Κάποτε, λοιπόν, γεννήθηκε εν Αθήναις η Αμφιτρίτη Βράνη του Κυρίλλου… Διαισθητικά, χρειαζόταν την αλήθεια, όπως αυτή ξεπηδούσε από ασκημένες ζωές και επικίνδυνα πάθη. Όμως, δεν ήταν έτοιμη για κάτι τόσο τολμηρό. Παρ’ όλα αυτά, το ένστικτό της –φορτισμένο με ρομαντικά λάθη και έναν αισθησιασμό που την ξεπερνούσε– την έκανε να περιφρονεί το αστικό αμπαλάζ μιας συνηθισμένης ζωής εξ ονόματος του έρωτα. Κι επειδή ερωτεύτηκε τον έρωτα, πίστεψε πως ανέβαινε στα υψίπεδα μιας αιρετικής αγιοσύνης… Δεν τη συγχώρησαν για την τόλμη της και δεν συγχώρησε κανέναν. Ούτε καν τον εαυτό της. Εκπαιδεύτηκε να επιζεί και να διαιωνίζει μια νοσταλγία πέρα από το χθες όπου στοίβαζε τα πάθη της. Δεν έμενε τώρα παρά να αποδείξει ότι η φάλτσα ζωή της όφειλε να τη δικαιώσει, αν και κάλπαζε στην όγδοη δεκαετία της. Όμως, είχε κι ένα αξόδευτο στοκ νεότητας – κι αυτό ακριβώς ήταν το διαβατήριο που την έκανε προσβάσιμη στο ερεθιστικό ντόμινο των συμπτώσεων. Συμπτώσεις που θα τις έλεγες και εκκρεμότητες... Όλα αυτά σε μια τωρινή Αθήνα, ασυγχρόνιστη με την αισθητική ηθική της, γεμάτη από ίχνη απόντων. Θα ψάξει τελικά τις αφορμές της απελπισίας της με επιείκεια, υπερασπιζόμενη όμως και τους θυμούς της. Έτσι ήταν η Αμφιτρίτη-Ρίτα Βράνη. Μια γυναίκα που μπορούσε να διαπρέψει ως γιατρός, ως ηθοποιός, ως νεκρή και ως αστέρι σε έναν γαλαξία συμβάσεων. Προτίμησε την ανατροπή, αυτοσαρκάζοντας την αδιαπραγμάτευτη μοναξιά της και τις ήττες της, που τις έκανε να δείχνουν νικηφόρες. Κι έτσι συνεχίζει…
Ο Γιάννης Ξανθούλης (English: Giannis Xanthoulis) είναι Έλληνας μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε το 1947 στην Αλεξανδρούπολη από οικογένεια προσφύγων και σπούδασε δημοσιογραφία, σχέδιο και ενδυματολογία θεάτρου. Από το 1969 εργάζεται ως δημοσιογράφος και χρονογράφος, ενώ το πρώτο του μυθιστόρημα, Μεγάλος Θανατικός, κυκλοφόρησε το 1981. Έγινε ευρύτερα γνωστός από τα χρονογραφήματά του στην Ελευθεροτυπία, καθώς και από τα σατιρικά του κείμενα και θεατρικά έργα, πολλά από τα οποία ανέβηκαν σε ελληνικές σκηνές. Έχει επίσης γράψει και εικονογραφήσει παιδικά βιβλία. Βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της ΕΣΗΕΑ.
Τα βιβλία του Γιάννη Ξανθούλη αποτελούν πάντα μια ξεχωριστή αναγνωστική εμπειρία. Ο συγγραφέας στήνει κάθε φορά το δικό του σουρεαλιστικό κατά βάση σκηνικό. Οι ιστορίες του εκτυλίσσονται σ’ έναν κόσμο μοναδικά φτιαγμένο από το συγγραφέα που κάποιους θα τους μαγέψει η σπιρτάδα και το σκέρτσο της γραφής και άλλους θα τους απωθήσει. Προσωπικά ανήκω στην πρώτη κατηγορία. Χρόνια πιστή θαυμάστρια του παρακολουθώ τα βιβλία του και γίνομαι ένα με τον φανταστικό μικρόκοσμο του. Παρόλο που τα βιβλία του δε μου αρέσουν όλα το ίδιο θαυμάζω την πίστη και την «εμμονή» με την καλή έννοια σ’ ένα πολύ ιδιαίτερο και λίγο φολκλόρ δεν έχω καλύτερη λέξη να το περιγράψω στυλ γραψίματος. Οι ιστορίες του πάντα παραστατικές και ζωντανές, ξεπηδάνε σαν εικόνες μπροστά σου. Κάθε φορά που διαβάζω ένα βιβλίο του Ξανθούλη για κάποιο λόγο νιώθω ότι είναι μέρος του σκηνικού ελληνικής ταινίας του 60 και εγώ κάθομαι αναπαυτικά στο θερινό σινεμά της γειτονιάς, πίνω την πορτοκαλάδα μου ενώ τα φώτα λούζουν το κεφάλι μου και παρακολουθώ. Για να μιλήσουμε λοιπόν πιο συγκεκριμένα στο «Ζωή μέχρι χθες παρακολουθούμε την ζωή της Αμφιτρίτης Βράνη,γόνου του γνωστου αφροδισιολόγου Κύριλλου Βράνη.
