Με φόντο τον κόσμο που ζούμε, σύγχρονοι άνθρωποι μιλούν ή δεν μιλούν γι’ αυτά που τους απασχολούν. Έντεκα μικρές αυτοτελείς ιστορίες για τα προβλήματα του σήμερα· το αίσθημα ότι είσαι πάντα δεύτερος, τα μεγάλα διλήμματα της ζωής που σε φέρνουν αντιμέτωπο με δύσκολες αποφάσεις, οι ανίατες ασθένειες που σε βυθίζουν σαν άγκυρα, ο μονόλογος ενός ανθρώπου που δεν ζει πια, σύνδρομα που μας φόρτωσαν οι γονείς μας, φόβοι, αγωνίες, προβληματισμοί, και τα όνειρά μας που πρέπει να τα κυνηγάμε. Η Τατιάνα Κίρχοφ, στην πρώτη της συλλογή διηγημάτων, επιχειρεί να μας πει τις ιστορίες που ο κόσμος λέει ή δεν λέει στον ψυχολόγο του.
Η Τατιάνα Κίρχοφ γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα. Σπούδασε ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στο Kingston University του Λονδίνου. Είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στις νευροεπιστήμες από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχει κάνει επίσης ανώτερες σπουδές υποκριτικής και έχει εργαστεί ως ηθοποιός και θεατρική συγγραφέας. Ασχολείται επαγγελματικά με την ψυχολογία. Οι "Ιστορίες που (δεν) είπα στον ψυχολόγο μου" είναι η πρώτη της συλλογή διηγημάτων.
Δεν είμαι πάρα πολύ σίγουρη ότι είναι το κατάλληλο βιβλίο για να το διαβάσετε εν μέσω καραντίνας και εγκλεισμού που το νευρικό σύστημα όλων μας είναι ιδιαιτέρως φορτισμένο. Θα μου πεις εσύ γιατί το διάβασες; Άλλο αυτό. Που λέτε λοιπόν δεν ξέρω κατά πόσο κάποιος τη δεδομένη στιγμή θα θελε να διαβάσει για αρρώστιες, για κατάθλιψη, για τις δυσκολίες της ζωής χωρίς να τον φορτίσει παραπάνω ψυχολογικά. Δεν είναι ένα τόσο βαρύ βιβλίο όσο ακούγεται από τα λεγόμενα μου αλλά ούτε και παιδική χαρά. 11 αυτοτελείς λοιπόν ιστορίες ανθρώπων της διπλανής πόρτας, ανομολόγητες σκέψεις, πάθη, λάθη. Για να μαι απολύτως ειλικρινής χωρίς να λέω ότι ήταν ακριβώς ένα βιβλίο που το περίμενα πως και πως είχα ψηθεί πάρα πολύ όμως να το διαβάσω οπότε νιώθω λιγάκι προδομένη από την εκτέλεση της αρχικής ιδέας. Ξεκινάω πρώτα όμως λέγοντας ότι ένα πράγμα που με ενοχλεί πάρα πολύ εμένα προσωπικά με τους Έλληνες συγγραφείς και ειδικά τους νεότερους είναι ότι παρατηρώ ένα τσικ παραπάνω επίκληση και εκβιασμό συναισθήματος και πόνου απ’ όσο έπρεπε και ενώ η χ ιστορία που θέλουν να πουν μπορεί να ναι ενδιαφέρουσα χωλαίνει ακριβώς από την ανάγκη που έχει ο χ συγγραφέας να κολλήσει λίγο παραπάνω δράμα απ’ όσο πρέπει ή ένα δυνατό τσιτάτο ζωής από αυτά που κάνουμε share στο facebook κάτω από σέλφι φωτογραφίες μας γιατί είμαι κουκλάρες αλλά έχουμε και προσωπικότητα. Αυτό το στοιχείο το παρατήρησα και σε αυτό το βιβλίο σε μικρότερο ευτυχώς βαθμό απ’ ότι άλλα. Εμένα προσωπικά με ενοχλεί και το σημειώνω ως αρνητικό.
