Ο Αστόλφος ξαποσταίνει κάτω από το ψιλόβροχο σε έναν πεσμένο κορμό, περιστρέφεται στις σχολικές του αναμνήσεις με κατάνυξη. Θυμάται τα ξύλα της σόμπας να τριζοβολούν. Ο δάσκαλος έβαζε φλούδες από λεμόνι στο καπάκι της. Έπειτα, και με τον αγέρα να σφυρίζει απ’ τα παράθυρα, μαθητής και δάσκαλος διάβαζαν λογοτεχνία – ο δάσκαλος καπνίζοντας, ο μαθητής απορροφώντας. Δυστυχώς τα πρωινά εκείνα τους τα χάλασε ο αναπάντεχος διορισμός του δασκάλου σε ένα βάρβαρο της Σαραγόσας χωριό. Απαρηγόρητος τότε ο Αστόλφος, νιώθοντας ότι προδόθηκε, και μάλιστα από τον μοναδικό και καλύτερό του φίλο, έσκισε τους κλασικούς, δίπλωσε σαΐτες τα ποιήματα της Σαπφούς και, απαγορεύοντας διαπαντός στον εαυτό του την καλή λογοτεχνία, στράφηκε εκδικητικά στα αστυνομικά μυθιστορήματα.
Ο Δημήτρης Καρακίτσος γεννήθηκε στον Βόλο το 1979. Έχει εκδώσει τα βιβλία: Οι γάτες του ποιητή Δ.Ι. Αντωνίου (Το Ροδακιό, 2012), Βένουσμπεργκ (Αντίποδες, 2015), Παλαιστές (Ποταμός, 2016), Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε (Ποταμός, 2017), Ζαχαρίας Σκριπ (Ποταμός, 2019), Ιστορίες της Μάντσας (Θράκα, 2020), Ο δον υπαστυνόμος (Αντίποδες, 2020), Για να μην αποτύχουμε όπως οι Μπιόρλινγκ και Καλστένιους (Ποταμός, 2022).
Διαβάζοντας κάποτε το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα, το Βένουσμπεργκ, ήμουν σίγουρος ότι έχει μέλλον. Ένα βιβλίο με λίγα μικρά διηγήματα, με πολύ ανάλαφρη αφήγηση. Έκτοτε, δεν διάβασα κάτι άλλο δικό του, έως ότου εκδόθηκε το παρόν.
Πρόκειται για ένα σουρεαλιστικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Καλλιτέχνης της αφήγησης, κυρίως ως προς το πολύ ενδιαφέρον λεξιλόγιο. Σίγουρα μου έκανε θετική εντύπωση, ότι δεν υπάρχει αυτό το σύνηθες, της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αργκό τύπου «μαλάκα», αλλά το πιο παραδοσιακό και πολύ ταιριαστό τύπου «τζερεμέ». Πολύ έξυπνη η χρήση του λεξιλογίου, ευφάνταστη και καθόλου κουραστική.
Ο συγγραφέας έχει μια πολύ ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, ασυνήθιστη, παρόλα αυτά τόσο οικεία. Έχει μεγάλη αυτοπεποίθηση στο γράψιμο, απελευθερωμένος από τσιτάτα και αντιγραφές, δείχνει να το απολαμβάνει, έτσι το απόλαυσα κι εγώ. Θα πω κάτι ίσως υποκειμενικό, μου θύμισε πολύ στο ύφος Τριστραμ Σάντι και Γαργαντούα-Πανταγκρυέλ, ακόμα και ως αξία.
Το ιδιαίτερο που έχει η ιστορία ως προς την πλοκή, είναι το τέλος. Ο ήρωας, ο δον υπαστυνόμος, δολοφονείται και ξαφνικά βρίσκεται σε μια ταβέρνα, σε ένα τραπέζι παρέα με όλους τους δολοφονημένους της ιστορίας, όπου τρώγοντας και πίνοντας, εξιχνιάζουν την ιστορία.
Αυτή είναι, αναμφίβολα, πολλά υποσχόμενη νέα ελληνική λογοτεχνία.
