Όλα ξεκίνησαν τη μέρα που πέθανε ο Ντέιβιντ Μπόουι και χιλιάδες μικρόκοσμοι κατέρρευσαν.
Σ' ένα χωριό των Σερρών, το Αδελφικό, συναντιούνται ο Γιώργος Μελισσινός, χειρουργός από τη Θεσσαλονίκη, που προσπαθεί να ξεπεράσει τον χαμό ενός ασθενή του, και η Μάρω Αμπατζή, διορθώτρια σε εφημερίδα, ανύπαντρη μητέρα ενός μωρού, η οποία επιστρέφει στον τόπο καταγωγής της όταν το διαμέρισμά της στην Αθήνα καταστρέφεται από πυρκαγιά. Μπορεί το Αδελφικό να κρύβει τη λύση στις αγωνίες τους ή μήπως το ερημικό χωριό θα δοκιμάσει τα όρια των αναμνήσεων και την πίστη τους στη δυνατότητα για μια νέα αρχή ενώ ο πόνος της απώλειας καραδοκεί; Λίγο πριν τα σαράντα, κι ενώ ο απόηχος της δεκαετίας του '90 και της εφηβείας τους δεν έχει σβήσει ακόμη, η Μάρω κι ο Μελισσινός αναγκάζονται να ενηλικιωθούν, να σταθούν στα πόδια τους, να ξεχάσουν και να θυμηθούν.
Ένα μυθιστόρημα για τον τόπο, τη μνήμη, εκείνους που θέλουν να φεύγουν και όσα συμβαίνουν όταν μικρόκοσμοι καταρρέουν και οι διπλανοί παραμένουν άθικτοι.
Την αμαρτία μου θα σας την πω. Πάει καιρός που είχα να διαβάσω τέτοιου είδους «ελληνική λογοτεχνία». Δεν την σνομπάρω, για χρόνια την είχα φάει με το κουτάλι όμως κάπου είχα γκώσει με ιστορίες για τη Σμύρνη, μυστικά κρυμμένα στα μπαούλα, απαγορευμένους έρωτες και ούτε και τώρα νιώθω έτοιμη να αφεθώ πάλι στα δίχτυα της. Το αδελφικό δεν ήταν ένα τέτοια βιβλίο και ένας λόγος που μπορώ να πω ότι μου άρεσε είναι γιατί σε εμένα τουλάχιστον μου φάνηκε πως ξέφυγε από αυτή την πεπατημένη και η συγγραφέας ακολούθησε έναν αρκετό σύγχρονο και μοντέρνο τρόπο εξιστόρησης της ιστορίας της αποφεύγοντας δακρύβρεχτες τεχνικές. Αν έχεις μεγαλώσει στα τιμημένα 90ς όπως και εγώ δε θα μείνεις ασυγκίνητος από τις εικόνες που σημάδεψαν εκείνη την εποχή. Από τις μουσικές μέχρι τα στέκια και μια γενικότερη κουλτούρα που συνόδευσε εκείνη τη γενιά. Βέβαια κατά τη γνώμη μου κάποιες φορές βρήκα υπερβολικά πολλές της αναφορές στην μουσική κουλτούρα των 90ς ειδικά σε στιγμές που περισσότερο με απασχολούσε η εξέλιξη της ροής της ιστορίας. Προσωπικά με κούρασαν από ένα σημείο και μετά αλλά εντάξει κατανοώ τον λόγο παρουσίας τους. Σύγχρονο με λειτουργική ανάγνωση που αναπτύσσεται σε ξεχωριστά κεφάλαια από την ματιά του κάθε ήρωα ξεχωριστά. Ένα βιβλίο για τη μνήμη, την απώλεια, την ενσυναίσθηση υπό τους ήχους της μουσικής των 90ς. Δεν είναι από τα βιβλία που θα θυμάμαι για καιρό ή που μου προκαλούν χιλιάδες συναισθήματα που νιώθω την ανάγκη να τα καταγράψω όμως είναι καλή περίπτωση ελληνικής λογοτεχνίας. Πολύ τίμιο.
"Όλα ξεκίνησαν τη μέρα που πέθανε ο Ντέιβιντ Μπόουι. Για την ακρίβεια, την επόμενη, όταν κυκλοφόρησε η είδηση του θανάτου του. Κάποιοι θα έλεγαν πως ενός κακού μύρια έπονται. Άλλοι πως ήταν μοιραίο ο κόσμος να αρχίσει να καταστρέφεται από τη στιγμή που αυτό το μοναδικό πλάσμα αποχώρησε αθόρυβα από τη γη, ακολουθούμενο από έναν παγκόσμιο λυγμό, διαταράσσοντας δια παντός την ισορροπία του σύμπαντος ή χιλιάδων μικρόκοσμων. Υπερβολές. Ή και όχι."