"Είμαι η Ρίτα Βράνη των εβδομήντα δύο χρόνων, πρώην ένοικος του ρημαγμένου πια Μεγάρου Βράνη, που το κοιτώ απέναντί μου ακριβώς, καθισμένη σ’ ένα πεντακάθαρο καφενείο Πακιστανού ιδιοκτήτη, μοσχομυρισμένο από τον εσπρέσο που ρέει από μια μεγάλη μηχανή που φταρνίζεται διαρκώς".
Η ηρωίδα μας λοιπόν επιστρέφει μετά από χρόνια στην Ελλάδα και στη ζωή που άφησε χρόνια πριν όταν μετά το γάμο της εγκατέλειψε τη χώρα. Πλέον όλα έχουν αλλάξει. Ακόμα και το πατρικό της σπίτι έχει μετατραπεί πλέον σε οίκος ανοχής. Θα μας ταξίδι πίσω στο χρόνο, θ’ αποτυπώσει την κοινωνία στη δεκαετία του 6. Η Ρίτα Βράνη ήταν μια γυναίκα μπροστά από την εποχή της. Ζούσε τη ζωή και τον έρωτα στα άκρα παρόλο που στα νεανικά της χρόνια αυτό δεν θεωρούνταν κοινωνικά αποδεκτό. Σε μια αναμέτρηση με τις μνήμες της η ηρωίδα ακροβατεί μεταξύ του παρόντος και του παρελθόντος καταγράφοντας τη δική της ιστορία ζωής. ΠΠάθη, έρωτες, απογοητεύσεις, λάθη θα περάσουν μέσα από τα μάτια της Ρίτας σαν ταινία. Η Ρίτα Βράνη έχει όλα τα εχέγγυα για να γίνει η αγαπημένη ηρωίδα όλων. Μια γυναίκα δυναμική που ζούσε πολύ πιο μπροστά από την εποχή της, μια γυναίκα που αγάπησε τον έρωτα και την ίδια τη ζωή περισσότερο από κάθε τι, πράγμα που δεν της το συγχώρησαν ποτέ. Τώρα ούσα μεγάλη επιστρέφει μετά από σχεδόν μισό αιώνα απουσίας σε μια Αθήνα αταίριαστη με την αισθητική της προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της και να γράψει την ζωή της από την αρχή.
«Μόνη. Ίσως πιο μόνη από ποτέ. Για πρώτη φοράκατάλαβα τη δισύλλαβη δύναμη αυτής της μικρής λέξης, που το εκτόπισμα της δεν αρκούσε να μου προσφέρει λίγη προστατευτική σκιά. Ειδικά όταν ένα γεμάτο, κόκκινο φεγγάρι ξεπετάχτηξκε από τον Υμηττό, σαν αναιδής, παράταιρος χαρταετός. Έστω και αν η Ηλιούπολη δεν ανήκει στην εποπτεία του φεγγαριού αλλά του ήλιου. Κι εγώς Που στην ευχή άνηκα εγώ; Σε φεγγάρια, σε ήλιους, σε μεγάλες και μικρομεσαίες άρκτους ή σε μισοφαγωμένους από διαστημικούς αρουραίους πλανήτες; Μην προδώσεις του θυμούς σου Αμφιτρίτη! Άκουσα τη φωνή μου. Κι έτσι περπάτησα ξεθαρρεμένη ως την πρώτη λεωφόρο που συνάντησα». «Όσο προχωρούσα ανακάλυπτα πως είχα ανάγκη την ειλικρίνεια για να είμαι εντάξει με τον εαυτό μου, καταλάβαινα πως ήθελα πια να ζήσω χωρίς ντροπή. Η ντροπή αφορούσε ότι όλα αυτά τα χρόνια ένιωθα παράσιτο. Παράσιτο σε μιαν αφύσικα παρατεταμένη μαθητεία. Μαθητεία στην αγάπη, στα σώματα και όπου αλλού αντλούσα δικαιολογίες για να υποστηριίξω την ερωτική μυο γιορτή. Μαθητεία και στην απόγνωση, στη μοναξιά, στην εγκατάλειψη. Κλείνοντας, ελπίζω να έχω βεβαιωθεί ότι έχω λόγο να αναπνέω». Οι μυημενοι στον μικρόκοσμο και στην ιδιαιτερότητα της γραφής του Ξανθούλη θα το αγαπήσετε πολύ.
