Το συγκεκριμένο βιβλίο θα το χαρακτήριζα ως ένα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά έργα όλων των εποχών.
Ένα κλασικό βιβλίο τρόμου που ήρθε να ολοκληρώσει τη ζωή μου.
Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ του τρόμου, που ακούει στο όνομα Stephen KING, αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι είναι ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του αιώνα, βάζοντας επί πέντε χρόνια (η διάρκεια συγγραφής του συγκεκριμένου βιβλίου) καθημερινά φωτιά στην πένα του και δημιουργώντας αυτό το αριστουργηματικό έργο τέχνης, με τίτλο "Το Αυτό".
Το μυθιστόρημα, αν και εκτενέστατο στο σύνολό του (1760 σελίδες), σε απορροφά κατευθείαν και από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο συνειδητοποιείς ότι για τις επόμενες εβδομάδες θα χάσεις κάθε επαφή με το περιβάλλον. Στην περίπτωσή μου, κυριολεκτικά αδυνατούσα να το αφήσω κάτω, ενώ ανά στιγμές αναγκάστηκα να το πετάξω από τα χέρια μου και να βγω λίγο έξω να πάρω μια ανάσα, μπας και ηρεμήσω, κατάσταση που δε θυμάμαι να μου τυχαίνει Ξανά στο παρελθόν.
Εκτός από εξαιρετικά ανατριχιαστικό και τρομακτικό, το βιβλίο ήταν και συγκινητικότατο, προκαλώντας μου θλίψη και θυμό, ενώ η απώλεια ορισμένων σημαντικών χαρακτήρων κατά την εξέλιξη της ιστορίας μου στοίχησε πολύ και με οδήγησε σε απόγνωση.
Αφήνοντας, τώρα, στην άκρη τους συναισθηματισμούς μου, ας περάσω και στην ίδια την ιστορία.
Η ιστορία ξεκινάει με ένα παιδάκι ονόματι Τζορτζ Ντένμπροου, που κατά τη διάρκεια του ανέμελου παιχνιδιού του στους δρόμους της πόλης "Ντέρι", βρίσκει ακαριαίο θάνατο, καθώς συναντάει έναν κλόουν με όνομα Πένιγουαϊζ.
Παρ' όλα αυτά, η οπτική του βιβλίου περνάει από διάφορους χαρακτήρες κι έτσι ο αναγνώστης έρχεται εύκολα σε επαφή μαζί τους.
Η πρώτη εικόνα από κάθε έναν από τους εφτά βασικούς χαρακτήρες δίνεται στο Πρώτο Μέρος του βιβλίου και συγκεκριμένα στο 3ο Κεφάλαιο, με τίτλο "Έξι Τηλεφωνήματα". Εκεί, βλέπουμε για πρώτη φορά την κατάσταση κάθε χαρακτήρα στην ηλικία των 37-38 ετών.
Το άτομο που κάνει τα τηλεφωνήματα ονομάζεται Μάικ Χάνλον και συγκαταλέγεται και ο ίδιος στους εφτά βασικούς χαρακτήρες. Πρόκειται για έναν «αράπη», ο οποίος έχει περάσει όλη τη ζωή του στην κωμόπολη Ντέρι. Ο ίδιος καλεί τους υπόλοιπους έξι με σκοπό να τους προειδοποιήσει και να τους ενημερώσει για την επανεμφάνιση μιας μοχθηρής - διαβολικής δύναμης στο Ντέρι, η οποία φαίνεται να εμφανίζεται περίπου κάθε 27 χρόνια, προκαλώντας μεγάλο πλήθος θανάτων, με θύματα κυρίως παιδιά. Θέλει, επίσης, να υπενθυμίσει στους έξι έναν όρκο που είχαν δώσει ως παιδιά, υποσχόμενοι να επιστρέψουν στο Ντέρι αν εμφανιστεί ξανά η δύναμη αυτή, που τους στέρησε την παιδική τους ηλικία και αθωότητα. Το όνομα που αποφασίζουν από κοινού να δώσουν στη διαβολική αυτή παρουσία είναι "Το Αυτό".