Όταν διάβασα αυτό το απόσπασμα ένιωσα αμέσως οτι αυτό το βιβλίο θέλω να το διαβάσω.Ήταν μια ιστορία που με άγγιξε πολύ και σε προσωπικό επίπεδο μια που δυστυχώς έχω κάτι κοινό με την Μάρω όπως κατάλαβα προς το τέλος του βιβλίου.Είναι και μια ιστορία γεμάτη νοσταλγία και συναισθήματα και μου άρεσε πολύ η πρωτοπρόσωπη αφήγηση που μας έβαλε στο μυαλό και των δύο ηρώων με τις ματαιωμένες ζωές,που μας περπάτησε στους δρόμους των πόλεων που έζησαν ,που μας μετέφερε στην εποχή που μεγάλωναν αυτοί οι δυο που δεν είναι πολύ μακρινή αλλά που ήδη την σκεφτόμαστε με νοσταλγία και που μας άφησε σιγά σιγά να ενώσουμε το παζλ και να δούμε την συνολική εικόνα.Να καταλάβουμε τι συνδέει αυτούς τους δυο ανθρώπους και τι πραγματικά συμβαίνει στη Μάρω.Μου άρεσε πάρα πολύ.
Το Αδελφικό είναι ένα κείμενο νοσταλγικό, όπως νοσταλγικό ήταν και το προηγούμενο μυθιστόρημα της Τζανακάρη, αλλά σαφώς πιο ώριμο συγγραφικά, που το αισθάνθηκα τόσο μελετημένο στη λεπτομέρεια του, τόσο φροντισμένο από τη συγγραφέα του, όπου ειλικρινά, παρά την ομορφιά της απλότητας του, ο λόγος είναι χειμαρρώδης και καμία λέξη ή σημείο στίξης δεν μοιάζει να περισσεύει κι ας σε αφήνει η ανάγνωσή του σχεδόν χωρίς ανάσα. Είναι ένα βιβλίο με εικόνες για την αγαπημένη δεκαετία του ενενήντα, που σε κάποιους δημιουργεί νοσταλγική διάθεση για την παιδική τους ηλικία (καλή ώρα) και σε άλλους για τα εφηβικά τους, γεμάτα όνειρα και προσδοκίες, χρόνια. Και αυτό το βιβλίο περιβάλλεται από μουσική, κυρίως ροκ, Μπόουι, Πλασίμπο, Κέιβ, πώς θα μπορούσε να λείπει ο Νικ άλλωστε όταν η αγάπη της συγγραφέα είναι φανερή, και με δύο ήρωες ανθρώπινους, που κουβαλάνε τις δικές τους μνήμες, τα δικά τους ανθρώπινα λάθη και που (ξανα)συναντιούνται σε ένα κομβικό θα έλεγα σημείο της ζωής τους, σε ένα μικρό χωριό των Σερρών, το Αδελφικό, που το όνομά του προσωπικά μού θυμίζει παραμύθι. Σαν να παρακολουθώ ένα πολύ ζωντανό συνειδητό όνειρο εξάλλου ήταν και η εμπειρία της ανάγνωσης του βιβλίου, σαν δηλαδή αυτά που βλέπεις στον ύπνο σου έχοντας συνείδηση ότι ονειρεύεσαι, αλλά τα ζεις με τον τρόπο σου κιόλας, χωρίς φυσικά να είναι τέτοιο, αφού οι καταστάσεις που εξιστορούνται είναι πολύ πιο πραγματικές για να χαρακτηριστούν με αυτό τον μάλλον αλαφροΐσκιωτο τρόπο (μακάρι να μπορούσα να το περιγράψω διαφορετικά ώστε να βγάζει περισσότερο νόημα), κι ας κρύβει στις σελίδες του τη δική του εξ όψεως μεταφυσική πινελιά, αλλά από την άποψη των εικόνων και των σκέψεων που μου δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσής του, αφού με πήγε αρκετά χρόνια πίσω σκεπτόμενη την μέχρι σήμερα δική μου ζωή, τα δικά μου όνειρα και τις επιθυμίες του τότε. Θα κλείσω λέγοντας ότι αγαπώ πολύ να διαβάζω τέτοιου είδους ελληνική λογοτεχνία, λογοτεχνία που είναι σύγχρονη και δεν αναμασάει τα ίδια και τα ίδια και πιστεύω πως έχουμε αρκετές καλές Ελληνίδες συγγραφείς και η Βάσια σίγουρα βρίσκεται ανάμεσά τους.
