Ο μόνος τρόπος να υπάρχουμε είναι να υπηρετούμε και αυτό κάνουμε. Να, κοίτα τώρα τον Καπογιάννη. Υπηρετεί τη Ρωσία, θα τον σκοτώσουν οι “Ατλαντικοί”. Οι Βενιζαλικοί πάλι, σαν τον πατέρα σου, υπηρετήσανε την Αγγλία και τους σκοτώσανε οι Γερμανόφιλοι και οι Βασιλικοί. Τον Καποδίστρια τον σκότωσαν οι Αγγλογάλοι με τους Μπέηδες για να βγάλουν από τη μέση την πολιτική του Τσάρου. Οι Αυστριακοί σκοτώσανε το Ρήγα για να μην έρθουν οι Γάλλοι στην Μεσόγειο…Κάποιοι θα υπηρετούμε και κάποιοι θα σκοτώνουν! Για ποιά ανεξάρτητη χώρα μιλάς και για ποιά κυριαρχία; Αυτά έχουν γίνει αίμα στους Έλληνες, δεν …(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ο Δημήτρης Χριστοδούλου (Αθήνα, 4 Απριλίου 1924 – 5 Μαρτίου 1991) ήταν Έλληνας ποιητής, συγγραφέας και στιχουργός. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής της Ελλάδας την περίοδο Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ, ενώ το 1943 συνελήφθη και υποβλήθηκε σε βασανιστήρια στο αρχηγείο της Γκεστάπο στην Αθήνα στην οδό Μέρλιν. Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών το Δεκέμβριο του 1944 συνελήφθη ως μέλος του EAM σε ένα οδόφραγμα στην πλατεία Κάνιγγος και φυλακίστηκε αρχικά στο Γουδή και στη συνέχεια σε βρετανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ελ Ντάμπα της Αιγύπτου, όπου και παρέμεινε για 3 μήνες. Επέστρεψε στην Ελλάδα το Φεβρουάριο του 1945 μετά την Συμφωνία της Βάρκιζας. Μετά τον επαναπατρισμό του έδωσε εισαγωγικές εξετάσεις και εισήχθη στο οικονομικό τμήμα της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών. Διέκοψε όμως τις σπουδές του προκειμένου να φοιτήσει στη δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.Η φοίτησή του στη δραματική σχολή διακόπηκε καθώς αναγκάστηκε να στρατευτεί. Ολοκλήρωσε ωστόσο τις σπουδές του και συμμετείχε ως ηθοποιός σε αρκετές θεατρικές παραστάσεις.
O Δημήτρης Χριστοδούλου γράφει ένα μυθιστόρημα, που μάς ταξιδεύει με εντυπωσιακά εμφαντικό τρόπο στα μαύρα χρόνια κάπου το λυκαυγές της δεκαετίας του 1950 στην Αθήνα. Στην Αθήνα, όπου αμέτρητοι άνθρωποι του μόχθου, του πνεύματος και της τέχνης, προσπαθούν να επιβιώσουν σε μια καθημερινότητα που χαρακτηρίζεται από την τρομοκρατία, τις διώξεις, τις εξορίες, τις θανατικές ποινές ακόμα των στρατοδικείων ενός καθεστώτος που αποστολή του ήταν το μίσος και η καταστολή. Το βιβλίο διαβάζεται απίστευτα άμεσα και γρήγορα καθώς ο ρυθμός του είναι εξαιρετικός. Τα συναισθήματα μεταβάλλονται άμεσα καθώς η αφήγηση προβάλλει την καθημερινότητα της ομάδας των "ηρώων" της πλοκής. Του νεαρού ποιητή Ιάσονα, που αναζητεί πατήματα και διέξοδα μιας νέας ζωής, της Λίτσας, μιας νεαρής γυναίκας με ελεύθερο πνεύμα και ζωή και το Χωματά, έναν αριστερό θεατράνθρωπο αγωνιστή της τέχνης. Γύρω τους ένα σμάρι λιμοκοντόροι ψευτοδιανοούμενοι, που αναζητούν τη χρήση ενός "εισιτηρίου", που θα τους χαρίσει η εξουσία για να ενταχθούν στα "Οφέλη" της. Κέντρο δράσης, το "Πατάρι" του "Καφέ Εσπρέσσο", που λειτουργεί ως το σημείο συνάντησης και αφετηρίας αυτής της καθημερινότητας. Στο πέρασμα του βιβλίου, τα συναισθήματα εντείνονται, η συγκίνηση πολλές φορές είναι έκδηλη και κορυφώνεται στο τέλος που σφραγίζει και το αύριο της ζωής των ηρώων μας.