Πρώτος στη λίστα των τηλεφωνημάτων βρίσκεται ο Σταν Γιούρις, ένας Εβραίος λογιστής. Ο Σταν, ως ο «ευαίσθητος» της παρέας και έχοντας προσπαθήσει να δραπετεύσει εντελώς από τα παιδικά του χρόνια, ταράσεται όταν δέχεται το τηλεφώνημα του Μάικ, ενώ στη συνέχεια βρίσκεται ξαφνικά νεκρός, Η αστυνομία αποδίδει τον θάνατό του σε αυτοκτονία. Παρ' όλα αυτά, μια ανώτερη δύναμη φαίνεται να είναι υπεύθυνη για το συμβάν.
Το δεύτερο τηλεφώνημα δέχεται ο Ρίτσι Τόζιερ. Ο Ρίτσι είναι ένας γνωστός ραδιοφωνικός παραγωγός με ταλέντο στη μίμηση διάφορων «φωνών». Ως μύωπας έχει δεχτεί εκφοβισμό κατά την παιδική του ηλικία. Ακούγοντας τα λεγόμενα του Μάικ και λόγω έλλειψης σημαντικών προσώπων στη ζωή του, δέχεται αμέσως την πρόσκληση και ετοιμάζεται κατευθείαν για αναχώρηση.
Το τρίτο τηλεφώνημα απευθύνεται στο Μπεν Χάνσκομ (αυτός αυτός είναι και ο αγαπημένος μου χαρακτήρας). Ο Μπεν, έχοντας περάσει δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω της παιδικής παχυσαρκίας του, έχει αποφασίσει να αλλάξει τον εαυτό του και εμφανίζεται ως ένας σπουδαίος αρχιτέκτονας με «φυσιολογική» πλέον εμφάνιση. Δέχεται επίσης αδιαμαρτύρητα την πρόσκληση του Μάικ.
Επόμενος στη λίστα είναι ο Έντι Κάσπμπρακ, ένας επιχειρηματίας που φαίνεται ακόμα πολιορκημένος από την καταπίεση που δεχόταν ως παιδί από τη μητέρα του. Ο Έντι έχει περάσει όλη τη ζωή του με την εντύπωση ότι πάσχει από βαρύ άσθμα, πράγμα που, όπως και ο ίδιος γνωρίζει, είναι μόνο αποκύημα της φαντασίας του.
Το πέμπτο τηλεφώνημα δέχεται η μοναδική γυναίκα της παρέας, η Μπέβερλι Μαρς. Η Μπέβερλι έχει κακοποιηθεί ως παιδί εκτενώς από τον πατέρα της, ενώ ως ενήλικη νυμφεύεται τον Τομ Ρόγκαν, ο οποίος επίσης υποκύπτει καθημερινά σε συζυγική βία και έντονη κακοποίηση της Μπεβ. Η Μπέβερλι, δεχόμενη το τηλεφώνημα, δέχεται κατευθείαν την πρόσκληση, αλλά συναντά τη σθεναρή αντίσταση του Τομ, ο οποίος τρελαίνεται και προσπαθεί να την τιμωρήσει ακόμη και με την ίδια της τη ζωή. Αυτή καταφέρνει να ξεφύγει τραυματίζοντάς τον σοβαρά, εκείνος, όμως, την ακολουθεί κρυφά στο Ντέρι.
Το έκτο και τελευταίο άτομο της παρέας είναι ο Μπιλ Ντένμπροου, πρωταγωνιστής της ιστορίας, ο οποίος έχει εξελιχθεί σε επιτυχημένο συγγραφέα κι έχει παντρευτεί την Όντρα Φίλιπς, διάσημη σταρ του κινηματογράφου. Ο Μπιλ δέχεται αμέσως την πρόσκληση του Μάικ, καθώς διακρίνει μια ευκαιρία να πάρει επιτέλους εκδίκηση για τον αδικοχαμένο αδερφό του, τον Τζορτζ.
Κάπως έτσι τελειώνει το Πρώτο Μέρος του βιβλίου και μπαίνουμε στο πρώτο Ιντερλούδιο, όπου μαθαίνουμε περισσότερες πληροφορίες για τον Μάικ και την ιστορία του Ντέρι.
