Σεπτέμβρης του 1922! Η Σμαράγδα ένα νεαρό κορίτσι από τη Σμύρνη –σύμβολο του εθνικού πένθους– αποβιβάζεται στον Πειραιά τραυματισμένη. Χωρίς καμία ελπίδα για το μέλλον δε φαίνεται να προσέχει τίποτα γύρω της ούτε να περιμένει κανέναν... Στη νέα «πατρίδα» η οικογένεια του Μάνου Κυριακίδη τη σώζει και προσπαθεί να επουλώσει σωματικούς και ψυχικούς πόνους και να της φέρει πίσω το χαμόγελο για τη ζωή και την αισιοδοξία για την ανεύρεση των δικών της. Με φόντο την Αθήνα του '22 και τη μικρασιατική καταστροφή ο Γρ. Ξενόπουλος συνθέτει ένα κοινωνικό μυθιστόρημα με πρωταγωνιστές μια προσφυγική οικογένεια και μια αθηναϊκή. Καταγράφει τις σχέσεις ανάμεσα στους πρόσφυγες –με μια ζωή χωρισμένη στα δύο– και τους Αθηναίους και αποτυπώνει τη νέα κοινωνική δομή, τις συνθήκες ζωής, τον αγώνα επιβίωσης και το συναισθηματικό κόσμο των ξεριζωμένων επιβεβαιώνοντας το ρητό «...και η ζωή συνεχίζεται!»
Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1867 από Ζακυνθινό πατέρα και από μητέρα Φαναριώτισσα. Η οικογένειά του εγκαταλείπει την Πόλη, όταν ο Γρηγόριος ήταν έντεκα μηνών και εγκαθίσταται στη Ζάκυνθο. Μετά το γυμνάσιο ο Ξενόπουλος παρακολουθεί μαθήματα φυσικομαθηματικών στο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Όμως, η λογοτεχνία και η δημοσιογραφία τον αποσπούν οριστικά. Συνεργάζεται με όλες σχεδόν τις εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής του. Το 1890 ο Γεώργιος Δροσίνης του προτείνει και αναλαμβάνει αρχισυντάκτης στην Εστία. Το 1896 ο ιδιοκτήτης του παιδικού περιοδικού «Διάπλασις των παίδων» Νικόλαος Παπαδόπουλος τον παίρνει αρχισυντάκτη και αργότερα του αναθέτει τη διεύθυνση του περιοδικού. Αν και είναι επηρεασμένος από τις ευρωπαϊκές πολιτιστικές ανακατατάξεις, δεν περιορίζεται μέσα στα πλαίσια του ηθογραφικού μυθιστορήματος, αλλά προχωράει και ασχολείται με την περιγραφή των ψυχικών ικανοτήτων των ηρώων του. Γίνεται ένας ψυχογράφος που τηρεί όμως αυστηρά την αντικειμενικότητά του. Ο Ξενόπουλος έγραψε με την ίδια επιτυχία και δράματα και κωμωδίες κυρίως με θέμα τον έρωτα. Τα έργα του είναι ηθογραφίες που αναδεικνύουν τη ζωή μιας εποχής η μιας τοπικής κοινωνίας, τοπικές και εποχικές ιδιαιτερότητες παίρνουν συχνά ισχύ άγραφων νόμων που επιβάλλονται μέσα από την κοινωνία. Τα έργα του ταξινομούνται είτε στη Ζάκυνθο είτε στην Αθήνα και ο Ξενόπουλος έρχεται να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των δύο Σχολών, της Αθηναϊκής και της Επτανησιακής. Ο Ξενόπουλος πέθανε σε μεγάλη ηλικία το 1951 στην Αθήνα μακριά από το αγαπημένο του νησί.