Ο Γιάννης Ξανθούλης είναι ένας καλός συγγραφέας, αλλά συχνά γράφει ανισα :δεν ειναι λίγες οι φορές που εχω εγκαταλείψει βιβλιο του στα μισά του δρόμου είτε γιατί σκύλο βαρέθηκα, είτε γιατί η επιδεικτική συναισθηματολογια του με ανακάτευε. Φράσεις οπως, το κεικ των συναισθημάτων, η η γλυκεια καρδιά της μνημης με κανουν να θέλω να ουρλιάξω απο το κιτς. Αλλά δόξα το θεό, σ αυτό το βιβλίο εχουν συμμαζευτεί ολα αυτά τα βαρετά καλολογικα στοιχεία που ειναι τόσο προσφιλέστατα στις γεροντοκορες, κι εχει αναδειχθεί το σενάριο, η πλοκή, το τι γίνεται δηλαδή παρακάτω, γιατί αυτό είναι το μυθιστόρημά, είτε μας αρέσει ειτε οχι, και τα πάει τοσο καλά, που θα του βάλω ενα πενταρακι, γιατί για πρώτη φορά έγινε τολμηρός, πέταξε από πάνω του την καθωσπρεποσυνη, και μας χάρισε μια ηρωίδα γεμάτη φλεγμα, ερωτισμό και τόλμη. Όπου και να σαι Αμφιτρίτη Βρανη σε χαιρετουμε ιπποτικά. Λίγο ακόμα και θα γινόσουν η ηρωίδα της καρδιάς μας.
Η γνωστή γραφή του Γ. Ξανθούλη, πιο καλοδουλεμένη και πιο ώριμη, μας ταξιδεύει στα μέσα της δεκαετίας του ΄60, περιγράφοντας τη ζωή της ηρωίδας, Ρίτας Βράνη, μέσα από μια βιωματική εναλλαγή παρελθόντος παρόντος. Ένα μυθιστόρημα βαθιά συναισθηματικό που αφυπνίζει μνήμες και εικόνες για όσους έζησαν την Αθήνα της δεκαετίας αυτής και τα αυστηρά ηθικά πρότυπα της εποχής. Με τα πρότυπα αυτά συγκρούεται η ζωή της πρωταγωνίστριας οδηγώντας τη σε μια πρόωρη ωρίμανση αλλά και σε μια ζωή ουσιαστικά χαμένη...μέχρι χθες!! Γιατί το δικό της αύριο αλλάζει, μέσα από την αλήθεια που της αποκαλύπτεται... Καλή ανάγνωση!
Λατρεύω τον Ξανθούλη. Είναι από τους λίγους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς που ξεχωρίζουν από τις πρώτες σελίδες και στα καλά και στα λιγότερο καλά έργα τους. Στο τελευταίο του αυτό βιβλίο, μια παλιά μεγαλοαστή που έχει πατήσει τα 70, επιστρέφει στην Αχαρνών της σύγχρονης Αθήνας, όπου τα παλιά αρχοντικά αποτελούν παράφωνες ατέλειες σε μία πολυπολιτισμική ορχήστρα. Εκεί μέσα -άντε και μέχρι τις παρυφές των Εξαρχείων- θα αναζητήσει σπαράγματα της παλιάς ζωής της, στην οποία πλήρωσε πολύ βαριά (σωματικά και ψυχικά) τον αδηφάγο και φιλήδονο ερωτισμό της, μέσα στον συντηρητισμό και πουριτανισμό του 60’.
Και πάλι η μνήμη, ο αιώνιος θεματικός πυλώνας του Ξανθούλη, λειτουργεί ως δαμόκλειος σπάθη που επιστρέφει αέναα στις ζωές μας, παλεύοντας να κλείσει τους ανοιχτούς λογαριασμούς που έχει με τον καθένα μας. Ο ομοδιηγητικός αφηγητής με την εσωτερική οπτική γωνία δουλεύει πολύ αποτελεσματικά, μόνο που στο πρώτο μισό του μυθιστορήματος ο αναγνώστης στέκει δίβουλος: Οι ενήλικοι χαρακτήρες δεν έχουν αυτή την παιδική αφέλεια στην οποία μας έχει συνηθίσει ο συγγραφέας, η πρωταγωνίστρια σέρνει μια υπέρ το δέον τραβηγμένη γκροτέσκο αύρα και η υπόθεση μοιάζει λίγο ξεκρέμαστη.
Αυτό αλλάζει σαφώς στο δεύτερο μισό, όταν η Αμφιτρίτη-Ρίτα αποφασίζει να συμπληρώσει τα κομμάτια του παζλ και να μην αφήσει την κοσμοπολίτικη ενήλικη ζωή να συγκαλύψει τα μυστηριώδη κενά μιας ζοφερής (μετ)εφηβείας. « Όσο περισσότερο μεγαλώνεις, τόσο λιγότερο εμπιστεύεσαι τις αισθήσεις σου» γράφει ο Ξανθούλης και, όσο η πρωταγωνίστρια ιχνηλατεί τις πιο απίθανες συμπτώσεις, εμείς βυθιζόμαστε σε έναν γνώριμο μαγικό ρεαλισμό, σε εκφραστικές μεταφορές, στην απίστευτη περιγραφική δύναμη και στην καλοδουλεμένη ειρωνεία του. Το κλείσιμο της πλοκής μοιάζει πιο βεβιασμένο και στημένο από τα απολύτως κορυφαία έργα του (κάποιοι εντάσσουν και αυτό στα κορυφαία του αλλά διαφωνώ), όμως αυτό λίγο επηρεάζει την αναγνωστική απόλαυση.