Η βασική μου όμως τώρα ένσταση έγκειται στο ότι δεν ένιωσα να δικαιολογείται πουθενά ο τίτλος του βιβλίου. Εμενα οι ιστορίες μου έκαναν περισσότερο εσωτερικοί μονόλογοι . Πολύ λανθασμένα είχα σκεφτεί ότι θα βρω μέσα στο βιβλίο μια πιο ψυχολογική προσέγγιση και ίσως λίγο περισσότερη δράση και αντίδραση στην ιστορία που εξιστορούσε ο εκάστοτε ήρωας κάθε φορά αν και ενδεχομένως να ηταν και άστοχη η προσέγγιση που είχα πλάσει στο κεφάλι μου λόγω αυτού του δεν μέσα στον τιτλο.. Προτιμούσα και ήλπιζα να διαβάσω μια τέτοια μορφή όμως. Δεν σημαίνει απαραίτητα κάτι απλά για μένα ο τρόπος αφήγησης έκανε το βιβλίο λίγο περισσότερο αδύναμο απ όσο έπρεπε. Εννοείται ταυτίστηκα με την ιστορία περί αρρωστοφοβίας. Όχι που δε θα ταυτιζόμουνα. 3 αστεράκια. Αν δεν μου είστε σε μουντ βαρύ και ασήκωτο εντάξει μη μου το διαβάσετε και μετά μου ζητάτε να σας πληρώσω ψυχοφάρμακα. Δε βγαίνω.
«Και μη στενοχωριέσαι που έχασες μια παρτίδα στο τάβλι. Παιχνίδι είναι. Όπως και η ζωή. Ξαναπροσπάθησε. Ξαναχάσε. Ξαναχάσε καλύτερα».
Οι ιστορίες που (δεν) είπα στον ψυχολόγο μου είναι μια συλλογή διηγημάτων αποτελούμενη από έντεκα ιστορίες καθημερινών ανθρώπων που μιλούν για όσα τους απασχολούν – είτε στον ψυχολόγο τους είτε όχι. Έντεκα μονόλογοι λοιπόν, τους οποίους διέπει έντονη θεατρικότητα, πράγμα καθόλου τυχαίο, δεδομένου ότι η συγγραφέας είναι και ηθοποιός, άρα εξοικειωμένη με τη θεατρική φόρμα. Η επιθυμία για λύτρωση είναι χαρακτηριστικό κάθε θεατρικού έργου και η επιθυμία αυτή είναι έκδηλη και στη συγκεκριμένη συλλογή. Όλοι οι αφηγητές έρχονται αντιμέτωποι με τις εσωτερικές τους συγκρούσεις, βασανίζονται από τα άγχη και τις νευρώσεις τους και όλοι αποζητούν την λύτρωση, η οποία με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο έρχεται… στις περισσότερες ιστορίες.
Ποια μπορεί να είναι η αιτία για αυτές τις συγκρούσεις, τι μπορεί να τους έχει προκαλέσει αυτά τα άγχη και τις νευρώσεις; Ένα καταπιεστικό οικογενειακό περιβάλλον, οι προσδοκίες της κοινωνίας που δεν αφήνουν το άτομο να ζήσει όπως το ίδιο επιθυμεί, οι ενοχές από πράξεις του παρελθόντος που βαραίνουν το παρόν, η ασθένεια που φθείρει το σώμα και το πνεύμα, το αβάσταχτο παράπονο από μια σύγκριση που δε ζητήθηκε ποτέ, ένας έρωτας που έληξε άδοξα.