Το Δεύτερο μέρος του βιβλίου αποτελείται από έξι κεφάλαια, κάθε ένα αφιερωμένο για ένα από τα άτομα της παρέας (ο Μάικ δεν έχει δικό του κεφάλαιο, αλλά του ανήκουν πέντε ολόκληρα Ιντερλούδια που του φτάνουν και του περισσεύουν). Σε αυτά, βλέπουμε την παιδική ηλικία από κάθε μέλος της παρέας. Ανακαλύπτουμε τις ιδιότητές τους αλλά και τα κοινά τους χαρακτηριστικά. Αυτά είναι ότι ο καθένας έχει ένα «ελάττωμα» (αράπης, Εβραίος, μύωπας, παχύσαρκος, ασθηματικός, φτωχή, τραυλός) που τους διαφοροποιούν από τα άτομα της ηλικίας τους, αλλά και ότι όλοι ως παιδιά έχουν δεχτεί εκφοβισμό από τους συμμαθητές τους.
Σε αυτό το μέρος ερχόμαστε σε επαφή και με την παρέα Νταήδων του Ντέρι, που αποτελείται από τον Χένρι Μπάουερς (ο αρχηγός και πρόσωπο-κλειδί για τη συνέχεια της ιστορίας), τον Βίκτορ Κρις, τον «Μπελτς» Χάγκινς και τον Πάτρικ Χόκστετερ.
Ακόμη, βλέπουμε πώς οι εφτά βασικοί χαρακτήρες γνωρίζονται μεταξύ τους, δημιουργώντας τη «Λέσχη των Λούζερ».
Τέλος, βλέπουμε τις επιθέσεις που έχει αντιμετωπίσει ο καθένας ξεχωριστά από το Αυτό, χαρακτηριστικό που τους ενώνει και ενισχύει την ομάδα τους.
Κάπως έτσι, ξεκινάει η προσπάθεια κατατρόπωσης του Αυτού, με ηγέτη τον Μπιλ, ενώ ταυτόχρονα υπερασπίζονται τους εαυτούς τους από τις βίαιες επιθέσεις των Νταήδων.
Με τη διαμεσολάβηση του 2ου Ιντερλουδίου, περνάμε στο Τρίτο Μέρος. Οι χαρακτήρες ως ενήλικοι πλέον, ταξιδεύουν με κατεύθυνση το Ντέρι, όπου και ανταμώνουν όλοι (πλην του νεκρού Σταν) έπειτα από 27 χρόνια. Μεταξύ αστείου και σοβαρού, διηγείται ο καθένας από μια εκτενής ιστορία από τα παιδικά τους χρόνια, έτσι ώστε να ξαναθυμηθούν το παρελθόν και να βάλουν επιτέλους σε σειρά τα κομμάτια που λείπουν από τις μνήμες τους. Οι ιστορίες αυτές ολοκληρώνουν το παρελθόν και πλέον ο αναγνώστης κατέχει πλήρης εικόνα για κάθε χαρακτήρα, κάτι που προσωπικά λάτρεψα σε αυτό βιβλίο.
Κατά τη μετάβαση από το Τρίτο Μέρος στο Τέταρτο, διαμεσολαβεί άλλο ένα αδιάφορο Ιντερλούδιο που μιλάει για τον Μάικ και την ιστορία του Ντέρι.
Το Τέταρτο Μέρος επικεντρώνεται ξανά κυρίως στην παιδική ηλικία των χαρακτήρων. Περιλαμβάνει την ένταξη του Μάικ στην παρέα, τον μεγάλο πετροπόλεμο που ξέσπασε μεταξύ Λούζερ και Νταήδων, νέες επιθέσεις από το Αυτό και προσπάθειες των παιδιών να μάθουν περισσότερα για την προϊστορία και το έργο της συγκεκριμένης ύπαρξης. Το Τέταρτο Μέρος κορυφώνεται με τη σχεδόν θανατηφόρα επίθεση των Νταήδων στον Έντι, τον θάνατο του νταή Πάτρικ Χόκστετερ και την απόπειρα των Λούζερ να εξοντώσουν το Αυτό με μια σφεντόνα, πράγμα που οδήγησε στον τραυματισμό Του και στη δίψα Του για εκδίκηση απέναντι στα παιδιά.