Το 1967 αν δεν κάνω λάθος, οι Beatles έβγαλαν ένα τραγούδι που λεγόταν I am the walrus και του οποίου το ρεφραίν πήγαινε κάπως έτσι : I am the egg man They are the egg men I am the walrus Goo goo g'joob Ο Λένον που το έγραψε, αποκαλυψε πως ο λόγος που το έκανε ήταν γιατί λάμβανε συχνά γράμματα από μαθητές και σπουδαστές που τους έλεγαν ότι οι καθηγητές τους τους ζητούσαν να αναλύουν τους στίχους των τραγουδιών τους οπότε μήπως θα μπορούσαν να βοηθήσουν? Ο Λένον λοιπόν το βρήκε τραγικό τα τραγούδια τους να μπαίνουν σε τέτοιες νορμες και αναλύσεις οπότε αποφάσισε να τρολαρει με τους παραπάνω ευφάνταστους στίχους. Analyze THIS!!! Αυτή την εισαγωγή την έκανα γιατί θεωρώ πως και ο Καρακιτσος, έκανε κάτι ανάλογο εδώ. Γράφει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, άρα με το που το ακούς αυτό, σκέφτεσαι οκ τι άλλο μένει πια να ειπωθεί για κάτι τέτοιο. Έχεις διαβάσει ένα, τα έχεις διαβάσει όλα πάνω κάτω. Όταν όμως πρόκειται για ένα σουρεαλιστικό αστυνομικό μυθιστόρημα? Οταν έχουμε τη δολοφονία ενος τύπου με ξυλοποδαρα και ο πρώτος ύποπτος είναι ο ανηψιος του, Ιαβέρης που πιθανολογειται ότι ήθελε την περιουσία του και προσλαμβάνει σαν ντετέκτιβ εξιχνίασης του εγκλήματος κάποιον Αστολφο που ειδικεύεται επειδή αγαπά τα στυνομικα μυθιστορηματα? Όταν ο αφηγητής /συγγραφέας είναι πανταχού παρών από τον Πολικό Αστερα όπου ζει. Όταν κάθε λέξη και φράση θυμίζει το πιο περίεργο, σουρεαλ, ακατανόητο όνειρο που έχεις δει. Όλα αυτά μου φάνηκαν σαν ένα αστείο, μια σατυρα προς όλα αυτά τα χιλιοειπωμενα κλισέ του είδους. Το βρήκα εξαιρετικά πρωτότυπο και έξυπνο σαν ιδέα και ενώ υπήρξαν στιγμές που είπα ακόμη και ότι θα το αφήσω επειδή με ξένισε, τελικά το απόλαυσα, το βρήκα ξεχωριστό και το φινάλε του απλά με άφησε άναυδη, έως και συγκινημένη. Χαίρομαι πολύ που όλη αυτή η πρωτοτυπία ανήκει σε έναν Έλληνα συγγραφέα.
Κάπου στα τέλη του '70, ένας ριψοκίνδυνος τύπος ονόματι Reinhold Messner αποφάσισε να ανέβει στην κορυφή του Έβερεστ. Προφανώς, δεν ήταν ο πρώτος - μέχρι τότε άλλοι 60 περίπου τύποι (και τύπες!) είχαν κατακτήσει την περιβόητη κορυφή. Τι διαφορετικό είχε η αποστολή του Messner; Μια μικρούλα, τόση δα λεπτομέρεια: Θα ανέβαινε χωρίς φιάλες οξυγόνου, κάτι απαραίτητο για οποιονδήποτε βρίσκεται από 8km και πάνω, πόσο μάλλον όταν πλησιάζει τα 9km. Με άλλα λόγια, ήθελε να κάνει κάτι που ξεπερνούσε τα όρια του «ανθρωπίνως δυνατού».
Εν τέλει, ο Messner τα κατάφερε. Δυο χρόνια μετά το επανέλαβε μάλιστα, ολομόναχος. Έως σήμερα, το κατόρθωμα έχει επαναληφθεί από άλλους 200 περίπου. Το «ανθρωπίνως δυνατό» μεταβλήθηκε.