Όλα αυτά και ακόμη περισσότερα εξερευνά η συγγραφέας και σκιαγραφεί τους ήρωές της με τρόπο ζεστό και συμπονετικό. Η γλώσσα της είναι απλή και οικεία και ο τόνος που χρησιμοποιεί είναι ιδιαίτερα άμεσος και εξομολογητικός – άλλωστε σχεδόν όλα τα διηγήματα είναι γραμμένα σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, επιτρέποντας στον αναγνώστη από την πρώτη σελίδα να ταυτιστεί με τους ήρωες και να ενδιαφερθεί βαθιά για τα πάθη, την εξέλιξή τους και την ενδεχόμενη λύτρωσή τους. Τη λύτρωση αυτή δεν την επιτυγχάνουν όλοι, γεγονός που συμβάλλει στην αληθοφάνεια του βιβλίου, καθώς στην ίδια τη ζωή δεν επέρχεται πάντα η λύτρωση.
Κοινός παρονομαστής και θέμα που αναδύεται σε όλα τα διηγήματα είναι η νοσηρή πλευρά της ελληνικής οικογένειας. Πρώτο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η οικογένεια της Ανώνυμης στην ιστορία που ανοίγει την αυλαία του βιβλίου, με τον αυταρχικό πατέρα που δε δείχνει ίχνος στοργής στις κόρες του, φορτώνοντάς τες με ευθύνες δυσανάλογες της ηλικίας τους, όπως είναι το μεγάλωμα των μικρότερων αδερφών και η εύρυθμη λειτουργία του παντοπωλείου τους – βάρη τα οποία κανένα παιδί 6 χρόνων δε θα έπρεπε να επωμίζεται. Όπως η ίδια εξομολογείται: «Όταν κοιτούσα από το παράθυρο νανουρίζοντας τη μικρή και τραγουδώντας της παιδικά στιχάκια για να την πάρει ο ύπνος και έβλεπα τα παιδιά του χωριού στην πλατεία να παίζουν κρυφτό και κυνηγητό και μήλα και κλέφτες και αστυνόμους, εκεί πάλι χτυπούσε η καρδιά μου δυνατά από επιθυμία και λαχτάρα να παίξω μαζί τους και έλεγα μέσα μου: ‘μα κι αυτά τα παιδάκια στην ηλικία μου είναι, γιατί δε μεγαλώνουν κάποιο αδερφάκι και παίζουν;’ Δε θυμάμαι ποτέ να έπαιξα ως παιδί». Από τη μια λοιπόν έχουμε τη χαμένη παιδική ηλικία της ηρωίδας και από την άλλη έχουμε την πίεση του πατέρα να αποκτήσουν οι κόρες του εκπαίδευση καλύτερη από αυτή που έλαβε ο ίδιος απλώς και μόνο για το κοινωνικό στάτους που μια σχολή όπως η Νομική επιφέρει, για να μπορέσει να κορνιζάρει το πτυχίο της Νομικής στο παντοπωλείο του. Γιατί, όπως αναφέρει ο ίδιος, τι θα γίνουν οι κόρες του, τίποτα γκαρσόνες;
Δεύτερο παράδειγμα της τοξικότητας της οικογένειας αποτελεί η ιστορία του Δεύτερου, του Δημήτρη, του οποίου οι γονείς, από την πρώτη στιγμή της ζωής του τον τοποθέτησαν σε έναν πολύ συγκεκριμένο ρόλο, σε μια διαρκή, άδικη σύγκριση με τον μεγάλο του αδερφό και πάντα ήταν δεύτερος και λιγότερο σημαντικός στα μάτια τους. Σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία, ο Δημήτρης αποδέχτηκε γρήγορα τη θέση του αυτή και διαμόρφωσε τον χαρακτήρα ενός αόρατου ανθρώπου. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του στην σπαρακτική επιστολή που γράφει προς τους γονείς του ενόσω τελεί την στρατιωτική του θητεία: «Μια ζωή πάλευα να είμαι ο σωστός, το υπόδειγμα, το ευγενικό παιδί, γιατί πίστευα ότι έτσι θα με αγαπήσουν κι εμένα λίγο. Και το μόνο που κατάφερα ήταν να ξεθωριάζω και να γίνομαι ολοένα και πιο αόρατος, διάφανος, σαν μια ζελατίνα που την τεντώνεις, την τεντώνεις και δε ζαρώνει ποτέ, περικλείει μέσα της ένα σωρό όργανα και εντόσθια, ζωντανούς μικροοργανισμούς που εσείς μπορείτε να βλέπετε ανεπηρέαστοι, γιατί δε θα έρθετε ποτέ σε επαφή μαζί τους, αφού υπάρχει αυτό το διαφανές υλικό που σας προστατεύει απ’ το να πιάσετε, να μυρίσετε, να αγγίξετε την ουσία του ανθρώπου. Τις βαθύτερες επιθυμίες του. Τα θέλω του. Την ανάγκη του να τον αγαπάτε, κι ας μην είναι πρώτος κι ας μην είναι ο καλύτερος. Εγώ είμαι αυτή η ζελατίνα. Είμαι πάντα δεύτερος».