Μετά από άλλο ένα Ιντερλούδιο μπαίνουμε στο Πέμπτο και τελευταίο Μέρος.
Το Πέμπτο Μέρος από το βιβλίο "Το Αυτό" αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, το καλύτερο λογοτεχνικό κομμάτι που έχει γραφτεί στην ιστορία και πολύ δύσκολα κάτι θα το ξεπεράσει. Το Πέμπτο Μέρος είναι ένα διαμάντι, ένας θησαυρός, ένα αριστούργημα, ένα έργο τέχνης. Είναι το καλύτερο πράγμα που έχω διαβάσει στη ζωή μου
Το Κεφάλαιο 19, που αποτελεί το πρώτο κεφάλαιο του Πέμπτου Μέρους, έχει τίτλο "Στις σκοπιές της νύχτας" και έκταση 135 σελίδων. Το συγκεκριμένο κεφάλαιο είναι μια τέχνη από μόνο του. Η γραφή του είναι τόσο πρωτότυπη και μαγευτική που πραγματικά με καθήλωσε. Ο τρόπος μετάβασης από το παρελθόν στο παρόν και ο τρόπος αλλαγής ενοτήτων στο κεφάλαιο αυτό νομίζω ότι θα μου μείνει αξέχαστος. Ένα συγγραφικό διαμαντάκι.
Σε αυτό το κεφαλαίο, ο συγγραφέας συνδυάζει την επίθεση του ανήλικου Χένρι στην Μπέβερλι και την επίθεση του ενήλικου Χένρι στον Μάικ και στον Έντι, υπό την επήρεια του Αυτού, 27 χρόνια μετά. Ακόμη, βλέπουμε την απόφαση των Λούζερ να εισχωρήσουν στους υπονόμους του Ντέρι με σκοπό να σκοτώσουν το Αυτό, ενώ ταυτόχρονα δέχονται επίθεση από τον Χένρι.
Στο Κεφάλαιο 21, οι εναπομείναντες Λούζερ, ως ενήλικοι πλέον, μπαίνουν ξανά στον ίδιο υπόνομο κάτω από το Ντέρι, θέλοντας πλέον να εξοντώσουν για πάντα το Αυτό. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί επικά transitions μεταξύ των δύο εξορμήσεων στους υπονόμους, που τις χωρίζουν 27 χρόνια, αφού οι χαρακτήρες έρχονται αντιμέτωποι με τις αναμνήσεις του παρελθόντος.
Έπειτα, περνάμε στο Κεφάλαιο 22, που για μένα είναι το πιο σημαντικό, το πιο ακραίο, το πιο συγκλονιστικό. Εκεί συμβαίνουν τόσα πολλά πράγματα που με οδήγησαν στη θλίψη, στο κλάμα, στη συγκίνηση, στην απόγνωση και στον θυμό.
Αρχικά, βλέπουμε τις σκέψεις του Μπιλ, που του δίνουν δύναμη και τον πεισμώνουν να συνεχίσει τη μάχη εκδίκησης για τον νεκρό αδερφό του, Τζορτζ:
«(Τσαντ, αυτό το Τσαντ, αντιστάσου, δείξε γενναιότητα, να είσαι αληθινός, αντιστάσου για τον αδερφό σου, για τους φίλους σου• πίστεψε, πίστεψε σ' όλα τα πράγματα που έχεις πιστέψει, πίστεψε πως αν πεις στον αστυνομικό ότι έχεις χαθεί, θα φροντίσει να γυρίσεις σπίτι ασφαλής, πως υπάρχει μια Νεράιδα των Δοντιών που ζει σ' ένα πελώριο κάστρο από σμάλτο, και ο Αϊ-Βασίλης κάτω από τον Βόρειο Πόλο που φτιάχνει παιχνίδια με τα πολύτιμα ξωτικά του, και ότι ο Κάπτεν Μιντνάιτ θα μπορούσε να είναι αληθινός, ναι, θα μπορούσε, κι ας λέει ο Κάλβιν κι ο μεγάλος αδερφός της Σίσι Κλαρκ, ο Κάρλτον, ότι όλα αυτά ήταν μωρουδίστικα πράγματα· πίστεψε ότι η μητέρα κι ο πατέρας σου θα σε αγαπήσουν ξανά, ότι μπορείς να 'σαι θαρραλέος κι ότι τα λόγια θα βγαίνουν δίχως τραύλισμα κάθε φορά· τέρμα οι Λούζερ, δεν θα κρυφτείς ξανά σε μια τρύπα στη γη αποκαλώντας την λέσχη, δεν θα ξανακλάψεις στην κάμαρα του Τζόρτζι επειδή δεν μπόρεσες να τον σώσεις και δεν ήξερες· πίστεψε στον εαυτό σου, πίστεψε στο πάθος αυτής της επιθυμίας)
Μες στο σκοτάδι, άρχισε ξάφνου να γελάει, όχι από υστερία αλλά από έκπληξη και χαρά.»