Το 1934, ο συγγραφέας έγραψε πως ανώτερο απ’ όλα τα μυθιστορήματα του, πρέπει να ήταν οι Πρόσφυγες. Αυτό είναι κάτι που δεν βγήκε. Ο Ξενόπουλος ήταν άνθρωπος μεγάλης φαντασίας και εξαιρετικής ευαισθησίας, που συνήθως κατάφερνε να την περάσει στο χαρτί, μαζί με φράσεις που θα είχαν νόημα μόνο αν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε ένα εσωτερικό διάλογο του, μια άσκηση μέσα στο μυαλό του. Μπορεί, λοιπόν, μέσα του αυτό το βιβλίο να ήταν κάτι γιγαντιαίο, που δεν πέρασε όμως έξω απ’ αυτόν. Υπάρχει μια σκηνή μέσα στη Μεγάλη Περιπέτεια, που για ‘μενα συγκαταλέγεται στις σπουδαιότερες σκηνές που έχουν γραφτεί ποτέ, πάνω στο τι μπορεί να κάνει ο άνθρωπος στον άνθρωπο. Γραμμένη από συγγραφέα, που δεν ήταν Εβραίος, δεν ήταν ποπολάρος, δεν είχε καν μια καλή φήμη, κατά τα επιφαινόμενα, που δυστυχώς διατηρήθηκαν, ως προς τη στάση του, σαν προπαγανδίστικο όργανο, κατά τη διάρκεια του ΒΠΠ. Ήταν όμως συνάμα, ένας άνθρωπος, ρομαντικός, ευαίσθητος, πρέσβης και μεγάλος υπερασπιστής του Καβάφη, που τον σύστησε στους Έλληνες, δεν ανεχόταν τις δηθενιές και τους έγκριτους και χρησιμοποίησε τη δύναμη που του έδωσε η φήμη του Άρλεκιν της εποχής του, με ωραίο τρόπο. Δε μάσησε για κανέναν που πίστευε ότι επηρέαζε τα πλήθη, με αρνητικό τρόπο. Κι αυτά υπάρχουν σε βιβλία του. Νομίζω, δεν χρειάζεται να συνεχίσω, για να καταλάβετε πως εκτιμώ ιδιαίτερα τον Ξενόπουλο.
Αυτό όμως το βιβλίο, έχει στοιχεία της μαγκιάς και της νοημοσύνης του, δεν είναι όμως καλό. Είναι πολύ συγκροτημένο με ένα τρόπο ξύλινο, σαν να φορούσε ένα λουρί, για να μην τρέξει. Λουρί που δε φόρεσε πχ στη Νύχτα του Εκφυλισμού, ή στον Πόλεμο και την Παρούσα ώρα. Κατά τ’ άλλα, δεν είναι ένα ξερό έργο, υπάρχει χρώμα και υπάρχει ήχος, υπάρχει ως κι αυτή η ιδέα του συγγραφέα που ξεπέρασε το σώμα της εποχής του, είδε μπροστά, είδε πίσω, γύρισε και κοίταξε τον κόσμο κατάφατσα. Δεν του άρεσε αυτό που είδε, αλλά δεν τον απέρριψε. Ακόμα και σ’ ένα έργο λοιπόν, φτωχό και μέτριο, υπάρχει αυτή η ιδιαίτερη αίσθηση του, σα να απολαμβάνεις το μασάζ και το τρίψιμο που σου κάνουν και ξαφνικά νιώθεις οξύ πόνο από τσιμπήματα, που θυμίζουν βελονιές κι ύστερα συνεχίζεται το απαλό κι επίμονο τρίψιμο σε όλα τα σημεία.
Κύλησε αργά κι ας ήταν ευκολοδιάβαστο. Με συγκινούσε κι ας ξεκίνησα με σκεπτικισμό και χωρίς διάθεση να εμπλακώ, όπως κι ο Μάνος Κυριακίδης. Του λείπουν πολλά και δεν είναι λογοτεχνικά άρτιο. Οι χαρακτήρες δε διευρύνονται, η ζωτική χαρτογράφηση του χώρου, δεν επεκτείνεται και αλλού δε διατηρείται. Δεν του λείπει η Ιδέα, δεν του λείπει το Συναίσθημα, δεν του λείπει η Καταγγελία. Απουσιάζει η παροιμιώδης φαιδρότητα του Ξενόπουλου κι η Σφοδρότητα της νύχτας στη Μεγάλη Περιπέτεια. Θέλει να καταγγείλει με σαφήνεια τι κωλοεαυτούληδες είμαστε και το κάνει εξαιρετικά καλά. Υπάρχει γύρω – γύρω απ’ τη βασική του ιστορία. Παίρνει τα μάτια του αναγνώστη, τα κουρδίζει και τα αφήνει να περιφέρονται σε όλο τον κόσμο. Το μεγάλο μήνυμα στέκει, αυτονόητο ναι, χιλιοειπωμένο ναι, άγνωστο όμως, σκονισμένο, ακριβώς επειδή έχει ειπωθεί πολύ κι όχι επί πολύ: πρέπει να συμπλέκεσαι, είναι η μοναδική σου ευκαιρία να νοιαστείς. Το υποψιασμένο μυαλό σου να σκίζει σα μαχαίρι τους φαινοτύπους.