Εκτός από τις ολέθριες επιδράσεις της ελληνικής οικογένειας, μέσα από τα διηγήματα διακρίνεται και η τοξική πλευρά της κοινωνίας εν γένει, με τους κοινωνικούς ρόλους που προδιαγράφουν τη ζωή και την πορεία μας. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτού αποτελεί η τέταρτη κατά σειρά ιστορία, τα Δελφίνια, όπου οι γονείς του αφηγητή μια ζωή τσακώνονταν, ξεσηκώνοντας όλη τη γειτονιά με τις φωνές και τους καβγάδες τους, ώσπου μετά από τριάντα χρόνια γάμου η μητέρα του τους ‘εγκατέλειψε’, μετακομίζοντας στο απέναντι σπίτι, αρνούμενη να φροντίσει τον σύζυγό της όταν εκείνος αρρώστησε και δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί. Κι έτσι ο αφηγητής, σε μια στιγμή ενδοσκόπησης αναρωτιέται: «Γιατί χωρίζουν οι άνθρωποι μετά από τόσα χρόνια, γιατί τώρα κι όχι νωρίτερα, γιατί εξ αρχής, εφόσον έβλεπαν πως δεν ταιριάζανε, αποφάσισαν να κάνουν οικογένεια, γιατί ο κόσμος νομίζει ότι αυτοεκπληρώνεται μόνο μέσω των απογόνων, γιατί δεν πήγαν ποτέ κάπου να λύσουν τα προβλήματά τους παρά μόνο φώναζαν, χιλιάδες γιατί».
Όλα τα παραπάνω συνθέτουν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ανάγνωσμα που με τρόπο εύληπτο και παραστατικό παρουσιάζει το μωσαϊκό της ελληνικής οικογένειας και του τρόπου με τον οποίο όλοι μας λίγο ως πολύ έχουμε μεγαλώσει μέσα στην κοινωνία αυτή. Ο αναγνώστης αναγνωρίζει κομμάτια του με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο σε καθεμιά από τις ιστορίες της συλλογής και οδηγείται σε συλλογισμούς που αφορούν στη δική του οικογένεια, στις δικές του νευρώσεις και στα δικά του πάθη. Άλλωστε, σύμφωνα με τη διάσημη πρώτη φρά��η του Λέον Τολστόι στην Άννα Καρένινα, «Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, όμως, είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο».