Η Αμφιτρίτη Βράνη δεν είναι ένας ήρωας που δημιουργήθηκε για να ταυτιστούμε πιεστικά μαζί της. Είναι ένα αφηγηματικό εργαλείο που μας ωθεί στις λόχμες του συγγραφικού ανείπωτου. Βιβλίο όχι χωρίς αδυναμίες, που αποδεικνύει όμως ότι ο Ξανθούλης παραμένει φρέσκος, επίκαιρος και απολαυστικός.
Ο Γιάννης Ξανθούλης αδιαμφισβήτητα είναι ένας σπουδαίος συγγραφέας. Παρόλο που αυτό το βιβλίο του δεν μου άρεσε, έπιανα τον εαυτό μου, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, να θαυμάζει τον τρόπο γραφής του. Η ιστορία, όμως, καθόλου δε μου άρεσε. Δεν κατάφερε το συγκεκριμένο βιβλίο να μου περάσει κανένα συναίσθημα. Τα 2 αστεράκια πάνε μόνο στην πένα του Ξανθούλη.
Surreal, full of hyperbole, tragicomic but still enjoyable!
Το βιβλίο είναι γεμάτο από παραδοξότητες, υπερβολές, απιθανότητες, πινελιές μεταφυσικού, ευτράπελα, χιούμορ, γλυκόπικρες αλλά έγκυρες παρατηρήσεις για νοοτροπίες, τύπους ανθρώπους και καταστάσεις, όπως όλα λίγο πολύ του Ξανθούλη. Ωστόσο στον πυρήνα του συγκεκριμένου βιβλίου είναι η βιογραφία και το ψυχογράφημα μίας ταλαίπωρης γυναίκας που ακόμα και οι πιο κοντινοί της άνθρωποι προσπάθησαν να την πατρονάρουν, να την χειριστούν και πέρασε μία ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα.
Το μυθιστόρημα δεν με κέρδισε από τις πρώτες σελίδες, αλλά σιγά σιγά. Πέρα από τον τρόπο που αρχίζει η πλοκή, μου φάνηκε ότι και η γλώσσα στρώνει περισσότερο και αποκτάει ρυθμό όσο προχωράει το βιβλίο. Επίσης βαρέθηκα λιγάκι τις περιγραφές με αυτά τα ολίγον "πύρκαβλα" της έφηβης Ρίτας και τον κλασσικό θίασο από πρόσωπα ελαφρώς-βαρέως γκροτέσκ που απαρτίζουν τις οικογένειες σε όλα τα βιβλία του συγγραφέα. Πέρα από κάποιους συγκεκριμένους χαρακτήρες, οι υπόλοιποι παίζουν τους κομπάρσους στο πολύ βάθος της σκηνής και είναι σαν να βλέπεις τους ίδιους και τους ίδιους ηθοποιούς να παίζουν τριτοτέταρτους ρόλους υποδυόμενοι λίγο πολύ τις ίδιες περσόνες και λέγοντας τις ίδιες ατάκες με μικρές παραλλαγές από έργο σε έργο. Σε κάποια βιβλία του Ξανθούλη πετυχαίνει περισσότερο η συνταγή, ωστόσο έχει αρχίσει να κουράζει λίγο.
Η ιστορία με τράβηξε μέσα στην υπερβολή της από το "ατύχημα" και μετά. Η γηραιά κυρία Βράνη και η προσπάθειά της να αποκωδικοποιήσει την ίδια της την ζωή, είχε πολύ περισσότερο ενδιαφέρον για εμένα από ότι η νεαρή Βράνη. Ταυτόχρονα η νεαρή Βράνη είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την έφηβη Βράνη. Οπότε όσο προχωρούσε το βιβλίο και αφήναμε στο παρελθόν εκείνη την κοινότυπη εφηβεία που προσπαθούσε να φανεί πρωτότυπη με χαζές υπερβολές και υπερβάσεις, τόσο πιο πολύ το ευχαριστιόμουν. Μαζί με την Αμφιτρίτη Βράνη ωρίμασε και η γραφή του συγγραφέα με υπερβολές, συμπτώσεις, μεταφυσικές πινελιές, κωμικοτραγικές σκηνές, ναι, αλλά περισσότερη ουσία και λιγότερη σάχλα.
Το τέλος όχι εντελώς απρόβλεπτο και σύντομο, ωστόσο κατά κάποιο τρόπο πολύ ταιριαστό στην όλη ιστορία. Η αποκάλυψη της αλήθειας είναι μία μικρή νίκη για την ηρωίδα του βιβλίου. Από τα αρκετά καλά βιβλία του συγγραφέα, ίσως λιγάκι άνισο στον τόνο όμως - ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε εμένα.
