Άραγε θα θυμάται κάποιος τ’ όνομά μας της ζωής μας τα εξαίσια φεγγάρια τα πάθη μας, τις λύπες, τα δεινά μας; Άραγε υπήρξαμε ποτέ; Στα όνειρά μας!
Ο Παντελής Ροδοστόγλου υπήρξε μέλος και βασικός στιχουργός του συγκροτήματος Διάφανα Κρίνα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Το φάντασμα του αγοριού στο κελάρι Αίσιο τέλος Στο πλάι σου Ένας σωρός λευκά φτερά Οι μητέρες με τα μαύρα Ντύλαν Τόμας Ιξίων Είναι που όλα ήρθαν αργά Δίπλα σου σαν πάντα Κάτω απ' το ηφαίστειο Απ' τ' άπειρο σ' εσένα Τελευταίο ποτό με τον διάβολο Στην κόλαση βαθιά Στιγμές Ένα σκιάχτρο που άρπαξε φωτιά Τελευταίο πακέτο Όταν σκέφτομαι τον Κώστα Εκείνη έρχεται μέσα απ' τις στάχτες Η γυναίκα που διάβαζε ποιήματα Το βλέμμα σου σακάτεψε τη μοίρα μου Justelene Ό,τι απόμεινε απ' την ευτυχία Κάτι σαράβαλες καρδιές Η αγάπη είναι ένας σκύλος απ' την κόλαση Κλόουν την Τετάρτη, την Κυριακή νεκρός Κυριακή των Βαΐων Έγινε η απώλεια συνήθειά μας Δ. Μνήμες του νερού Το πιο ελάχιστο αυτού του κόσμου Τα χρόνια μου ναυάγησαν στις ξέρες σου Απέραντη θλιμμένη Ανταρκτική Τα γλυκά απελπισμένα σου αντίο Σ' ένα όνειρο από χιόνι Όταν χιονιάς έξω φυσάει Ένας τάφος για τον Μπόρις Νταβίντοβιτς Η νύχτα είναι κι αυτή ένας ήλιος Δεν θα πω πού πηγαίνω Αντί για σένα Τα μάτια Το κλάμα Τυμβωρύχος Η δεξίωση Εγκυκλοπαιδικές γνώσεις El hombre solo Ένα μέρος που μπορείς να κρυφτείς Προς Κολωνό Θαύμα Κάρμα Τα πλάσματα που ζουν απ' τον χαμό μου Παράξενος πραματευτής Επαγγελματίας Λάθος στροφή Νυχτοβάτες Νύχτα γενεθλίων Γενεόγραμμα Όλα αυτά που δεν θα δω Αυτό το τραγούδι δεν είναι για σένα Παιδικό Κι η αγάπη πάλι θα καλεί Τα χαμένα παιδιά Ξόδι Διάφανα κρίνα Ρίξτε τις καρδιές σας στα σκυλιά Αύριο θα 'ναι αργά Ερυθρού Σταυρού 24 Αν το βρεις Χρειάζομαι μέρες Κέρνα τους δαίμονες Μανιφέστο Με ρωτούν οι χειμώνες Βραβεία Καθετί που ανασαίνει Η επιστροφή του Ασώτου
Αυτό το τραγούδι δεν είναι για σένα μιλάει για ανθρώπους που τα 'χουνε χαμένα μιλάει για ένα μικρό ξωτικό
Μιλάει για τα μπαρ που αυτοκτονούμε οι θαμώνες μέσα στην πιο καλή μας μουσική Εκεί που οι μεθυσμένοι ψιθυρίζουμε τραγούδια της αγάπης, του χαμού
Η νύχτα πέφτει σαν θλιμμένο αντίο
Και τα σκυλιά το κοιτούσαν δακρυσμένα να χάνεται στης νύχτας τον πυθμένα Κι όμως μας άρεσαν τόσο τα ίδια τσιγάρα κι η Κατρίν Ντενέβ Στραγγάλισε τις νύχτες που μυρίζουν γαλήνη αγκάλιασε ένα ξόανο που μόνο του πίνει
Άφησε την καρδιά του στην Οαχάκα κι αργά ή γρήγορα το ξέρει,θα χαθεί Υβόν, μακριά σου δεν μπορώ να πάρω ανάσα Μα θα διαλέξω εγώ πως θα καταστραφώ
