκίες μου για το Γυναίκες που επιστρέφουν ήταν, εκ' των πραγμάτων, τεράστιες.
Να αναφέρω καταρχάς πως τα χαρακτικά του Φώτη Βάρθη είναι εξαιρετικά. Μου θυμίζουν πολύ τα αντίστοιχα του Αναστάσιου Αλεβίζου, με έντονη επιρροή από τη βυζαντινή τέχνη δίχως να αποτελούν όμως στυγνή επανάληψη αυτής. Η γραφιστική επιμέλεια είναι εξίσου δυνατή· οι καλλιγραφικοί τίτλοι της Ελπίδας Ζαχαράκη χρίζουν ειδικής αναφοράς, αφού συμπληρώνουν ιδανικά τα χαρακτικά. Το σχήμα του βιβλίου το κάνει να ξεχωρίζει στη βιβλιοθήκη και μου αρέσει πολύ η χρήση του κενού χώρου στα σαλόνια του εντύπου.
Η βασική ιδέα τόσο του βιβλίου συνολικά όσο και της κάθε ιστορίας ξεχωριστά είναι εκπληκτική. Ο Τσαπραίλης καταπιάνεται με θέματα δύσκολα και τα χειρίζεται με λεπτότητα και δίχως υπερβολές. Ξεχωριζω το ποσό καλά αναλύει το θέμα της μητρότητας και της (κάκιστης) αντιμετώπισης που δέχεται στις ανθρώπινες κοινωνίες. Ο κόσμος του Γυναίκες που επιστρέψουν είναι σκοτεινός, πνιγμένος στη λύπη και το βάσανο, αλλά έχει και μια τρυφερή πλευρά που δεν μπορεί παρά να συγκινήσει τον αναγνώστη.
Η μοναδική μου ένσταση έχει να κάνει με τον τρόπο αφήγηση του Τσαπραΐλη, ο οποίος σε σημεία παραείναι λυρικός για τα γούστα μου.
Οφείλω να ομολογήσω πως βλέπω τον εαυτό μου να ξαναγυρνάει σε τούτο το βιβλίο, τόσο μέσω δεύτερης ανάγνωσης όσο και μνήμης. Υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο και μοναδικό εδώ κι λαχταρώ να ξαναχαθώ στα βάσανα τις Μήστρας και των κοριτσιών της. Αν αγαπάτε το ελληνικό παραμύθι, τη ποίησή και τον τρόμο, τούτο 'δω είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσετε.
υ.γ. Αγαπημένη μου ιστορία ήταν το Γυναίκες που τραγουδούν αποχαιρετισμούς· είναι από εκείνες της ιστορίες που κάνει και τη σκιά σου να νιώθει βαρύτερη με την ανάγνωση της.
Σίγουρα καλύτερο από τα επόμενα βιβλία του, αν και έχει το ίδιο κουραστικό ύφος και την ίδια μανία επίδειξης. Δε ξέρω πόσες φορές μέτρησα επίθετα όπως "αλλοτινές" ή "μακάβριες" ή παρομοιώσεις και μεταφορές που δε βγάζανε κανένα νόημα ως προς αυτό που προσπαθούσαν να περιγράψουν. Κρίμα γιατί η πλοκή των ιστοριών ήταν όντως ωραία. Για τα χαρακτικά δεν έχω λόγια, είναι το κόσμημα του βιβλίου.
'Εκδοση και χαρακτικά 5 αστέρια. Το κείμενο δυστυχώς τρικυμία εν κρανίω, καμία ροή στη γραφή και καμία ουσία εν τέλει. Μόνο μια ή 2 ιστορίες μπόρεσα να παρακολουθήσω σαν αναγνώστης.
Πάμε να δούμε τι είναι αυτό το μικρό βιβλίο και όχι τι θα θέλαμε να είναι και το πως το φαντάζεται ο κάθε ένας με την ανάγνωση αυτού (καλά κάνει)
Είναι ένα πολύ μικρό βιβλίο που περιέχει 9 ιστορίες. Το μέγεθος των ιστοριών είναι 2-3 σελίδες περίπου. Χρόνος ανάγνωσης όλου του βιβλίου είναι μέσα σε 1-2 ώρες.
Η εικονογράφιση είναι πολύ καλή και δείγμα αυτής είναι η εικόνα που βλέπεται στο εξώφυλλο. Βέβαια μέσα είναι ακόμα 9 εικόνες πίνακες. Μία για κάθε ιστορία. Δεν ξέρω αν σε κάνει να θέλεις να το αγοράσεις γι' αυτό αλλά μην φανταστείτε κάτι παραπάνω. Πολύ καλαίσθητη κατά την γνώμη μου οι πίνακες και κολλάνε με την εκάστοτε ιστορία.