Με αυτήν λοιπόν την μικρή εισαγωγή περί αλπινισμού, κορυφών και πρωτοπόρων ήθελα να πω κάτι για τον Δον Υπαστυνόμο πέρα από το καλό/κακό/μου άρεσε/δεν μου άρεσε. Ως προς αυτά, υπογράφω κάθε λέξη του σχετικού κειμένου του Παναγιώτης Κεχαγιάς στη LIFO. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο εδώ, πέρα από την αναγνωστική εμπειρία. Κάτι που αφορά τα όρια του τι είναι δυνατό στη λογοτεχνία ( όλα είναι δυνατά , μας λέει ο συγγραφέας), ειδικότερα τι είναι δυνατό στην ελληνική πεζογραφία, τόσο σε ότι αφορά τα θέματα που εξερευνά όσο και στον τρόπο που το κάνει.
Ο Δον Υπαστυνόμος μοιάζει με ένα βιβλίο από αυτά που έχουν πριν και μετά. Το αισθάνεσαι στο πρώτο και το δεύτερο μέρος, σιγουρεύεσαι στο τρίτο, όταν ο συγγραφέας απελευθερώνεται πλήρως από τα στεγανά του ρόλου του. Ο Δημήτρης Καρακίτσος πηγαίνει και δοκιμάζει το μανιτάρι που όλοι φοβούνται να δοκιμάσουν σε μια περιοχή που όλοι ψιλοφοβούνται να πλησιάσουν και γυρίζει πίσω να διηγηθεί τις εντυπώσεις του - αν μη τι άλλο, εξοπλίζει με θάρρος και σιγουριά τους επόμενους διστακτικούς εξερευνητές. Απελευθερώνει τους υπόλοιπους, επωμιζόμενος το ρίσκο. Με τον τρόπο δηλαδή που λειτουργεί πάντα η εμπροσθοφυλακή.
Ταπεινή μου γνώμη, ο Δημήτρης Καρακίτσος βρίσκεται εδώ και καιρό σε αυτήν την εμπροσθοφυλακή. Ο Δον Υπαστυνόμος έχει μεγάλη συνάφεια με τις πρότερες δουλειές του και ταυτόχρονα είναι μια σύνθεση πολύ πιο απαιτητική, σε τομή με αυτές (και όχι μόνο λόγω φόρμας). Είναι ένα μικρό λογοτεχνικό συμβάν, μια σημαντική στιγμή στην πεζογραφία μας, ένα εγχείρημα που αμφισβητεί τους τρόπους και τις μεθόδους που θεωρούνται αυταπόδεικτα προφανείς και προσπαθεί να επινοήσει καινούριους. Πρέπει, θαρρώ, να τον ευχαριστήσουμε για αυτό, είτε βρισκόμαστε πάνω από τις τυπωμένες σελίδες είτε και πίσω από αυτές.
Ξαναλέω: Όλα αυτά δεν έχουν σχέση με τον τρόπο που αλληλεπιδρά το γούστο μας με το γούστο το βιβλίου. Ο Δον Υπαστυνόμος δεν προσπαθεί ιδιαίτερα να συναντήσει γούστα, βγάζει γούστα. Και ταυτόχρονα αποκαλύπτει πως είναι μια γραφή που γουστάρει αυτό που κάνει.