Τώρα που τίποτα δεν έχει απομείνει Έλα, να στήσουμε ένα ωραίο πανυγήρι
Κι ύστερα μέσα στη νύχτα πριν χαθούμε Με ύφος χιλίων ρεμπεσκεδων Ατρόμητοι θα αφεθουμε Στην οργή των λακεδων
«Σου στέλνω αυτό το γράμμα βγαλμένο απ’ τα πιο σκοτεινά υλικά»
Με ένα γράμμα προς τις γενιές των ‘80s και ‘90s, με μία γλυκιά υπενθύμιση μίας διαφορετικής νεότητας μοιάζει η συλλογή στίχων και ποιημάτων του Παντελή Ροδοστόγλου που κυκλοφόρησε πρόσφατα απ’ τις εκδόσεις Κυψέλη. Ανάμεσά στις σελίδες της συλλογής βρίσκονται μερικοί απ’ τους γνωστότερους στίχους της ελληνικής ροκ μουσικής, αφού ο Ροδοστόγλου ήταν μέλος και βασικός στιχουργός των Διάφανων Κρίνων. Παρά το γεγονός ότι το συγκρότημα είχε διαλυθεί πριν μία δεκαετία και κάτι, ο Ροδοστόγλου τώρα για πρώτη φορά αποφάσισε να συμπεριλάβει σε μία ποιητική συλλογή τους στίχους εκείνης της εποχής, μαζί με νεότερους στίχους του (που έχει γράψει για τις Μπαλάντες για Φόνους, το νέο συγκρότημα στο οποίο συμμετέχει) και άλλα αδημοσίευτα ποιήματά του. Το νέο μπλέκεται με το παλιό και το παρελθόν με το παρόν σε ένα ενιαίο (αλλά όχι αναλλοίωτο) ποιητικό ύφος λαξευμένο με τα «πιο σκοτεινά υλικά».
Στο ύφος της ποίησης του Ροδοστόγλου κυριαρχεί η θλίψη. Τα λόγια του είναι συνηθισμένα στη μοναξιά, την απώλεια και τον αποχωρισμό. Ο θάνατος είναι πάντοτε παρών, είτε με τη μορφή της ανάμνησης ενός αγαπημένου προσώπου, είτε ως τραγική συνειδητοποίηση της θνητότητας («άραγε θα θυμάται κάποιος το όνομα μας»). Όμως, παρ’ όλο που έχει αποδεχτεί την απώλεια και τη θλίψη, δεν είναι συμβιβασμένος με αυτές. Ενθυμούμενος το παρελθόν επαναφέρει στη μνήμη του τη ζωή, τους φίλους, τις συντροφιές, τους έρωτες του παρελθόντος. Με αυτό τον τρόπο δεν αφήνει τη ζωή να χαθεί για πάντοτε στη λήθη, αλλά ούτε σκορπά το παρόν παραιτούμενος απ’ τη ζωή. Με τα υλικά που έχουν διαθέσιμα αυτός και οι συνοδοιπόροι του, «γυμνοί από όνειρα» γεννούν μουσικές και πλάθουν στίχους:
«και σας παρακαλώ πολύ μη μας ενοχλείτε, εργαζόμαστε: με πρώτη ύλη τις αποτυχίες μας πλάθουμε πόντο πόντο μες στο σκοτάδι»
Η αποδοχή της θλίψης δεν οδηγεί τον ποιητή ούτε σε μοιρολατρία, ούτε όμως και στην προσμονή ενός θαύματος, αφού γνωρίζει ότι -πέραν των hollywoodiανών ταινιών- δύσκολα στο τέλος υπάρχει happy end. Με αυτή τη σκληρή συνειδητοποίηση στο νου προσπαθεί να ζει στο παρόν, να μην αφήνει εκκρεμότητες για το μέλλον (ακόμα και όταν πρόκειται για δύσκολους αποχαιρετισμούς) γιατί συνήθως η ζωή δεν εξελίσσεται όπως τη λογαριάζουμε. Την ίδια στάση καλεί κι εμάς να υιοθετήσουμε, απευθυνόμενος σε εμάς σε β’ ενικό:
«Ό,τι έχεις να πεις πες το τώρα που η ζωή περιμένει ένα νεύμα σου […] γιατί αύριο θα ‘ναι αργά»
Με τον σκοτεινό της χρωματισμό και τον θλιβερό της ρυθμό, η ποίηση του Ροδοστόγλου έχει έντονα χαρακτηριστικά μίας ερωτικής ποίησης. Η αγάπη, ο ανέφικτος έρωτας και ο πόθος είναι διάσπαρτα σε κάθε ένα απ’ τα ποιήματα της συλλογής. Στους στίχους του αναβλύζει το πάθος και ένας άγριος ερωτισμός. Πολλές φορές η αγάπη και ο έρωτας υπάρχουν σαν κραυγές απόγνωσης στα ποιήματά του ή σαν σπαράγματα, ακόμα κι αν δεν είναι εμφανές με την πρώτη ανάγνωση ότι αυτά επιλέγει ως κεντρικό θέμα. Ο ποιητής άλλοτε παρομοιάζει τον εαυτό του με «λυπημένο φάντασμα στον τάφο της αγάπης» κι άλλοτε με «γέρικο σκυλί μες στο λιμάνι», όμως πάντοτε προσδοκά να «πεθαίνει στο πλάι» της αγαπημένης του, προσηλωμένος σε μια «αγάπη συντριβή».
Η ποιητική συλλογή, όπως δηλώνεται ήδη απ’ τις πρώτες σελίδες, συγκροτεί ένα Τετράπτυχο, αφού είναι χωρισμένη σε τέσσερις ενότητες. Σε κάθε μία απ’ τις ενότητες της συλλογής συνυπάρχουν -χωρίς χρονική αλληλουχία- παλιότερα και νέα ποιήματα τα οποία είναι οργανωμένα σε νοηματικές ενότητες, όπου η καθεμία υπονοείται στην αρχή της από κάποια επιλεγμένα αποφθέγματα άλλων συγγραφέων, με τα οποία ο Ροδοστόγλου μας εισάγει στις διάφορες πτυχές του έργου του.
Στην τελευταία νοηματική ενότητα συγκεντρώνονται τα ποιήματα που αναφέρονται -αμεσότερα- στη νεότητά του. Ο ίδιος και τα υπόλοιπα μέλη των Διάφανων Κρίνων δεν ήταν «κανονικά παιδιά» (όπως τα ονόμαζαν οι Τρύπες). Χτύπαγε μέσα τους ο άγριος παλμός μίας νεολαίας αντισυμβατικής, η οποία εκφράστηκε μέσα απ’ τη μουσική τους. Τα «χαμένα παιδιά» των 80’s και των ’90s δεν ακολουθούσαν την πεπατημένη και δεν επαναπαύτηκαν στα μικροαστικά όνειρα της εποχής των «παχιών αγελάδων». Και η ελληνική ροκ σκηνή έπαιζε εκείνη την εποχή σημαντικό ρόλο στο να ανθίσει ο σπόρος της αμφισβήτησης στα μυαλά της νεολαίας. «Προπαγανδιστές του ανέφικτου» που δημιουργούσαν χώρο έκφρασης μίας διαφορετικής κοσμοαντίληψης και διέπλαθαν μία ηθική και πολιτική στάση που βρισκόταν εκ φύσεως σε ευθεία σύγκρουση με το κυρίαρχο σύστημα. Τα Διάφανα Κρίνα, οι Τρύπες, οι Magic de Spell και τόσοι άλλοι της ροκ σκηνής εκείνης της εποχής ήταν οι «παράξενοι πραγματευτές» που μας διαλαλούσαν με αγωνία την πραμάτεια τους:
«φυτά αλλόκοτα από απόκοσμους βυθούς Φρούτα ολόδροσα απ’ το γέλιο των ματιών του Μυρωδικά που φύονται σε μνήμες και λυγμούς Άγριους καρπούς απ’ τους γκρεμούς των λογισμών του. Κανείς δεν παίρνει, συνήθισαν όλοι στα φυτοφάρμακα.»