Στο Αδελφικό θα βρεις τις μουσικές, τα στέκια, ειδικά αν μεγάλωσες στην Θεσσαλονίκη, τις φοιτητικές αναμνήσεις σου, θα σκάσεις το ανάλογο χαμόγελο γιατί θα βρεις κι εσένα ανάμεσα στους ήρωες του βιβλίου, εκεί παραδίπλα να πίνεις το ποτό σου κάνοντας τσιγάρο. Αν είσαι τυχερός και η ζωή δεν σε ρήμαξε κάπου θα την χάσεις τη Μάρω και τον Μελισσινό, γιατί γυρίζεις τη ματιά σου πίσω και εσύ ίσως πήρες καλύτερες αποφάσεις ή πολύ απλά δεν έχεις παράπονο μωρέ, ηταν ωραία μέχρι εδώ, η ζωή μπορεί να μην ήταν πάντα ένα πάρτι, αλλά νιώθεις καλά με όσα έχεις ζήσει. Τα παιδιά του βιβλίου, πέρασαν λίγο δύσκολα ψυχολογικά και το Αδελφικό, το χωριό που θα βρεθούν ώριμοι και ταλαιπωρημένοι πια ίσως να είναι και η λύση στα σκοτάδια τους. Ίσως. Ήταν ένα βιβλίο που το διάβασα σε δύο μέρες. Σημαίνει ότι με κρατησε. Δύσκολο όμως όχι στην ανάγνωση, αλλά στη μιζέρια που θα σε κάνει να μυρίσεις, κυρίως γιατί όλο το περιβάλλον σου είναι γνώριμο και αν δεν το έχεις ζήσει εσύ έτσι, σιγουρα ξέρεις κάποιον πολύ κοντά σου.
Η τύχη το έφερε έτσι ώστε να τελειώσω τη δεύτερη (ολοκληρωμένη και βέβαια τυπωμένη) ανάγνωση του Αδελφικού, της Βάσιας Τζανακάρη, σήμερα, Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας.
Το "Αδελφικό", το πιο ώριμο έργο της συγγραφέα, την οποία παρακολουθούσα από την αρχή της πορείας της, ως δημοσιογράφο ακόμα, δεν είναι ένα βιβλίο μόνο για την ψυχική υγεία, ή μάλλον την απώλειά της, αλλά είναι ένα βιβλίο και για αυτή, στημένο πάνω σε αυτή. (Το "Αδελφικό" είναι ακόμα ένα βιβλίο για την αδελφική αγάπη και για τα μοναχοπαίδια, για τη μητρότητα, για τα σπίτια και για τους τόπους που ζήσαμε, αγαπήσαμε και μισήσαμε, για τη φοιτητική ζωή, για τη Θεσσαλονίκη, για την Αθήνα, για τις Σέρρες, για το ροκ, για το σινεμά, για την Τέχνη, για την ποίηση, για τις οικογενειακές προσδοκίες, για τις ματαιώσεις, για τις παλιές ζωές που έχουν χαθεί για το καθυστερημένο πέρασμα από μια παρατεταμένη εφηβεία σε μια σκληρή ενηλικίωση, για τον θάνατο, για τον έρωτα, για τη σωτηρία).
Οι δυο πρωταγωνιστές του αποζητούν τη λήθη, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, και καταφεύγουν σε ένα χωριό για το οποίο κάποιος από πολύ καιρό νεκρός, τον οποίον όμως δεν ξέχασαν ποτέ, έγραψε κάποτε πως βοηθάει τον άνθρωπο να ξεχάσει όσα τον πονούν και να ξαναρχίσει μια νέα ζωή.
Το Αδελφικό, ένα χωριό στον Νομό Σερρών, στο οποίο μάλιστα ευδοκιμούν λωτόδεντρα, τον Ιανουάριο του 2016, λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Ντέιβιντ Μπόουι, φέρνει κοντά τη διορθώτρια Μάρω Αμπατζή και τον χειρουργό Γιώργο Μελισσινό, που αν και οι ζωές τους είχαν διασταυρωθεί πολλάκις στο παρελθόν, δεν είχαν γνωριστεί ποτέ (ή μάλλον είχαν ανταλλάξει ένα γεια).