Πεντάστερο και γιατί όχι άλλωστε! Ξανθούλης είναι αυτός και πάντα μοναδικός. Σε αυτό του το βιβλίο είδα και λίγο Αλμοδόβαρ, είδα και την Αθήνα του χθες αλλά και του σήμερα, και γενικά διάβασα κάτι από τον "παλιό" Γιάννη Ξανθούλη, με χιούμορ, πολύ νοσταλγία και στο τέλος πάντα ένα γλυκόπικρο συναίσθημα. Εύχομαι να είστε πάντα γερός κύριε Ξανθούλη, και να μας χαρίζεται τέτοια βιβλία για να μας φέρνουν στις μνήμες μας αυτό που ήμασταν κάποτε. Και για μένα η μνήμη του χθες έχει πολύ μεγάλη σημασία! Καλή ανάγνωση!
Η Αμφιτρίτη Βράνη, κόρη του γνωστού και επιφανούς αφροδισιολόγου Κύριλλου Βράνη, επιστρέφει στην Αθήνα και συγκεκριμένα στην Αχαρνών όπου μεγάλωσε για να ξαναζήσει τα πρώτα της χρόνια, να ανακαλέσει στιγμές χαράς και ηδονής, τραπεζώματα και ερωτικές εμπειρίες. Προς απογοήτευσή της, στο πατρικό στεγάζεται πλέον οίκος ανοχής αλλά και η γύρω περιοχή έχει αλλάξει ριζικά. Τι θυμάται από τα δύσκολα χρόνια της Δικτατορίας του 1967; Τι συνέβη στη μετέπειτα ζωή της και γιατί ξανάρθε;
Ο Γιάννης Ξανθούλης επέστρεψε στο μαγευτικό σουρεαλιστικό και μεταφυσικό του σύμπαν, με το μαύρο χιούμορ, την αιμομιξία, τις ερωτικές αφυπνίσεις, την Κωνσταντινούπολη και τη δεκαετία του 1960, το γνωστό μα τόσο αγαπημένο χαρμάνι των πρώτων του μυθιστορημάτων. Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση από την Αμφιτρίτη (σήμερα Ρίτα) Βράνη, ζωντανεύουν η Αχαρνών και η Ιπποκράτους, τα Εξάρχεια και ο Άγιος Παντελεήμων, η Κωνσταντινούπολη και η Θεσσαλονίκη. Η Αμφιτρίτη σεργιανάει στο κομψό χτες και στο πολυεθνικό σήμερα. Ομόνοια, Ιπποκράτους, Κλαυθμώνος καταγράφονται μέσα από το πέρασμα του χρόνου και τις αλλαγές της πόλης αλλά και μιας οικογένειας. «Γύρισα για να παρακολουθήσω το τέλος μου, ίσως και για να βρω το νήμα της αρχής…Έφυγα για να περισώσω την αξιοπρέπεια της οικογένειάς μου» (σελ. 15). Χωρίς παιδιά, παντρεμένη με τον Φοίβο που της λέει: «-Είσαι κι εσύ από τις μεγάλες αποικίες των έκπτωτων αστεριών» (σελ. 24).
Ο Γιάννης Ξανθούλης με τους λεκτικούς του ιδιωματισμούς, τη διεισδυτική παρατηρητικότητα, την πείρα και την εμπειρία των συγγραφικών του και όχι μόνο χρόνων δίνει με πρωτότυπο και καλαίσθητο τρόπο τις διαφορές του κομψού χτες (κι ας μιλάμε για την περίοδο της Δικτατορίας του 1967, λίγο πριν, λίγο μετά, που τόση αναστάτωση έφερε στην καθημερινότητα της οικογένειας Βράνη και κλαυσίγελω σε μένα με τον μοναδικό τρόπο αφήγησης) με το πολυφυλετικό σήμερα είτε σε επίπεδο χωροταξίας είτε κοινωνικών και οικογενειακών σχέσεων. Εικόνες ποικίλες, λέξεις προσεγμένες και σκέψεις ρεαλιστικές συγκροτούν μια μοναδική ατμόσφαιρα και με ταξίδεψαν στην καθημερινότητα των αστών κατοίκων και των σημερινών μεταναστών με τις πολυμελείς, συνήθως, οικογένειες.
Η φαντασία του συγγραφέα τα σαρώνει όλα, γεγονότα, στιγμές, ονόματα (Μητέρα Διφενμπάχια η μόνιμη επισκέπτρια, Μπούκη από το Ανθοδέσμη και Βάκης από το Ευάγγελος τα αδέλφια), πηδάει από το ένα θέμα στο άλλο, ζωντανεύει τα μέλη της οικογένειας Βράνη με μικτούς φωτισμούς και λιτά περιστατικά που αναδεικνύουν τις προσωπικότητες και τους δεσμούς μεταξύ τους. Ο σουρεαλισμός παντρεύεται το μεταφυσικό και η Αμφιτρίτη, χωρίς ψευδοσυστολές, περιγράφει, αναδεικνύει, θυμάται, ξαναζεί τα ερωτικά της κυρίως βιώματα με γλώσσα που ίσως σοκάρει αλλά κατά βάθος έχει λειανθεί στις γωνίες. Μεταφορές και παρομοιώσεις στολίζουν περίτεχνα το κείμενο: « [Η καταιγίδα] Ήρθε με τουπέ θεομηνίας από τη λεωφόρο Αλεξάνδρας, στάθηκε κάπου στα μισά της Ιπποκράτους ανεβάζοντας τα ντεσιμπέλ του θυμού της κι έπειτα, αν και κακιωμένη, θυμήθηκε πως είναι Απρίλης κι έτρεξε να χαθεί ντροπιασμένη προς τον Πειραιά» (σελ. 38). Τα εφηβικά της και μεταγενέστερα χρόνια καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου ενώ οι αναμνήσεις της από τον γάμο από τον οποίο χήρεψε παρεισφρέουν αρμονικά και σύντομα, με αφορμή κάποια μυρωδιά, κάποιο στιγμιότυπο, κάποια εικόνα του σήμερα, συμπληρώνοντας έτσι το παζλ της ανυπόταχτης και υπερβατικής αυτής γυναίκας.