Στη συνέχεια, έχουμε την προσωπική διαμάχη του Μπιλ με το Αυτό, το οποίο παίρνει τη μορφή μιας γιγαντιαίας αράχνης. Η συγκεκριμένη μάχη είναι ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ.
Έπειτα από λίγο, δύο πλευρό του Μπιλ έρχεται και ο Ρίτσι, ενώ δεν αργεί να φανεί και η παρουσία του Έντι. Και κάπου εδώ γίνεται το κακό...
Μια θανατηφόρα επίθεση του Αυτού απέναντι στον ήδη τραυματισμένο Έντι καταφέρνει να τον βγάλει εκτός μάχης. Εντός ολίγων δευτερολέπτων, η απόγνωση του αναγνώστη κορυφώνεται, καθώς ο Έντι Κάσπμπρακ, ένας από τους σημαντικότερους και συμπαθητικότερους χαρακτήρες, πέφτει νεκρός, σε ένα απόσπασμα ικανό να λυγίσει και τους πιο άψυχους αναγνώστες, όπως εμένα...:
«Πίεσε ξανά τη σκανδάλη της συσκευής, αυτή τη φορά ψεκάζοντας μέσα στον λαιμό του Κτήνους, στον βρομερό, δυσώδη οισοφάγο του, κι ένιωσε ξαφνικό πόνο, οξύ και καθαρό όσο κι αυτόν μιας δυνατής μαχαιριάς, καθώς τα σαγόνια Του έκλειναν γύρω απ' τον ώμο του κι αμέσως μετά τραβιούνταν ξεριζώνοντάς του το χέρι.
Ο Έντι σωριάστηκε στο δάπεδο, με το αίμα να τινάζεται απ' το κολόβωμα του χεριού του, νιώθοντας ακαθόριστα τον Μπιλ να σηκώνεται με κόπο στα τρεμάμενα πόδια του και τον Ρίτσι να έρχεται προς τα εκεί όπου κείτονταν τραυματισμένος, τρεκλίζοντας και παραπατώντας σαν μεθυσμένος στο τέλος μιας ολονύκτιας κραιπάλης.
«...εντς...»
Από κάπου μακριά. Χωρίς σημασία. Ο Έντι ένιωθε τα πάντα να φεύγουν από μέσα του μαζί με το ζωογόνο αίμα... όλη την οργή, όλο τον πόνο, όλο τον φόβο, όλη τη σύγχυση και την οδύνη. Υπέθεσε ότι πέθαινε, όμως αισθανόταν... ω, Θεέ, αισθανόταν τόσο διαυγής, τόσο καθαρός, σαν τζάμι που πλύθηκε και τώρα αφήνει να εισρεύσει όλο το λαμπρό και τρομακτικό φως μιας απρόσμενα αποκαλυπτικής αυγής· το φως, ω, Θεέ, εκείνο το τέλειο, κρυστάλλινα λογικό φως που καθαρίζει τον ορίζοντα κάπου στον κόσμο κάθε δευτερόλεπτο.