Η Μάρω δεν (τον) θυμάται. Ο Μελισσινός (τη) θυμάται. Και οι δυο κουβαλούν τις ματαιώσεις, τις απώλειες και τα τραύματά τους, τα οποία μας αποκαλύπτονται σταδιακά, σελίδα τη σελίδα, κεφάλαιο το κεφάλαιο (σε εναλλασσόμενες πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις), και οι δυο θέλουν να ξεχάσουν. Όμως, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν χωριά, όπως ούτε και καρποί, με μαγικές ιδιότητες. Κι η μνήμη, όσο κι αν επιθυμούμε (ίσως μάλιστα και καταφέρνουμε) καμιά φορά να τ��ν απωλέσουμε, γιατί υποφέρουμε και δεν μπορούμε να προχωρήσουμε στη ζωή μας εξαιτίας παρελθόντων γεγονότων, ακόμα κι αν καμιά φορά απωθεί βαθιά μέσα μας τα όσα οδυνηρά μας συνέβησαν, βρίσκει τρόπους να επανέλθει και να μας γκρεμίσει. Ώστε να μπορέσουμε να ξαναθυμηθούμε, και -αν είμαστε τυχεροί- να σηκωθούμε ξανά και να αντιμετωπίσουμε τον πόνο και τις απώλειές μας. Και έτσι να έρθει η λύτρωση.
Το βιβλίο, γραμμένο με λογοτεχνικότητα που σε κερδίζει από την πρώτη σελίδα, καθώς παίζει πολυεπίπεδα με τη μνήμη, θα γαργαλίσει σίγουρα τις αναμνήσεις των παιδιών της δεκαετίας του '80, των εφήβων της δεκαετίας του '90, των σημερινών σαραντάρηδων, καθώς, παρακολουθώντας τη ζωή των πρωταγωνιστών, θα θυμηθούν μέσα από εύστοχες διακειμενικές αναφορές αγαπημένες μουσικές και ταινίες και εν γένει την τέχνη-κουλτούρα μιας εποχής που -δυστυχώς- έχει περάσει ανεπιστρεπτί και που σίγουρα νοσταλγούν.
Ο Γιώργος Μελισσινός και η Μάρω Αμπατζή, δραπετεύουν αντίστοιχα από τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα και για διαφορετικούς λόγους ο καθένας αποσύρονται -ή κρύβονται;- στο Αδελφικό, ένα μισοέρημο χωριό των Σερρών. Με ανεπούλωτες πληγές-φορτία συναντιούνται και ξετυλίγουν τον μίτο των φόβων τους. Γραφή πυκνή και σφιχτοδεμένη, συμβολική και παραληρηματική, ποιητική και συνάμα σκοτεινά ατμοσφαιρική σαν τραγούδι του Νικ Κέιβ ή ταινία του Τιμ Μπάρτον. Στίχοι και τίτλοι τραγουδιών, μαγαζιά και μνήμες από τη Θεσσαλονίκη του ‘90, ο κομβικός Ντέιβιντ Μπόουι, το περίπλοκο πλέγμα των οικογενειακών δεσμών και το κοπιώδες της εσωτερικής ισορροπίας αναδύονται συμφυρόμενα μέσα από τους εναλλασσόμενους μονολόγους των δύο ηρώων μέχρι τη μερική λύτρωσή τους, που μοιάζει διαφορετική για τον καθένα, αλλά που στην ουσία είναι μία.
Μου άρεσε η εναλλαγή των κεφαλαίων ανάμεσα στους δύο ήρωες. Πρωτότυπη ιστορία,μου θύμισε έντονα την εφηβεία μου μιας και έχει μεγάλη αναφορά στις μουσικές των 90s, λατρεψα τον τρόπο γραφής,ωραία γλώσσα, καθόλου υπεραπλουστευμενη ούτε όμως και επιτηδευμένη. Επίσης η έκταση του βιβλίου είναι όσοι χρειαζόταν, χωρίς περιττές επαναλήψεις για να γεμίσουν παραπανω σελίδες. Πολλά συγχαρητήρια
Στην αρχή με ενθουσίασε με τις περιγραφές στη Σαλονίκη. Τι ωραία σκέφτηκα να διαβάζεις για την πόλη ενηλικίωσης?!!! Στα 2τριτα όμως άρχιζε να με κουράζει με τις ατελείωτες προτάσεις που έπιαναν ολόκληρη παράγραφο κ το διάβασα σα να έκανα κατοστάρι. Με αγχωσε τελικά κ ήθελα να τελειωνει γιατι μου φάνηκε τόσο φέικ ή μη συνειδητοποίηση του θανάτου του.... ας μη κάνω κ σποιλερ
This entire review has been hidden because of spoilers.