Μιας και έρχομαι στο πάρτι με καθυστέρηση, όπως πάντα, δεν θα πω κάτι ιδιαίτερο για το βιβλίο, τα έχουν πει άλλωστε όλοι οι ριβιούερς της καρδιάς μας από το 2020, όταν πρωτοκυκλοφόρησε ο Δον Υπαστυνόμος, από τις εκδόσεις αντίποδες. Όμως ας πούμε τα βασικά:
Ο αφηγητής μας ξεκινά την δουλειά του στον Πολικό Αστέρα, όπου μας συστήνει στον Αστόλφο Βαρνακομπούμπο, ο οποίος έχει απαγορεύσει διαπαντός στον εαυτό του την καλή λογοτεχνία και από το τότε διαβάζει μόνο αστυνομικά μυθιστορήματα. Για την ακρίβεια επιθυμεί να πρωταγωνιστήσει σε ένα, κάτι που υλοποιεί ο φίλος Καρακίτσος. Ο αφηγητής μας λοιπόν, όσο παλεύει να κατέβει από τον Πολικό Αστέρα, θα δώσει ένα θύμα στον καλό μας Αστόλφο, τον Τίο Αρμελίνο. Τι είναι όλα αυτά ρωτάτε; Αυτά είναι Cουr€αΛ1σμ0c. Εάν ο Δον Υπαστυνόμος ήταν σούπα και την δοκίμαζα, θα έλεγα πως είχε Μπρετόν για το σουρεάλ, Περέκ, για την αγάπη στην ανατριχιαστική λεπτομέρεια, θα είχε Τσέχωφ για τους μπλακ αστείους θεατρικούς διαλόγους και φυσικά Αλφάου για την ανάγκη του Καρακίτσου να γνωρίσει και να παίξει με τους χαρακτήρες του (συν για τις ισπανικές κιθάρες).
Αγαπητέ κύριε συγγραφέα μας:
Πείτε μας τώρα που έχουν σταματήσει να μας διαβάζουν και είμαστε τα δυο μας, πως έγινε αυτό και είστε όπως είστε; Εξαιρετικός δηλαδή. Ποιος Μπαμπινιώτης έχασε τόσες λεξούλες, λογιών-λογιών πολύχρωμες λεξούλες και τις βρήκατε εσείς; Ποια Encyclopædia Britannica ληστέψατε και έχετε τόσες πολλές πληροφορίες, που η μια σας θυμίζει την άλλη, ένας Θεός ξέρει πως και γιατί, ώστε να μας τα γράψετε όλα αυτά τα θαυμάσια πραγματάκια; Τι ωραία που συνδυάζετε εκφράσεις του σήμερα με τις προηγούμενες δεκαετίες. Και μάλιστα, επειδή ξέρετε τι κάνετε, κάνετε και λογοπαίγνια με τα δημιουργήματά σας, είστε τα δύο συν στο άλφα με τόνο, είστε ο τόνος στην πατατοσαλάτα. Πάτε από τους κουραμπιέδες στο επονείδιστο κρινολούλουδο σε χρόνο βαθμοί -9. Εύγε!
ΜΠΑΣ και είστε δίδυμος με ωροσκόπο δίδυμο; (αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει). Πείτε μας, μιλήστε μας κι άλλο, χρειαζόμαστε αφρόλουτρο στον εγκέφαλο αυτές τις δύσκολες ημέρες.
Ο Καρακίτσος θυμίζει το ιδιοφυές παιδί που βαριέται στο μάθημα και αξίζει να διαβαστεί μόνο και μόνο για την χαρά που δίνει αβίαστα. Έχει τελειοποιήσει τις βασικές συνταγές και τώρα πειραματίζεται με ακραία υλικά και το αποτέλεσμα είναι σίγουρα εκρηκτικό.
Παράξενο βιβλίο, αλλά γοητευτικό. Στην αρχή με αποσυντόνισε ο σουρεαλισμός από την πλοκή, αλλά όταν μπήκα στο ρυθμό του μπορώ να πω ότι το απόλαυσα. Άλλωστε παρότι είναι "αστυνομικό", η ιστορία είναι πολύ απλή και σε αφήνει να επικεντρωθείς στις εικόνες και την ατμόσφαιρα παραμυθιού. Ίσως λίγο υπερβολικά σουρεαλιστικό για τα γούστα μου σε κάποια σημεία, όμως σε γενικές γραμμές είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον και διαφορετικό, μία νότα λογοτεχνικής δροσιάς. 3,5/5 θα του έβαζα και αφού το Goodreads δε μας έχει κάνει ακόμα τη χάρη για δεκαβάθμια κλίμακα, θα του δώσω το 0,5 γιατί χρειαζόμαστε περισσότερα πρωτότυπα βιβλία στην εγχώρια παραγωγή. Σαν αυτό, γιατί όχι.