Η συλλογή «Και τα Σκυλιά Κοιτούσαν Δακρυσμένα» είναι το ποιητικό καταστάλαγμα δεκαετιών. Περιέχει όλο το -μέχρι σήμερα- γνωστό έργο του Ροδοστόγλου και αδημοσίευτα ποιήματά του. Αποτελεί ένα έργο βαθιά προσωπικό αλλά παράλληλα και συλλογικό, με το οποίο νιώθουμε απόλυτα οικεία όσοι διαβάζουμε στίχους του και αυτόματα ακούμε νοητά τη φωνή του Ανεστόπουλου. Ταυτόχρονα με αυτή τη συλλογή κάνουν πολύ δυναμικό ντεμπούτο οι εκδόσεις Κυψέλη, ένα νεοσύστατο εκδοτικό εγχείρημα, το οποίο ήδη απ’ τα πρώτα του δείγματα αποδεικνύει ότι έχει τις δυνατότητες να αποτελέσει μία ιδιαίτερη φωνή στο ελληνικό εκδοτικό τοπίο, την οποία αξίζει να σταθούμε και να την ακούσουμε προσεκτικά.
Δεν ήμουν ποτέ φανατικός των Κρίνων μικρός, αρκετή κατάθλιψη είχα από μόνος μου, σε σημείο που δεν θυμόμουν διαβάζοντας αυτούς τους στίχους τώρα να ξεχωρίσω ποιοι ήσαν στίχοι τραγουδιών τους και ποιοι επόμενα καθαρά ποιήματα. (υπάρχει καν διαφορά;) Αυτό που εγώ εξέλαβα είναι μια γραφή άκρως πομπώδης και αχρείαστα μελοδραματική που ίσως «σώνεται» όταν είναι ντυμένη με ανάλογη μουσική και την τραγουδά ο χαρισματικός Θάνος Ανεστόπουλος μα που από μόνη της τυπωμένη σε βιβλίο δεν αρκεί.
Εξεπλάγην ευχάριστα στην αρχή που είδα κλασικά ποιήματα με στροφές σε ομοιοκαταληξία στην εποχή μας μα τελικά αυτά μού παρουσίασαν το μεγαλύτερο πρόβλημα: η παραδοσιακή φόρμα ανεβάζει αυτόματα τον πήχυ! Πολλές από τις ομοιοκαταληξίες δεν έκαναν πειστική ρίμα, ο εσωτερικός ρυθμός ήταν ό,τι να΄ναι, οι ίδιες οι στροφές μέσα σε ένα ποίημα δεν είχαν συνοχή, οι τρεις είχαν από τέσσερις στίχους και μια μεσαία είχε αχρείαστα πέντε. Σαν να ήθελαν κάποια δουλειά ακόμα για να τακτοποιηθούν μα ο στιχουργός παρα-είναι κουλ για να ασχοληθεί με τη φόρμα. Σε ένα πεζό «μοντέρνο» ποίημα δεν θα με πείραζε. Εδώ με ενόχλησε αρκετά.
Παρόλα αυτά δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω την ατμόσφαιρα, την πρωτοτυπία, τις εικόνες και τα συναισθήματα που μου δημιουργήθηκαν.
Στο ύφος της ποίησης του Ροδοστόγλου κυριαρχεί η θλίψη. Τα λόγια του είναι συνηθισμένα στη μοναξιά, την απώλεια και τον αποχωρισμό. Ο θάνατος είναι πάντοτε παρών, είτε με τη μορφή της ανάμνησης ενός αγαπημένου προσώπου, είτε ως τραγική συνειδητοποίηση της θνητότητας («άραγε θα θυμάται κάποιος το όνομα μας»). Όμως, παρ’ όλο που έχει αποδεχτεί την απώλεια και τη θλίψη, δεν είναι συμβιβασμένος με αυτές. Ενθυμούμενος το παρελθόν επαναφέρει στη μνήμη του τη ζωή, τους φίλους, τις συντροφιές, τους έρωτες του παρελθόντος. Με αυτό τον τρόπο δεν αφήνει τη ζωή να χαθεί για πάντοτε στη λήθη, αλλά ούτε σκορπά το παρόν παραιτούμενος απ’ τη ζωή. Με τα υλικά που έχουν διαθέσιμα αυτός και οι συνοδοιπόροι του, «γυμνοί από όνειρα» γεννούν μουσικές και πλάθουν στίχους:
«και σας παρακαλώ πολύ μη μας ενοχλείτε, εργαζόμαστε: με πρώτη ύλη τις αποτυχίες μας πλάθουμε πόντο πόντο μες στο σκοτάδι»
Η αποδοχή της θλίψης δεν οδηγεί τον ποιητή ούτε σε μοιρολατρία, ούτε όμως και στην προσμονή ενός θαύματος, αφού γνωρίζει ότι -πέραν των hollywoodiανών ταινιών- δύσκολα στο τέλος υπάρχει happy end. Με αυτή τη σκληρή συνειδητοποίηση στο νου προσπαθεί να ζει στο παρόν, να μην αφήνει εκκρεμότητες για το μέλλον (ακόμα και όταν πρόκειται για δύσκολους αποχαιρετισμούς) γιατί συνήθως η ζωή δεν εξελίσσεται όπως τη λογαριάζουμε. Την ίδια στάση καλεί κι εμάς να υιοθετήσουμε, απευθυνόμενος σε εμάς σε β’ ενικό:
«Ό,τι έχεις να πεις πες το τώρα που η ζωή περιμένει ένα νεύμα σου […] γιατί αύριο θα ‘ναι αργά»
Με τον σκοτεινό της χρωματισμό και τον θλιβερό της ρυθμό, η ποίηση του Ροδοστόγλου έχει έντονα χαρακτηριστικά μίας ερωτικής ποίησης. Η αγάπη, ο ανέφικτος έρωτας και ο πόθος είναι διάσπαρτα σε κάθε ένα απ’ τα ποιήματα της συλλογής. Στους στίχους του αναβλύζει το πάθος και ένας άγριος ερωτισμός. Πολλές φορές η αγάπη και ο έρωτας υπάρχουν σαν κραυγές απόγνωσης στα ποιήματά του ή σαν σπαράγματα, ακόμα κι αν δεν είναι εμφανές με την πρώτη ανάγνωση ότι αυτά επιλέγει ως κεντρικό θέμα. Ο ποιητής άλλοτε παρομοιάζει τον εαυτό του με «λυπημένο φάντασμα στον τάφο της αγάπης» κι άλλοτε με «γέρικο σκυλί μες στο λιμάνι», όμως πάντοτε προσδοκά να «πεθαίνει στο πλάι» της αγαπημένης του, προσηλωμένος σε μια «αγάπη συντριβή».
Είναι βιβλία που ξεκινάς να τα διαβάζεις και σταματάς το διάβασμα. Κλασική περίπτωση και το συγκεκριμένο κι εγώ να ψάχνω ένα μήνα και σ αυτές τις 100 σελίδες να βρω το μέτρο. Και θα μου πεις η ποίηση είναι υποκειμενική και συμφωνώ. Και θα μου πεις ούτε είναι απαραίτητο η ποίηση να έχει μέτρο ή ρίμα και συμφωνώ επίσης αλλά αν φαίνεται ότι προσπαθείς να βάλεις μέτρο και ρίμα, κι αν τα μισά τετράστιχά σου είναι μελοποιημένα τραγούδια, κι αν παρ' όλα αυτά αποτυγχάνεις να βάλεις τους συίχους σου σε τάξη κάτι πάει πολύ πολύ στραβά.
Μια δεκαριά ποιήματα διαβάζονται απ' αυτή τη συλλογή κι είναι συνήθως εκείνα που δεν υποκρίνονται ότι έχουν μελωδικότητα προσθέτοντας ομοιοκαταληξίες κι απλά λένε αυτό που θέλουν να πουν. Και μένεις με την απορία σε κάποια φάση και λες, αν τα ρεμπέτικα και τα έντεχνα και τα σκυλάδικα ακόμα, αν μέχρι και τα ραπ που έγραφες στο λύκειο έχουν μέτρο ή έστω προσθέτουν συλλαβές για να το βρούνε, γιατί αυτός εδώ δεν κάθεται δέκα λεπτά να φτιάξει το στίχο και απλά τραβάει τις συλλαβές στα τραγούδια;
Το πρώτο και μάλλον αγαπημένο βιβλίο των εξαιρετικών εκδόσεων Κυψέλη! Λατρεία για τον Παντελή Ροδοστόγλου και τα Διάφανα Κρίνα. Τίποτα παραπάνω τίποτα παρακάτω.