«Μικρόκοσμοι καταρρέουν και οι διπλανοί μένουν άθικτοι». Έτσι νιώθουμε κάθε φορά που πληροφορούμαστε την είδηση θανάτου κάποιου ανθρώπου, συνήθως καλλιτέχνη, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σημάδεψε την παιδική, εφηβική και νεαρή ηλικία μας. Νιώθουμε σα να χάνεται ένα κομμάτι του εαυτού μας, ένας μικρόκοσμός μας καταρρέει, κανείς όμως από τους γύρω μας δε φαίνεται να το αντιλαμβάνεται αυτό. Γιατί ο μικρόκοσμος αυτός ήταν αποκλειστικά δικός μας. Πώς να εξηγήσεις στον καθένα ότι, σε μια άλλη εποχή μακρινή, αλλά ταυτόχρονα σα να ’ταν χθες, ταυτίσαμε τους πρώτους μας έρωτες με έρωτες που μας έκαναν να δακρύσουμε στη μικρή και μεγάλη οθόνη, πως ερμηνευτές έντυσαν με τα τραγούδια και τις μουσικές τους τις αναμνήσεις μας. Πώς να εξηγήσεις ότι ο τραγουδιστής που έφυγε είχε πει τα τραγούδια εκείνα που χιλιοτραγουδήσαμε σε μια εποχή που πιστεύαμε πως όλα είναι πιθανά και πως «συναρπαστικά πράγματα μας περίμεναν στην άλλη γωνιά και θα συνέβαιναν από στιγμή σε στιγμή». Τα χρόνια που ακολούθησαν μας προσγείωσαν άτσαλα στην πραγματικότητα, οι εποχές της ονειροπόλησης έμειναν στο παρελθόν κι εμείς αναρωτιόμαστε τι συνέβη και τα πράγματα πήραν το στραβό δρόμο.
Κι έτσι κάθε πρωί μάθαμε να συνεχίζουμε να χαμογελάμε, λέμε καλά είμαστε, όλα τα έχουμε κι αν όχι όλα, τουλάχιστον είμαστε υγιείς, και κάποια στιγμή ακούμε πως κάποιος από τα παλιά πέθανε. Κι εμφανίζεται ξαφνικά, σαν εικόνα από βιντεοπροβολέα επάνω σε λευκό πίνακα, η εικόνα του παλιού μας εαυτού. Ταξιδεύουμε με την ταχύτητα του φωτός στο τότε. Και μετά περνούν μπροστά στα μάτια μας στιγμές μέχρι το τώρα. Για άλλη μια φορά αναρωτιόμαστε πώς μεγαλώσαμε έτσι, πώς πέρασαν τα χρόνια, πού χάθηκε ο παλιός μας εαυτός. Και δεν είναι απαραίτητα ότι μας λείπει το παρελθόν και το ζητάμε πίσω. Είναι μόνο ένα στιγμιαίο πέρασμα σε αυτό που ήμασταν και ζούσαμε τότε. Εικόνες, μυρωδιές, ήχοι, γεύσεις, αγγίγματα, συναισθήματα που ανήκαν στο τότε έρχονται ξαφνικά για μερικές στιγμές και μας κατακλύζουν. Και σκέψεις. Τι κάναμε λάθος, βγήκαν αληθινά τα όνειρά μας, μήπως προδώσαμε τον παλιό μας εαυτό; Κι έπειτα σκέψεις και συναισθήματα φεύγουν το ίδιο γρήγορα όσο ήρθαν. Άλλος ένας μικρόκοσμος κατέρρευσε αλλά εμείς προχωράμε παρακάτω. Πάντα προχωράμε. Αλίμονο αν δε προχωρήσουμε.