Το μυθιστόρημα «Ζωή μέχρι χθες» είναι μια κωμικοτραγική ιστορία για τα ερωτικά και πολιτικά ξυπνήματα μιας γυναίκας, μιας κοινωνίας και μιας εποχής, που δε σταματούν να επηρεάζουν και να τροποποιούν το σήμερα σε όλες του τις εκφάνσεις. Είναι ένα μυθιστόρημα για τους φανατικούς και μυημένους αναγνώστες του Γιάννη Ξανθούλη που δε σταματά να κινείται γύρω από γνωστούς και κοινούς θεματικούς άξονες, τους οποίους όμως δεν παύει να εμπλουτίζει κάθε φορά με κάτι διαφορετικό και φρέσκο.
Είχα χρόνια να διαβάσω Ξανθούλη. Νομίζω με το βιβλίο «Κωνσταντινούπολη, την ασεβών μου φόβων» είχα πει τέλος με Ξανθούλη. Διαβάσαμε αρκετά. Αλλά βρέθηκε πάλι στα χέρια μου ο Ξανθούλης, σαν να ήταν μεγάλο το διάλειμμα τελικά, που τον άφησα. Το βιβλίο αυτό είναι πάρα πολύ καλό, τόσο που δεν ήθελα να το αφήσω από τα χέρια μου. Το διάβασα με κομμένη την ανάσα.
Ένα από τα πιο ολοκληρωμένα μυθιστορήματά του, με ενδιαφέρουσα υπόθεση και ανατρεπτική πλοκή, χαρίζει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό με το νέο του βιβλίο ο καταξιωμένος λογοτέχνης Γιάννης Ξανθούλης. Ένας Ξανθούλης που, από τη μια είναι τόσο ίδιος με τα προηγούμενα βιβλία του-αναγνωρίζει κανείς ότι διαβάζει Ξανθούλη ήδη από την πρώτη κιόλας σελίδα, τόσο χαρακτηριστική είναι η γραφή του- μα, συνάμα, και τόσο διαφορετικός μέσα από ένα βιβλίο με ανανεωμένη, ολόφρεσκη γραφή κι ας περιέχει την εκ βαθέων εξομολόγηση μίας ηλικιωμένης γυναίκας.
Η Αμφιτρίτη-Ρίτα Βράνη ήταν μία γυναίκα που μια ζωή αψηφούσε τις συμβάσεις, μια γυναίκα η οποία ήθελε να ζει τη ζωή της όπως η ίδια όριζε, χωρίς να λαμβάνει υπόψιν της κοινωνικές και ηθικές συμβάσεις. Και πράγματι, την έζησε όπως ήθελε, πληρώνοντας όμως ένα πολύ ακριβό τίμημα.
Η Αμφιτρίτη- Ρίτα είναι παιδί ενός γνωστού Αθηναίου γιατρού αφροδισιολόγου, κόρη καλής οικογενείας με προοπτικές, εν ολίγοις μία πολλά υποσχόμενη νέα. Ο έρωτας, τον οποίο τόσο ξώφαλτσα έχει γνωρίσει μέσω της κάπως ανορθόδοξης ιδιότητας του πατέρα της, ο οποίος έχει τρελαθεί να γιατρεύει σύφιλη, θα αποδειχτεί γι' αυτήν η πηγή της δύναμής της, μα και η καταστροφή της, ο καταλύτης, ο οποίος θα σφραγίσει τη νιότη της. Η Αμφιτρίτη-Ρίτα θα χάσει πολλά. Μα, θα κερδίσει και πολλά, έστω κι αν θα της τα επιστρέψει τελικά με μεγάλη καθυστέρηση η ίδια η ζωή.
Στο βιβλίο "Ζωή μέχρι χτες" για άλλη μία φορά ένας άντρας κατορθώνει να διεισδύσει αριστοτεχνικά στον ψυχισμό μιας ηλικιωμένης γυναίκας η οποία αναπολεί τη ζωή και τη χαμένη νιότη της, με επίκεντρο τα χρόνια της "ερωτικής αφύπνισης", δηλαδή τα χρόνια της εφηβείας.