Μέσα σε αυτή τη ζοφερή καθημερινότητα, η φαντασία του Δημήτρη Καρακίτσου μέσα από τις σελίδες του Δον Υπαστυνόμου ήταν μια όαση, ένα διάλειμμα για να πιούμε ένα τσάι με τον Καπελά και τον Λευκό κούνελο. Στην προκειμένη για ένα τσάι με τον Αστόλφο και την παρέα του. Αξιοθαύμαστο το "μπαρόκ διακόσμησης" λεξιλόγιο όπου καμία λέξη δεν είναι παράταιρη και δεν περισσεύει. Σίγουρα μέσα στα βιβλία της χρονιάς.
Το βιβλίο αυτό είναι απολαυστικότατο. Διαβάζοντας το διεγείρεται ο εγκέφαλος σου, λύνεται η γλώσσα σου και όλα σου φαίνονται δυνατά. Τα τείχη του καθωσπρεπισμού και της σοβαροφάνειας γκρεμίζονται. "Ο Δον Υπαστυνόμος" εκτυλίσσεται σε μια εποχή ιδανική για αμφιβολίες και ανασφάλειες, πηγμένη άλλοτε σε βούρκο και άλλοτε συνυφασμένη με βουκολικά τοπία. Στις αρχές του 40 στην Ισπανία, σε μια σύγχρονη μεσαιωνική καθημερινότητα. Ο καλός Αστόλφος, ο αγνός Αστόλφος επωμίζεται αναγκαστικά από την αγάπη του για την αστυνομική λογοτεχνία τον ρόλο του ερασιτέχνη υπαστυνόμου. Παρασέρνεται και χρησιμοποιείται απο όλους, εχει όμως την προστασία και καθοδήγηση του συγγραφέα του που όσο θα τον παρατηρεί και θα τον σπρώχνει, θα μας διατρέχει ένα δέος για τα όσα διαβάζουμε.
Οι ανάλαφροι και έξυπνοι διάλογοι εναλλάσσονται με τα σουρεαλιστικά όντα και κατάστασης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα απο τη μια η ανάγνωση να γλιστρά ως πάνω σε πάγο και απο την άλλη να ανοίγει μετά βιας δρόμο μέσα από κινούμενη άμμο. Σε σημεία περιγραφής εσωτερικών χώρων με παράλογες και ονειρικές λεπτομέρειες θυμήθηκα ενδελεχείς περιγραφές απο τον Περέκ και τη "Ζωη οδηγίες χρήσεως". Σε άλλα σημεία μου ήρθαν στο μυαλο σκηνές απο σουρεαλιστική ρωσικη λογοτεχνία. Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχουν και οι διασυνδέσεις των χαρακτήρων με τα κρυφά τους πάθη από το παρελθόν όπως στα αμιγώς αστυνομικά μυθιστορήματα.
Και το τρίτο μέρος... με την προδιαγεγραμμένη ευθεία πορεία του τρένου και την εξιστόρηση του μέλλοντος από το μηχανικό μέντιουμ...
Σίγουρα θα επιστρέψω για μια δεύτερη ανάγνωση μετά από κάποιο καιρό.
Που ζούσατε τόσα χρόνια Κύριε Καρακιτσο μου; Αναρωτιέμαι δηλαδή παλαβά, δηλαδή σαν το έργο που γραψατε και που διαβάσαμε και δεν το πιστεύουμε τα ματάκια μας τα κάπως ασθενικα. Αλλά ψέματα λεω, σαν και σας πιστεύω πολύ στα θαύματα, είμαι άνθρωπος των αναβολών, άρα μπορούμε να συνεννοηθούμε.
Δεν ξέρω, αλλά με κάνετε να θέλω να μιλάω σαν και σας:να, νιώθω σαν περισπωμενη που στιζει λάθος φωνήεν. Γιατί τώρα το είπα αυτό, δεν ξέρω, ίσως γιατί ο σουρεαλισμός είναι η φυσική μου τάση, κι από τι καταλαβαίνω, κι η δική σας. Άρα μπορούμε να παντρευτουμε.
Αλλά ως που να γίνει αυτό το φονικό, μπορείτε να γράψετε ακόμα ενα αριστούργημα, ίσως και τα 2,γιατί τα καλά πράγματα αργούν να γίνουν, και τα καλύτερα δεν γίνονται ποτέ.