Πριν ξεκινήσω την άποψή μου για το βιβλίο θα ήθελα να σημειώσω ότι η παρουσία της Τατιάνας Κίρχοφ μου θύμισε ψυχολόγους όπως τον Μπουκάι ή τον Γιάλομ που εκμεταλλεύτηκαν την ειδικότητά τους για να ανοίξουν μια πόρτα στην λογοτεχνία. Για να είμαι ειλικρινής η Κίρκοφ είναι η πρώτη Ελληνίδα που διαβάζω και αφηγείται ιστορίες που αφορούν τον χώρο της ψυχολογίας. Οι ιστορίες της Κίρκοφ είναι βγαλμένες από την ζωή των σύγχρονων ανθρώπων. Άνθρωποι που αντιμετωπίζουν ψυχολογικά προβλήματα ή προβλήματα υγείας όπως η άνοια - με την οποία η συγγραφέας έχει ασχοληθεί διεξοδικά λόγω της διατριβής της- αφηγούνται τους προβληματισμούς τους με την μορφή εξομολόγησης, κατάθεσης ψυχής... Οι ήρωες αυτοί που εξομολογούτναι τις σκέψεις τους άλλοτε καταφέρνουν να βγουν από το αδιέξοδο που βρίσκονται και άλλες φορές εγκλωβίζονται. Κάθε ιστορία ταράζει και οδηγεί τον αναγνώστη στην κάθαρση. Διαβάζοντας τα διηγήματα συνειδητοποιείς ότι τις ιστορίες αυτές κάπου τις έχεις ξανακούσει, και είναι αλήθεια τις έχεις ξανακούσει γιατί ο σύγχρονος κόσμος βιώνει δύσκολες στιγμές στην καθημερινότητά του και πάνω κάτω οι ιστορίες μοιάζουν. Η οικονομική κρίση, ο ανταγωνισμός, η καλλιέργεια σχέσεων που πραγματοποιείται πλέον με δυσκολία μεταξύ των ανθρώπων γεννούν τις ιστορίες και κατά συνέπεια τις ιστορίες της Κίρκοφ. Κι αυτή είναι η απάντηση που δίνεται στον αναγνώστη αυτόν που θα κάνει λόγο για πρωτοτυπία ιστοριών. Ποιος δεν ήθελε να ακολουθήσει διαφορετικό επάγγελμα από αυτό που του υπέδειξε η οικογένειά του; Ποιος δεν έχει συναντήσει, ή δεν στηρίζει ένα αρρωστοφοβικό άτομο; Ποιος δεν έχει ακούσει ιστορίες ανοϊκών ασθενών από το οικείο περιβάλλον του; Αλήθεια δεν υπάρχει κάποια στιγμή που να μην αισθάνθηκες κατώτερος όταν κάποιος σε απαξίωσε ή σε έκρινε υποτιμητικά λεκτικά ή με μια μορφή bulling; Αυτό που κράτησα από τα διηγήματα της Κίρκοφ είναι ο απλό τρόπος γραφής, ο προφορικός εξομολογητικός χαρακτήρας, η θεατρικότητα στις αφηγήσεις που προσδίδει ζωντάνια και παραστατικότητα. 3 1/2 αστέρια.
Ιστορίες που (δεν) είπα στον ψυχολόγο μου – Τατιάνα Κίρχοφ
Στην πρώτη της συγγραφική απόπειρα, η Τατιάνα Κίρχοφ μας παραδίδει έντεκα αυτοτελείς μονολόγους -δυνητικούς διαλόγους, οι οποίοι απευθύνονται σε κάποιον, πράγματικό ή φανταστικό, ακροατή - ψυχολόγο, ή και όχι.
Με εξομολογητικό ύφος αλλά και μ’ένα αίσθημα κατεπείγοντος, οι πρωταγωνιστές μοιράζονται τα άγχη, τα σωματοποιημένα συμπτώματα και τους ψυχαναγκασμούς τους. Με τρόπο ζωντανό, θεατρικό, μιλούν για τις παθογενείς οικογενειακές σχέσεις που αρρωσταίνουν, τις γονεϊκές απαιτήσεις που περιορίζουν και την εγωιστική αγάπη που φυλακίζει το αντικείμενό της. Εκφράζουν επίσης τις καταπιεσμένες επιθυμίες, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και τις ματαιώσεις τους· όλα εκείνα που καθιστούν την ύπαρξη ανθρώπινη. Κάθε διήγηση είναι και μια ιστορία απελευθέρωσης: απελευθέρωση από τα δεσμά της οικογένειας, τα όρια του εαυτού, ή, απλώς, τη σιωπή.