«...εντς, ω θεέ, μπιλ, μπεν, ας βοηθήσει κάποιος, έχασε το χέρι του, κάποιος, έχασε το...»
Ο Έντι σήκωσε το βλέμμα του στην Μπέβερλι και την είδε να κλαίει, είδε τα δάκρυα να κυλούν στα βρόμικα μάγουλά της καθώς έβαζε το χέρι της αποκάτω του· αντιλήφθηκε πως είχε βγάλει την μπλούζα της και πάσχιζε να σταματήσει την αιμορραγία και πως ούρλιαζε ζητώντας βοήθεια. Ύστερα κοίταξε τον Ρίτσι κι έγλειψε τα χείλη του. Σβήνοντας, φεύγοντας σιγά σιγά. Όλο και πιο καθαρός, αδειάζοντας, με καθετί ακάθαρτο να ρέει εξαγνιστικά από μέσα του, αφήνοντας χώρο για το φως να εισχωρήσει· και μάλιστα, αν είχε τον χρόνο, θα είχε κάνει πάνω σ' αυτό ένα κήρυγμα: Δεν είναι άσχημο, θα άρχιζε. Δεν είναι διόλου άσχημο. Αλλά υπήρχε κάτι άλλο που έπρεπε να πει πρώτα.
«Ρίτσι...» ψιθύρισε.
«Τι;» Ο Ρίτσι ήταν πεσμένος στα τέσσερα και τον κοίταζε με απόγνωση.
«Μη με λες Εντς», είπε και χαμογέλασε. Σήκωσε αργά το αριστερό του χέρι κι άγγιξε το μάγουλο του Ρίτσι. Ο Ρίτσι έκλαιγε. «Ξέρεις δεν... δεν...» Ο Έντι έκλεισε τα μάτια, αναζητώντας έναν τρόπο να ολοκληρώσει τη φράση, και καθώς το έκανε, πέθανε»
Το Αυτό, πλέον τρομαγμένο από την αντίσταση των Λούζερ, αμύνεται, ενώ ταυτόχρονα ο Μπεν εξαλείφει τους απογόνους Του:
«Έρχονταν ακόμα.
Τους ένιωθε να έρχονται ακόμα, να πλησιάζουν, κι ο φόβος Του μεγάλωσε. Ίσως εντέλει να μην ήταν αιώνιο –το ασύλληπτο έπρεπε τελικά να συλληφθεί. Ακόμα χειρότερα, ένιωθε τον θάνατο των μικρών Του. Δεν ήταν μονάχα τα δύο μισητά αγόρια-άντρες, αλλά κι ένα τρίτο, που πήγαινε από το ένα νεογνό Του στο άλλο, έχοντας σχεδόν χάσει τα λογικά του απ' την αποστροφή, αλλά συνεχίζοντας παρ' όλα αυτά, πατώντας μεθοδικά ένα ένα τα αυγά Του και σκοτώνοντας τη ζωή μέσα τους.
Όχι! θρήνησε το Αυτό καθώς παρέπαιε δεξιά αριστερά, νιώθοντας τη ζωτική Του ουσία ν' αδειάζει απ' τις πολλές πληγές, ίσαμε εκατό πληγές, καμία από αυτές θανάσιμη από μόνη της, αλλά όλες τους οδυνηρές, όλες πηγές παλλόμενου πόνου που επιβράδυνε την πορεία Του. Το ένα πόδι Του κρεμόταν από ένα μοναδικό κορδόνι ζωντανής σάρκας. Το ένα μάτι Του ήταν τυφλό. Ένιωθε τα σωθικά Του ξεσκισμένα από εκείνο το δηλητήριο, ό,τι κι αν ήταν, που το ένα από τα μισητά αγόρια-άντρες είχε καταφέρει να Του ψεκάσει στο λαρύγγι.
Κι ακόμα έρχονταν, πλησίαζαν ολοένα και πιο πολύ. Πώς ήταν δυνατόν; Το Αυτό σκλήρισε σιγανά και κλαψούρισε, κι όταν πια τους ένιωσε σχεδόν πίσω Του, έκανε το μόνο πράγμα που μπορούσε πλέον να κάνει: στράφηκε για να πολεμήσει.»