Κι επειδή ίσως, είναι περισσότερο Ιδέα και λιγότερο πλοκή, να στέκεται περισσότερο καλά το αστικό μυθιστόρημα στο θρόνο του, γιατί ο στόχος να πεθάνει ο ρομαντισμός και να επικρατήσει ο ρεαλισμός, επιτυγχάνεται. Είναι ίσως, παρόλ’ αυτά η πιο συνειδητοποιημένη γραφή του Ξενόπουλου, ως εκπροσώπου του συγκεκριμένου τύπου, μυθιστορήματος. Και πάμπολλες φορές ένιωθα να με πνίγει ο χρόνος και να μη μπορώ να το χαρώ, γιατί υπήρχε αυτή η αίσθηση πως ο χρόνος που είχαν οι άνθρωποι αυτοί, να ευθυγραμμιστούν, να συμπεριληφθούν και να αρχίσουν πάλι να ζουν, ήταν ελάχιστος, ήταν μόλις 18 χρόνια, πριν το 1940. Έχω ζήσει για 2 φορές την περίοδο 18 χρόνων και λίγο παραπάνω. Είναι λίγος, ή τα πάντα.
Μένουν οι σκέψεις και πονάνε, πραγματικά πονάνε γιατί ο συγγραφέας έχει πραγματικά εξοντώσει το ρομαντισμό, γιατί το Διοικητήριο δεν προφύλαξε αυτούς τους ανθρώπους, γιατί δεν τους προειδοποίησε, γιατί δεν έκανε κάτι άλλο, για να προλάβει τη σφαγή. Δε μπορεί να ήταν μόνο ο πανικός. Και τα ερωτήματα και τα ενδεχόμενα απάντησης, πληγώνουν. Ναι και ένα άσχετο ακόμα, 90 χρόνια μετά. Κι ακόμα, υπάρχει μια άλλη ενοχλητική σκέψη, που σπάνια ασχολήθηκαν συγγραφείς της εποχής, να την καταγγείλουν: τι πραγματικά ήταν τα ψυχοπαίδια, τι όφειλαν να σκοτώσουν για να είναι ψυχοπαίδια. Μένουν κι άλλα ερωτήματα: ποιος δεν έχει το δικαίωμα να ερωτευτεί και μπορεί να δίνεται γουστόζικα, φιλολογικά, απλοϊκά, δεν είναι όμως λιγότερο στενάχωρα. Μένει και κάτι ακόμη κι ας μην το εξαντλεί ο συγγραφέας, μένει όμως: τα όρια της ευγνωμοσύνης κι η σχέση της με την αγάπη και το λανθάνοντα έρωτα. Μαζί μ’ αυτό το βιβλίο, τελείωνα το Λύκο του Έσσε. Υπάρχει εκεί μια φράση, που θα μπορούσε να επισφραγίσει την κατακλείδα ετούτου του μυθιστορήματος. Το καθήκον κι η ενοχή, ίσως και να ταυτίζονται.
🍏🍎🍏Κλασσικός, αγαπημένος Ξενόπουλος! Κάθε φορά που κλείνω ένα βιβλιο του νιώθω λες και άφησα έναν παλιό καλό μου φίλο. Η γαλήνη και η ηρεμία που προσφέρει η πένα του, είναι βάλσαμο στην ψυχή. Χωρίς δυσνόητα κείμενα, συμβολισμούς και εξεζητημένο ύφος, ο Ξενόπουλος κερδίζει αμέσως τον αναγνωστη. Εδώ μια δραματική , αρχικά ιστορία, η ιστορία μιας πολύπαθης οικογένειας προσφύγων από τη Σμύρνη, φτάνει σε ένα όμορφο φιναλε. Η κεντρική ηρωίδα, η Σμαράγδα, αξιοθαύμαστη για το ήθος και την αξιοπρέπεια της, στάθηκε στο ύψος της ως το τέλος. Άλλη μια απλή, ωστόσο όμορφη, ιστορία από τον μεγάλο συγγραφέα!