Τώρα η γραφή είναι όπως αναφέρετε Λυρική σχεδόν ποιητική κτλ. Γενικά είναι λες και διαβάζεις σ��ίχους από τραγούδι. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως διάλογος. Όλα είναι περιγραφές. Λίγο περίεργες και σε αρκετές δεν καταλαβαίνεις τι διαβάζεις ή τι γίνεται. Σε σημεία θα ξαναδιαβάσεις τις προτάσεις γιατί είτε δεν κατάλαβες τίποτα είτε γιατί ήταν πολύ δυνατή η σκηνή. Είναι παλιακιά και δεν μπορεί να διαβαστεί εύκολα. Πολύ όμορφες λέξεις. Πολύ ωραία ονειρική περιγραφή σκληρών καταστάσεων ΑΛΛΑ χάνεις την συνολική εικόνα.
Επίσης πολύ καλοδουλεμένη έκδοση έχω να πω.
Αποτέλεσμα; Να μην καταλαβαίνεις τι διαβάζεις ή να μην έχεις επίγνωση της ιστορίας. Εντάξει καταλαβαίνεις ξεκάθαρα τα πάθη και τον πόνο από την μία αλλά λες και ακούς ένα πονεμένο τραγούδι σε γλώσσα που δεν γνωρίζεις.
Ειλικρινά δεν καταλαβαίνω γιατί απλά δεν υπάρχει ένα πρόλογος όπου να εξηγούν με μερικά λόγια και κουβέντες τι γίνεται. Πχ λένε για δημοτικά τραγούδια και περίμενα και εγώ ότι θα διαβάσω σε πιο τραγούδιο αναφέρετε (να το ψάξω να το ακούσω κτλ) και δεν γίνεται τίποτα τέτοιο.
Εμένα εκεί με έχασε. Στο τέλος αν και αναγνωρίζω και την δυναμική και την ομορφιά ως έργο έμεινα με τις απορίες και το τι έγινε. Κρίμα.
Προτείνεται; Βασικά όχι σε καμία περίπτωση. Είναι εντελώς περίεργη και κουλή η γραφή. Σίγουρα μην το κάνετε blind buy ή δώρο σε άλλον. Το καλύτερο που μπορείτε να κάνετε είναι να διαβάσετε μία ιστορία από κοντά σε κάποιο βιβλιοπωλείο και αν σας κάνουν αυτές οι 1-2 σελίδες τότε αγοράστε το. Δεν είναι ακριβό εξάλλου (κάτω από 10€).
Ένα μικρό, εξαιρετικά καλαίσθητο βιβλίο, με την πιο ταιριαστή γραμματοσειρά και ποιότητα χαρτιού για το είδος που πρεσβεύει.
Πρόκειται για 9 ιστορίες λαογραφίας (ή ψευδολαογραφίας, για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι) στη γραφή που μας έχει συνηθίσει ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης από τις Παγανιστικές δοξασίες στη θεσσαλική επαρχία. Βασίζονται σε χαρακτικά του Φώτη Βάρθη και πάνε την ιστορία των πρωταγωνιστριών κάποια βήματα πέρα από τον γνωστό μύθο ή παράδοση.
Το κοινό στοιχείο των πρωταγωνιστριών είναι φυσικά ότι είναι γυναίκες και περιγράφονται δύσκολες, βαριές ή τραυματικές εμπειρίες τους.
Επίσης κοινό στοιχείο είναι ότι έχουν δεχτεί τον θηλασμό της Μήστρας, μια παγανιστική παράδοση που περιγράφεται εξαρχής ως χειρότερη από τον θάνατο και οδηγεί σε μια μισερή, καταραμένη ζωή.
Οπότε το ερώτημα είναι: προτιμότερο να ζήσει κανείς μια καταραμένη ζωή, βασανίζοντας ταυτόχρονα τους ανθρώπους γύρω του ή να πεθάνει από νωρίς και να τελειώνει; Τα συμπεράσματα ανήκουν στον αναγνώστη. Προσωπικά, το λογοτεχνικό αυτό ταξίδι με ικανοποίησε στις περισσότερες περιπτώσεις, παρά τις παραδοξότητες και τις αδικίες της ζωής.
Αγόρασα το βιβλίο για τις εξαιρετικές ξυλογραφίες του Φώτη Βάρθη αλλά τα κείμενα του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη είναι πάρα πολύ όμορφα - κάποια συνταρακτικά. Το βιβλίο περιέχει 9 διηγήματα.
Οι ξυλογραφίες και τα κείμενα είναι εμπνευσμένα από δημοτικά τραγούδια και πιο συγκεκριμένα από τον μύθο της Μήστρας, που αναφέρεται σε μία παράδοση που ήθελε ετοιμοθάνατα μωρά να τα αφήνουν στον "τάφο της Μύστρας" για μία νύχτα για να γιάνουν, όπου βύζαιναν γάλα από τη Μήστρα, και σημαδεύονταν για όλη τους τη ζωή με το σημάδι του θανάτου.
Το ομώνυμο διήγημα "γυναίκες που επιστρέφουν"είναι κατά τη γνώμη μου το πιο συγκλονιστικό.