Όλες αυτές τις σκέψεις έφερε στο μυαλό μου αυτή η φράση. «Μικρόκοσμοι καταρρέουν και οι διπλανοί μένουν άθικτοι». Με το θάνατο ενός καλλιτέχνη από τα παλιά, του David Bowie ξεκινάει και το Αδελφικό, το τελευταίο μυθιστόρημα της Βάσιας Τζανακάρη. Ο θάνατος αυτός κάνει έναν από τους μικρόκοσμους της Μάρως να καταρρεύσει. Η Μάρω Αμπατζή, διορθώτρια σε εφημερίδα και ανύπαντρη μητέρα ενός μωρού, η οποία είναι από τις Σέρρες, σπούδασε στη Θεσσαλονίκη και ζει πλέον στην Αθήνα, καθώς και ο Γιώργος Μελισσινός, χειρουργός από τη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει ακόμη, είναι οι δύο πρωταγωνιστές του βιβλίου αυτού. Και οι δύο επιθυμούν να ξεχάσουν. Όταν το διαμέρισμα της πρώτης στην Αθήνα καταστρέφεται από πυρκαγιά –αφού έχει προηγηθεί το άκουσμα της είδησης του θανάτου του David Bowie–, εκείνη αποφασίζει να επιστρέψει στον τόπο καταγωγής της, στο Αδελφικό, ένα χωριό του νομού Σερρών. Στο ίδιο χωριό θα καταφύγει, όμως, και ο Μελισσινός, στην προσπάθειά του να ξεπεράσει το χαμό ενός από τους ασθενείς του. Γιατί εκεί; Διότι το χωριό αυτό φέρει τη φήμη ενός τόπου που μπορεί να σε κάνει να ξεχάσεις. Ενός χωριού όπου «στις αυλές φύτρωναν λωτόδεντρα και οι άνθρωποι ξεχνούσαν τα βάσανά τους, όπου μπορούσαν να κάνουν μια καινούρια αρχή».
Τη Βάσια Τζανακάρη τη γνώρισα αρχικά ως μεταφράστρια. Έχει μεταφράσει τον αγαπημένο Σταθμό Έντεκα της Emily St. Mandel, Το κορίτσι με το κόκκινο παλτό της Kate Hamer, Το κορίτσι που εξαφανίστηκε της Gillian Flynn, τον Ian Ranking και άλλους πολλούς. Κάποια στιγμή, το 2014, κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων της Η καρέκλα του κυρίου Έκτορα (το τρίτο βιβλίο της μετά το Έντεκα μικροί φόνοι και το Τζόνι και Λούλου). Όταν διάβασα τη συλλογή, μερικά χρόνια αργότερα, εντυπωσιάστηκα.
Και δεν είναι μόνο ο τρόπος με τον οποίο είναι γραμμένες οι ιστορίες της και ο τρόπος με τον οποίο ξετυλίγονται που σε βουτάει στην απόλαυση της ανάγνωσης –υπάρχει συχνά το στοιχείο της έκπληξης, το οποίο σου δημιουργεί την επιθυμία, φτάνοντας στο τέλος μιας ιστορίας, να τη διαβάσεις και πάλι από την αρχή–, είναι και το ότι, διαβάζοντάς τη, νιώθω σα να κάνω βουτιά στο παρελθόν των παιδικών κι εφηβικών μου χρόνων, ένα κύμα έντονης νοσταλγίας με σκεπάζει κάθε φορά. Η συγγραφέας περιγράφει την εποχή μου, τα δικά μου χρόνια, είναι σα να γράφει μόνο για μένα. Καμία άλλη, κανένας άλλος συγγραφέας δεν με είχε κάνει να νιώσω έτσι ξανά, μέχρι τη στιγμή που πρωτοδιάβασα κάτι δικό της. Λογικό, διότι η Βάσια Τζανακάρη ανήκει στη δική μου γενιά, είμαστε σχεδόν συνομήλικες κι επιπλέον είναι από τη Βόρεια Ελλάδα, σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, την πόλη μου, στη Φιλοσοφική Σχολή, όπου σπούδασα κι εγώ, πάνω κάτω την ίδια περίοδο. Αρκετά κοινά στοιχεία, αρκετά ώστε να νιώθω, διαβάζοντας κάποιες από τις ιστορίες της, πως κάπου εκεί μέσα βρίσκομαι κι εγώ. Τα ίδια συναισθήματα ένιωσα διαβάζοντας και το Αδελφικό, ειδικά στις σελίδες όπου περιγράφεται η ζωή των ηρώων στη Θεσσαλονίκη. Ένιωθα πως σε κάποιο δρομάκι εκεί γύρω στη Ναβαρίνου μπορεί να περπατούσα κι εγώ.
Και δεν είναι οικείες μόνο οι τοποθεσίες στις οποίες τριγυρίζουν οι ήρωες των ιστοριών της. Είναι και τα συναισθήματά τους οικεία, οι σκέψεις τους. Οι αγωνίες, οι φόβοι τους, τα όνειρα τους, οι επιθυμίες τους. Αλλά κυρίως οι διαψεύσεις τους. Διαβάζοντας το Αδελφικό, θα ταυτιστείς με τους ήρωες, θα βρεις σκέψεις που κάποτε έκανες, όνειρα που πίστευες πως θα βγουν αληθινά, ατάκες που ξεστόμισες, θα κάνεις αναπόφευκτα έναν απολογισμό και της δικής σου ζωής. Ειδικά αν έχεις γεννηθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’80.