Δεν χρειάζονται λόγια για την καλλιτεχνία που κατέχει ο Ξενόπουλος στο λόγο,ίσως η όλη ουσία της λογοτεχνίας του κρύβεται στην απλότητα και όχι στα στολίδια.
Ένα άγνωστο συναίσθημα με κατακλύσε,μη δυνάμενος να το περιγράψω επακριβώς,ένα μείγμα θλίψης,φόβου και νοσταλγίας,αγωνίας και τρυφερότητας.Ένα αμάγαλμα μιας δημιουργικής θλίψης του συγγραφέα,στη θλίψη της ηρωίδας του,με πόρτα όμως προς το όνειρο.Ο Ξενόπουλος πλάθει και σε αυτό μια ηρωίδα,που μένει χαραγμένη στη μνήμη,ολοζώντανη με όλη της την ομορφιά,τη θηλυκότητα,το κουράγιο τους φόβους και την αν-αποφασιστικότητα της απέναντι σε αυτό που της επιφυλάσσει η μοίρα. (Παρατήρησα,και μου άρεσε το ψυχογράφημα που ασκεί στο γυναικείο φύλλο)
Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι απολάμβανα εξαιρετικά την ανάγνωση μέχρι τώρα...είχα ακουστά αλλά και διαβάσει κριτικές από αξιόλογους αναγνώστες.Θα συνέχιζα στους ίδιους ρυθμούς και ακόμη εντονότερους-δυστυχώς πέραν της εξωθεν παρατήρησης μου δεν υπάρχει ίχνος άλλο βιβλίο του συγγραφέα στη "γκάμα" μου,ωστόσο όμως δεν θα παραβλέψω τη σκαία αντιμετώπιση τους και δεν θα παραλάξω στο ελάχιστο τη στάση μου στο σύντομο μέλλον.
Διότι διψώ ακόμα-αν μπορεί κάποιος να το θέσει έτσι- και για τα υπόλοιπα έργα του.
(Όσον αφορά το τέλος του βιβλίου,μου φάνηκε κάπως γρήγορο,και απότομο).
Ο Ξενόπουλος ασχολείται με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας σε αυτό το μυθιστόρημα. Παρακολουθούμε την ιστορία μιας κοπέλας που γλύτωσε ως εκ θαύματος από την καταστροφή της Σμύρνης, φτάνει στο λιμάνι του Πειραιά τραυματισμένη, μόνη και απένταρη. Εκεί την βρίσκει ένας Αθηναίος επιχειρηματίας, την λυπάται και της προσφέρει καταφύγιο και περίθαλψη στο σπίτι του. Γρήγορα η νέα προσφυγοπούλα συνέρχεται, γίνεται φίλη με την μεγάλη κόρη του Αθηναίου και ψάχνει να βρει την οικογένειά της. Γραμμένο με λυρικό και απλό τρόπο- όπως όλα τα βιβλία του Ξενόπουλου- μας παρουσιάζει το δράμα των προσφύγων της Σμύρνης με μια αισιόδοξη νότα στο τέλος. Ναι μεν ξεριζώθηκαν, ναι μεν υπέφεραν, ναι μεν έχασαν τα πάντα, αλλά η ζωή συνεχίζεται στην νέα πατρίδα.
Χωρίς να μπορώ να κρίνω τη λογοτεχνική αξία του έργου, μπορώ εύκολα να κρίνω τη ροή του. Το πρώτο μισό ειναι σκοτεινότατο, στενάχωρο και αγωνιώδες, το δεύτερο μισό μελιστάλαχτο και χαρωπό έως χαζοχαρούμενο. Με ξένισε αυτή η απότομη αλλαγή, ωστόσο αναγνωρίζω ότι κα�� στις δύο περιπτώσεις προσφέρει υπερπολύτιμο υλικό για να γνωρίσουμε τη ζωή του τόπου μας 100 χρόνια πίσω.
Έχοντας διαβάσει αρκετά βιβλία γύρω από την τραγωδία του Ελληνισμού της Σμύρνης, συγκινήθηκα από το τρόπο που ο Ξενόπουλος διηγείται την ιστορία,με ευαισθησία και σεβασμό στα γεγονότα και τα αισθήματα των εμπλεκομένων.