Αυτές οι καταθέσεις ψυχής προκαλούν τη συγκίνηση του αναγνώστη, ο οποίος αναγνωρίζει τον εαυτό του στο αίσθημα ασφυξίας των ηρώων, στη συνεχή τους πάλη μεταξύ εκπλήρωσης επιθυμιών και υποταγής στις κοινωνικες συμβάσεις και στα γονεϊκά "πρέπει", αλλά και στη σύγκρουση μεταξύ της θέλησης για ζωή ή της οριστικής φυγής μέσω της ανυπαρξίας -ιδιαίτερα συγκινητικές είναι οι ιστορίες που δίνουν φωνή στους ηλικιωμένους που εκπίπτουν νοητικά λόγω εκφυλιστικών διαταραχών, οι οποίοι σπάνια κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη λογοτεχνία, αλλά και στην τέχνη γενικότερα.
Από την άλλη, οι καταστάσεις στις οποίες βρίσκονται οι ήρωες είναι συχνά στερεοτυπικές και στερούνται διακυμάνσεων, εκβιάζοντας τελικά το συναίσθημα του αναγνώστη: οι διηγήσεις είναι περιγραφικές, ο λόγος δεν ξεφεύγει της παγίδας του διδακτισμού, ενώ λείπει το αναγκαίο στα διηγήματα στοιχείο της υπαινικτικότητας και της αμφισημίας. Το φαγητό σερβίρεται έτοιμο στον αναγνώστη, κι εκεινος κατέχει θέση παθητική-
Ακολουθώντας την τύχη των καταστάσεων, οι χαρακτήρες προσκρούουν σε στερεοτυπίες: ο αυταρχικός χωριάτης πατέρας που μυρίζει τυρίλα και ενδιαφέρεται μόνο για την υπόληψή του στο χωριό, η επιφανειακή φοιτήτρια που παρατάει τη σχολή όταν συνάπτει σχέση με το κατά τριάντα χρόνια μεγαλύτερό αφεντικό της και δέχεται να συντηρείται από εκείνον ή οι γονείς που προτιμούν το ένα παιδί τους από το άλλο, και του το δηλώνουν απροκάλυπτα, σε κάθε ευκαιρία... Οι ήρωες καταλήγουν καρικατούρες σχεδόν, χωρίς αποχρώσεις και διακυμάνσεις· μονοδιάστατοι, εξυπηρετούν τις ανάγκες της ιστορίας περισσότερο παρά τα δικά τους συγκρουσιακά μονοπάτια.
Η "ελεγχόμενη έκρηξη" όπως ονομάζει την κορύφωση του διηγήματος ο Σκαμπαρδώνης, επιχειρείται και εδώ, μέσω της παράλληλης εξέλιξης των εξωτερικών γεγονότων από τη μία και του ενδότερου κόσμου των ηρώων από την άλλη- μόνο που, καθώς οι τελευταίοι είναι αρκετά επίπεδοι, ο εσωτερικές τους διεργασίες χωλαίνουν σε βάθος και αληθοφάνεια.
Η συλλογή αποτελεί, τελικά, μία ενδιαφέρουσα προσπάθεια η οποία, παρά τις απλουστεύσεις και τους συναισθηματισμούς που την χαρακτηρίζουν, διαβάζεται ευχάριστα- και έχει και κάτι να πει.
Μικρές ιστορίες γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο, μας οδηγούν σε διάφορα κοινωνικά θέματα που είτε έχουμε ζήσει είτε έχουμε ακούσει από τον κύκλο μας. Μερικές ειναι πολύ δυνατές, κάποιες αδιάφορες. Λόγω του ευαίσθητου περιεχόμενου, καλύτερα να μη διαβαστεί από άτομα που δεν είναι σε καλή ψυχική διάθεση.
Μου θύμισε πάρα πολύ το ο καθένας με το βάσανο του. Αγαπάω αυτά τα βιβλία που σε κάνουν να νιώθεις λιγότερο μόνος στα προβλήματα και στις ανησυχίες σου και αυτό είναι ένα από αυτά.