Ο τίτλος του έργου υποδεικνύει ότι η ζωή της Αμφιτρίτης-Ρίτας έχει ήδη τελειώσει, κάτι διόλου περίεργο για μια γυναίκα η οποία διανύει την όγδοη δεκαετία της ζωής της. Είναι όμως, συγχρόνως, και ένας τίτλος ο οποίος υποδηλώνει και μία αρκετά έντονη ζωή και δράση στα νιάτα της. Τουλάχιστον μέχρι την 21η Απριλίου του 1967, τότε που άλλαξαν όλα, τόσο για τη ζωή της Αμφιτρίτης- Ρίτας όσο και για την ίδια τη χώρα μας.
Το παρελθόν συνδιαλέγεται συνεχώς με το παρόν, αφού οι οικογενειακές αναμνήσεις βρίσκουν πάντοτε χώρο να εμφιλοχωρούν στο παρόν της Αμφιτρίτης-Ρίτας. Οι οικογενειακές σκηνές από τα παιδικά χρόνια της Αμφιτρίτης-Ρίτας από την Αθήνα της δεκαετίας του '60 απηχούν ταυτόχρονα και μνήμες των δικών μας παιδικών χρόνων, τουλάχιστον για τους μεγαλύτερους από εμάς. Αυτά τα χρόνια περιγράφονται σαν μια άλλη belle epoque, με μνήμες αρωμάτων, γεύσεων και αίσθησης από τα τέλη του 20ου αιώνα. Μαζί με την αφηγήτρια, επομένως, νοσταλγούμε κι εμείς. Η Μπούκη, ο Φοίβος, η Μαρκετούση, ο Κύριλλος Βράνης φέρονται πολλές φορές όπως οι ηθοποιοί από τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο.
Μεγαλωμένη σε οικογένεια αυστηρών αρχών,η Αμφιτρίτη-Ρίτα ένιωθε συχνά να ασφυκτιά κάτω από τον αυστηρό πατρικό έλεγχο. Η όλη ηθική της εποχής συμβολίζεται στον πίνακα "Η πορεία προς Εμμαούς", ο οποίος κρεμασμένος σε περίοπτη θέση στο σαλόνι του σπιτιού, μοιάζει να απευθύνει μία μόνιμη μομφή στον ανήσυχο ψυχισμό της Αμφιτρίτης-Ρίτας που θέλει να αφεθεί έρμαιο των ερωτικών ορμών της ηλικίας της.
Η γραφή του Γ.Ξ. είναι η γνωστή γραφή του "αποτυπώνουμε επακριβώς τις σκέψεις μας στο χαρτί αγνοώντας τους κανόνες της τυποποίησης και γενικά οποιουσδήποτε κανόνες αποπειρώνται να βάλουν τη γραφή μας σε καλούπι". Πρόκειται, δηλαδή, για τη γνωστή γραφή του συγγραφέα με τον γλυκό αυτοσαρκασμό, την αδιόρατη πολλές φορές ειρωνεία προς όλα τα καλώς- ή κακώς- κείμενα και τον άκρατο ρεαλισμό της.
Βιβλίο νοσταλγικό, συγκινητικό, με μία διάχυτη αύρα μελαγχολίας και με μία αδιόρατη νότα θλίψης να πλανάται στις σελίδες του, το νέο βιβλίο του Γ.Ξ. τον δικαιώνει και πάλι ως λογοτέχνη που σέβεται τους αναγνώστες του, προσφέροντάς τους κάθε φορά και κάτι νέο στη μυθοπλασία, τηρώντας όμως, παράλληλα, με συνέπεια τη φροντίδα της γραφής.
Δεν μπορώ να είμαι αντικειμενική με τον Ξανθούλη. Ξεκινώ το βιβλίο σκεφτόμουν" δεν με νοιάζει τι λέει,αλλά πώς το λέει" και κατέληξε " μα τι λέει πάλι αυτός ο μέγας;" Με συγκίνησε η μηδενική Αμφιτρίτη , η μοναχικότητα της, η συγκαλυμμένη και λεπτοδουλεμένη εκ των αλλων άγνοια της.
Από τις πρώτες σελίδες είδα πως ο συγγραφέας έχει ένα διαφορετικό συγγραφικό στυλ σε σχέση με άλλους Έλληνες που έχω διαβάσει. Η ιστορία όμως δεν κατάφερε να μου κρατήσει το ενδιαφέρον. Διέκρινα επίσης σε κάποια σημεία το ανδρικό στοιχείο στην γυναικεία σκέψη και συναίσθημα το οποίο πέρα από το ότι δεν μου άρεσε, μου έδειξε πως ο συγγραφέας δεν κατάφερε να αποδώσει σωστά τη συγγραφή από τη γυναικεία πλευρά. Το εγκατέλειψα στη μέση.
Αν και ξεκινώντας την ανάγνωση αυτού του βιβλίου είχα κάποιες επιφυλάξεις, η συνέχεια και το τελείωμα αυτού με αποζημίωσε πλήρως. Γι αυτό συνιστώ στους φίλους να κάνουν υπομονή στο πρώτο 25% του βιβλίου. Διαβάζοντάς το μέχρι τέλους, θα ικανοποιηθούν απολύτως...