Πρόκειται, επομένως, για μια ιστορία που αφορά στη μνήμη, στις αναμνήσεις –αναμνήσεις που άλλοτε μας κάνουν να χαμογελάμε κι άλλοτε μας βασανίζουν–, στο χρόνο που περνάει, στη νοσταλγία που νιώθουμε κάθε φορά που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μια εικόνα του παρελθόντος εισβάλει ξαφνικά στο παρόν –για παράδειγμα, μια μυρωδιά μπορεί σε κλάσματα δευτερολέπτου να μας ταξιδέψει: «Η όσφρηση είναι η αίσθηση που συνδέεται περισσότερο με τη μνήμη». Είναι μια ιστορία για ένα κόσμο, για μια εποχή που τέλειωσαν: «Μια μεγάλη εποχή είχε τελειώσει, και μια μικρή είχε αρχίσει, έλεγε, κι εμείς είχαμε ξεμείνει, τυχεροί ή άτυχοι δεινόσαυροι που διασώθηκαν, να κοιτάμε απορημένοι τον καινούριο κόσμο γύρω μας , θέλοντας πίσω τον παλιό. Εκείνος ήταν ένας κόσμος όπου κάθε καινούρια σχέση ξεκινούσε με μια γραμμένη κασέτα, ενώ στο τώρα όλα αρχίζουν με ένα λινκ από το YouTube, [...] ήμασταν απομεινάρια ενός κόσμου που είχε χαθεί».
Είναι, ακόμη, μια ιστορία για τη συνεχή αναζήτηση νέων προορισμών, νέων στόχων, νέων ανθρώπων. Λέει κάπου η Μάρω: «Άσε που τη νύχτα τα φώτα από τα αεροπλάνα τρεμοσβήνουν στον ουρανό κι ονειρεύομαι να φεύγω –άγνωστο για που– κάποιοι άνθρωποι απλώς θέλουν να φεύγουν».
Είναι, όμως, και μια ιστορία για τη ματαίωση. Για τα όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν, για το κάτι συναρπαστικό που δεν ήρθε ποτέ, για το πολλά υποσχόμενο μέλλον που έγινε ανιαρό παρόν. Ακόμη, για τις λάθος επιλογές μας και για το πώς θα ήταν η ζωή μας αν κάναμε, αν όχι απαραίτητα τις σωστές, τουλάχιστον διαφορετικές.
Το πιο σημαντικό, όμως, είναι πως το Αδελφικό είναι και μια ιστορία για την απενοχοποίηση. Για τη συμφιλίωση με τον εαυτό μας και με το παρελθόν μας. Για τις δεύτερες ευκαιρίες, γι' αυτό που πάντα θέλαμε να είμαστε και τώρα ήρθε η ώρα να το ζήσουμε. Δεν εγκλωβιζόμαστε στο παρελθόν, δε γινόμαστε δέσμιοί του, δεν αναμασάμε συνεχώς τι πήγε στραβά, δεν αναλωνόμαστε, μαθαίνουμε, ωριμάζουμε, ατσαλωνόμαστε και συνεχίζουμε, βάζουμε νέους στόχους, προχωράμε μπροστά, δεν τα παρατάμε. Κι εξάλλου «μπορεί όμως ο κόσμος να μένει όντως ίδιος κι απλώς να ξεφτίζεις εσύ, η ζωή να σε βάζει στη θέση σου με τρόπους που ούτε φανταζόσουν, έτσι ώστε όλο το ψηφιδωτό που την αποτελούσε να μην έχει σημασία, σημασία να ’χεις εσύ στην πιο βασική μορφή σου κι η επιβίωσή σου».