Ιστορίες που (δεν) είπα στον ψυχολόγο μου. Σύγχρονοι άνθρωποι (δεν) μιλούν γι αυτά που τους απασχολούν. Έντεκα μικρές αυτοτελείς ιστορίες για τα προβλήματα του σήμερα. Μεγάλα διλήμματα της ζωής που σε φέρνουν αντιμέτωπο με δύσκολες αποφάσεις, ασθένειες, άγχη που μας φόρτωσαν οι γονείς μας, φόβοι, αγωνίες, προβληματισμοί και τα όνειρα μας που πρέπει να τα κυνηγάμε. Η συγγραφέας παρουσιάζει τις ιστορίες αυτές χωρίς να χάσει την ευαισθησία και το χιούμορ της. Αναπτύσσει λογοτεχνικά περιπτώσεις που άκουσε ως ψυχολογος και την άγγιξαν και στις οποίες ο αναγνώστης μπορεί να ταυτιστεί, να αναγνωρίσει δικές του στιγμές, δικούς του προβληματισμούς.
Η ψυχολόγος και συγγραφέας Τατιάνα Κίρχοφ συστήνεται στο αναγνωστικό κοινό με το βιβλίο της «Ιστορίες που (δεν) είπα στον ψυχολόγο μου» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις.
Πρόκειται για έντεκα ιστορίες μικρής σχετικά έκτασης, από αυτές που θα έλεγε ή θα απέφευγε κάποιος να εξιστορήσει στον ψυχολόγο του. Τα περισσότερα διηγήματα του βιβλίου δείχνουν την παθογένεια της ελληνικής οικογένειας. Ιστορίες οικείες, σαν να τις έχουμε ακούσει ή διαβάσει ξανά.
Στο μυαλό μου ήρθε η παροιμία «Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα» διαβάζοντας τις ιστορίες: Ανώνυμη, Δεύτερος, Το σύνδρομο του καλού κοριτσιού και Χριστουγεννιάτικη ιστορία.
Ιστορίες που σου εντυπώνονται και τις θυμάσαι για αρκετό καιρό και μετά την ανάγνωση του βιβλίου. Ίσως γιατί όλοι, λίγο ή πολύ, έχουμε μέσα μας τραύματα από την παιδική μας ηλικία και συμπάσχουμε με τους ήρωες του βιβλίου. Έντονα τα συναισθήματα που γεννιούνται στον αναγνώστη. Θεωρώ ότι η συγγραφέας δεν σκοπεύει στον εκβιασμό συναισθημάτων. Καταγράφει μόνο ιστορίες σκληρές. Η αλήθεια, άλλωσ��ε, είναι πάντα σκληρή.
Η γραφή της απλή, αλλά όχι απλοϊκή, με στοιχεία λογοτεχνικότητας. Ρέει και παρασύρει τον αναγνώστη.
Η πρώτη της συγγραφική απόπειρα είναι ενδιαφέρουσα και δεν περνάει απαρατήρητη. Σίγουρα όμως θα ήθελα να διαβάσω την επόμενη φορά ένα βιβλίο τελείως διαφορετικό από το πρώτο, που δεν θα σχετίζεται με την ιδιότητά της ως ψυχολόγος. https://www.thematofylakes.gr/istorie...
"Θέλει κόπο να είσαι συνεχώς το καλό παιδί, απαιτεί θυσίες και πάνω απ' όλα μια ευστροφία να καταπίνεις ο,τι σε υποβαθμίζει και να χαμογελάς όταν θα έπρεπε να υψώνεις το ανάστημα σου. Μαθαίνεις να σκύβεις στις περιπτώσεις που πρέπει να στέκεσαι όσο πιο στητος γίνεται και να προσπερνάς αυτά που σε προσβάλουν περισσότερο. Με λίγα λόγια, κανείς δεν γεννιέται καλό παιδί. Ειναι μια δεξιότητα που μαθαίνεται".
(Re-read) Αρκετά καλή πρώτη προσπάθεια. Μου άρεσαν όλες οι ιστορίες εκτός από την τελευταία. Την πρώτη φορά που το διάβασα είχα ξεχωρίσει τη «Χριστουγεννιάτικη ιστορία», τώρα ξεχωρίζω τις «Πόρτες».