Το καλύτερο βιβλίο του Ξανθούλη . Η ζωή μέχρι χθες μπορεί να είναι η εν δυνάμει επανεκκίνηση μας, αυτό που χρωστάμε στον εαυτό μας. Οι αλήθειες πάντα θα μας περιμένουν !
Ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα από τον Ξανθούλη. Οι εντυπώσεις που μου προκάλεσε είναι ανάμεικτες. Ο τρόπος γραφής είναι εξαιρετικός, ήταν πολλές εκείνες οι στιγμές στις οποίες πραγματικά ζωγράφισε με την πένα του. Κάποιες φορές όμως αυτό δεν φαινόταν να είναι αρκετό. Υπήρξαν στιγμές που πραγματικά βαρέθηκα. Ουσιαστικά, καθόλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, έχουμε να κάνουμε με έναν συνεχή μονόλογο της πρωταγωνίστριας. Ειδικά στο πρώτο μισό του βιβλίου οι διάλογοι είναι πολύ λίγοι, και αυτό με κούρασε σε σημαντικό βαθμό. Στο δεύτερο μισό, το ενδιαφέρον γίνεται πολύ πιο έντονο. Από την άλλη, υπάρχουν κάποια αποσπάσματα του βιβλίου στα οποία, ειδικά ο τρόπος γραφής του, σε κερδίζει.
Ανάμεικτα συναισθήματα. Είχα αρκετές προσδοκίες πριν το ξεκινήσω. Ίσως να το αδικεί λίγο το concept της ιστορίας.
Η χαρακτηριστική αφήγηση του Ξανθούλη, με πολλές δόσεις χιούμορ - κυρίως από δευτερεύοντες ήρωες. Ίσως φλύαρο στο πρώτο από τα δύο μέρη του, παρόλα αυτά το δεύτερο μέρος δημιουργεί μια απρόσμενη έλξη στον αναγνώστη να προχωρήσει παρακάτω και να ανακαλύψει τα γεγονότα - μάλλον επειδή τα ανακαλύπτει μαζί με την αφηγήτρια.
Ενώ μου αρέσει ο Ξανθούλης κ έχω βάλει 5 αστέρια σε άλλα βιβλία του, η ιστορία αυτή δεν μου προκάλεσε κανένα ιδιαίτερο συναίσθημα, μπορώ να πω ότι την πρωταγωνιστρια δεν την συμπάθησα! Ερωτικό άτομο σε όρια νυνφομανους, που ότι έπαθε το έπαθε από το δικό της το κεφάλι!! Πολλοί θα ήθελαν να είχαν μεγαλώσει έτσι, σε αυτή την οικογένεια με τα καλά κ τα κακά που αν μη τι άλλο δεν της έλειπε κ κάτι!! Δεν με έπεισε ότι είχε ψυχολογικά εξ αιτίας της οικογένειας της. Δυόμιση αστέρια βάζω μόνο κ μόνο που είναι Ξανθούλης.
Ο Γιάννης στα πολύ τρελλά του. Δυνατές φράσεις. Βαθειά ανασκαλέματα ψυχής . Κάπου αισθάνθηκα απειλούμενη , η too much. Στο τέλος ταυτίστηκα λίγο. Η μοναξιά του γήρατος, το βάρος αναμνήσεων έστω και απλών οικογενειακών συγκεντρώσεων . Και η γεωγραφία της Αχαρνών, Αγίου Μελετίου, ενορίας Αγίου Παντελεήμονα, Ιπποκράτους. Έχω ζήσει εκεί
Αυτή ήταν η 2η προσπάθεια να διαβάσω Ξανθούλη. Η πρώτη ήταν πριν 30 χρόνια, με Το καλοκαίρι που χάθηκε στον χειμώνα. Δεν μου άρεσε καθόλου. Δυστυχώς ούτε τώρα, με αυτό το βιβλίο, κατάφερα να συναντηθώ με τον γράφοντα. Το άφησα στην μέση. Χωρίς να θέλω να ακυρώσω τον συγγραφέα, κατέληξα ότι εμένα δεν μου πάει καθόλου...
Ήταν η πανδημία, έρχονται και κάτι τέτοια βιβλία για να ενισχύσουν την υπέροχη αίσθηση της ματαιότητας. Ωραία ατμόσφαιρα, όμορφη γραφή, χάνει ένα αστεράκι για υπερβολικά μαζεμένες συμπτώσεις στην πλοκή.
Αν και στην αρχή μου ήταν πολύ δύσκολο να ακολουθήσω τον τρόπο γραψίματος του συγγραφέα, η ιστορία που ξετυλιγόταν με κρατούσε σε αγωνία. Επίσης μέσα σε όλο το δράμα της ηρωίδας, για μένα υπήρχε και πάντα το χιούμορ, με τον τρόπο σκέψης της, ή με τον τρόπο που αντιμετώπιζε τα πράγματα.
Ερωτισμός, συντηρητισμός και πάλι από την αρχή.. Είναι οικεία η γραφή του Ξανθούλη και αν κι αυτό έχει κάποια θετικά στοιχεία, δεν το άντεξα για άλλη μια φορά... μου φάνηκε κάπως παλιακό.