Ευτυχώς δεν διαθέτει κανένα από τα αρνητικά που συναντά κανει στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Όχι γλυκανάλατη γραφή, όχι Σμύρνη, όχι παρελθοντολαγνεία γιατι λόγω αδυναμίας σύνδεσης με το σήμερα. Βέβαια, κι εδώ έχουμε μια βουτιά στο παρελθόν, το κοντινό όμως, των ηρώων, στην ιδανική (ή εξιδανικευμένη) ηλικία των σπουδών. Εικόνες της Θεσσαλονίκης της δεκαετίας του 90, στέκια, μουσικές, ταινίες. Οι καταλογάδην αναφορές ειναι η αλήθεια με κούρασαν κάπως, μου φάνηκαν υπερβολικές και όχι πάντα οργανικά ενταγμένες στο κείμενο. Οι ήρωες και οι δυο τύπου «πήραμε τη ζωή μας λάθος», μέσα στη μαυρίλα και το αδιέξοδο, πράγμα που βαραίνει πολύ το βιβλίο, τριγυρνάνε στο Αδελφικό (το χωριό του τίτλου), στα παλιά τους στέκια και στις αναμνήσεις του προσπαθώντας να βρουν πού πήραν τη λαθος στροφή. (Το εύρημα με τον αδερφό, σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ σε ποια ταινία το είδα.) Δεν ηταν κακό, δεν ηταν όμως και εξαιρετικό, περίμενα ίσως κάτι παραπάνω.
Το Αδελφικό -αρχικά φαίνεται τυχαία η επιλογή του συγκεκριμένου χωριού, αλλά δεν είναι- είναι ένα χωριό σύμβολο, εφαλτήριο νέων ξεκινημάτων, καταφύγιο και ψευδαίσθηση, όπου οι δύο πρωταγωνιστές ψάχνουν τη λύτρωση από ένα παρόν που τους συνθλίβει. Ταυτόχρονα είναι και η τομή δυο διαδρομών παράλληλων, το σημείο συνάντησης δυο ψυχών που, χωρίς να το γνωρίζουν, έχουν τη δύναμη να δράσουν θεραπευτικά η μια πάνω στην άλλη. Με γλώσσα απλή, δομή καθαρή με δύο πρωτοπροσωπες αφηγησεις και αναδρομές σε φοιτητικά χρόνια δυο δεκαετιες πριν (που, σε εμάς της γενιάς της συγγραφέως πατά κάποιες νοσταλγικές χορδές), η Βάσια Τζανακάρη καταφέρνει να δώσει ένα πολύ όμορφο σύγχρονο μυθιστόρημα και να μιλήσει για δύσκολα ζητήματα χωρίς υπερβολές και άστοχους ποιητικισμούς.
Το μόνο που ίσως βρήκα υπερβολικό ήταν η ανάγκη για καταφύγιο στο παρελθόν του ήρωα (της ηρωίδας, αντιθέτως ήταν πολύ σαφές το ποιο σκοπό εξυπηρετούσε). Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, οι ιστορίες δένουν τόσο επιτυχημένα μεταξύ τους που ο αναγνώστης το απολαμβάνει...
Βιβλίο που γεμίζει αναμνήσεις τους συνομιληκους των πρωταγωνιστών. Αυτός ήταν και ο σκοπός φαίνεται της συγγραφέως. Ακολουθούμε τον Μελισσινό και τη Μάρω στο Αδελφικό, ο καθένας να παλευει με το δικό του παρελθόν, αν και έχουν πράγματα που τους ενώνουν. Μου άρεσε πολύ ο τρόπος γραφής, ωραία χρήση της γλώσσας, σε κάποια σημεία συγκινητικός.
Στους χαρακτήρες του "Αδελφικού" βρήκα στοιχεία του εαυτού μου στη νιότη μου, καθώς και στο σήμερα. Όταν ο αναγνώστης ταυτίζεται με τους ήρωες ενός βιβλίου -ακόμα κι αν είναι μονάχα η ιδέα του- μάλλον κάτι κάνει καλά η συγγραφέας! Η ατμόσφαιρα είναι πότε ονειρική, πότε ρεαλιστική, κάτι που λειτουργεί υπέρ του βιβλίου! Συνιστάται!
Μυθιστόρημα νοσταλγικό, που με την ομορφιά της απλότητας του και τον χειμαρρώδη λόγο , χωρίς περιττές λεπτομέρειες η περιέγραφες, διαβαζεται σχεδόν χωρίς ανάσα. Απλο ,αλλά όχι απλοϊκό , ειλικρινές , ελληνικότατο και πολύ σύγχρονο. Δυο άνθρωποι σε μια καμπή της ζωής τους κοντά στα 40 , αναγκάζονται να δουν την αλήθεια τους κατάματα.
Ωραία γραφή, σε παρασέρνει μαζί της αυτή η μαγική πραγματικότητα που , όπως αποδεικνύεται, δεν είναι τόσο μαγική πολλές φορές. Υπερβολικά πολλές ποπ αναφορές, αλλά στο γενικότερο πλαισιο δεν «ρίχνουν» την αφήγηση. Θα ήθελα να διαβασω περισσοτερα από την συγγραφέα!