Επείγει η Τέχνη Κύριε Καρακιτσο μου. Εγώ μπορώ να περιμένω, η έμπνευση δεν νομίζω και πολύ.
Άλλωστε η ζωή είναι ένας τενεκεδενιος λαβύρινθος:όπου και να πας αντηχείς. Ακόμα κι όταν δεν συναντηθείς με τον άλλο, πάντα θα έχεις την αίσθηση ότι τον συνάντησες.
Ελπίζω στο ραντεβού μας να ρθειτε φορτωμένος δώρα. Θα σας περιμένω με αγωνία.
Το διάβασα, το λάτρεψα. Ένα σπουδαίο βιβλίο(η ταπεινή μου γνώμη είναι πως πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα μυθιστόρηματα των τελευταίων ετών), που φορά τη στολή του σουρεαλιστικού αστυνομικού μυθιστορήματος και καταλήγει να γίνει ένα βαθύ κοινωνικοπολιτικό σχόλιο. Ένα σπουδαίο βιβλίο από έναν συγγραφέα που δεν σταματά ποτέ να τολμά. Που ξέρει καλά πώς να πλησιάσει το θείο, τον έρωτα, την πολιτική και να γράψει για τη ζωή που ποτέ δεν ονειρεύτηκες ότι σου αξίζει.
3 τα χαράματα. Μόλις τελείωσα αυτό το βιβλίο και χρειάζομαι χρόνο να συνέλθω από τη γραφή του Δημήτρη Καρακίτσου, την τόσο λογικά και άρτια παράλογη, συχνά παραληρηματική, μια γραφή που δεν έχω ξανασυναντήσει ως αναγνώστρια και που δε θα ξεχάσω ποτέ. "Ο Δον Υπαστυνόμος" χαρακτηρίζεται και είναι ένα αστυνομικό σουρεαλιστικό μυθιστόρημα. Το βιβλίο, που διαδραματίζεται στη γνωστή στους λογοτεχνικούς κύκλους Μάντσα τo 1946, ξεκινάει με τον φόνο του πάμπλουτου ξυλοπόδαρου Τίο Αρμελίνο και του ιπποκόμου του, του νωχελικού Γκουασταφάν. Ο βασικός ύποπτος, ο ανιψιός του Τίο, Ιαβέρης Κούγκατ Περφίντια προσλαμβάνει τον άεργο φανατικό αναγνώστη αστυνομικών μυιστορημάτων (μετά από την προδοσία του Έλληνα δασκάλου του -που πήρε μετάθεση σε ένα βάρβαρο της Σαραγόσας χωριό- εγκατέλειψε τους κλασικούς) Αστόλφο Βαρνακομπούμπο ως ιδιωτικό ντετέκτιβ, που θα κληθεί να αποδείξει ότι δεν είναι εκείνος ο δολοφόνος του θείου του. Οι έρευνες αρχίζουν μέσα σε μια αξιολάτρευτη παράνοια, με τον Αστόλφο να προσπαθεί να εντοπίσει και να ανακρίνει το περιβάλλον του Αρμελίνο. Χωρίς να το γνωρίζει, έχει στο πλευρό του τον δημιουργό του, τον ίδιο τον συγγραφέα, που φεύγει κάθε τόσο από τον Πολικό Αστέρα για να προστατέψει τον ήρωά του από τις κακοτοπιές που του δημιουργεί μέσα στο κείμενό του (γιατί έχει κι αυτός τις προσδοκίες του από τον ήρωά του, γιατί όχι να μη μεταφραστεί και να μη γίνει παντού γνωστός). Κι έπειτα ο Αστόλφος δέχεται και μια πρόταση από την τοπική αστυνομία, να γίνει διπλός πράκτορας, να προσληφθεί ως υπαστυνόμος, και να συλλάβει τελικά τον ένοχο Ιαβέρη. Όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά, ιδιαίτερα μέσα σε ένα σουρεαλιστικό σύμπαν, γεμάτο ψέματα, όπου όνειρα και πραγματικότητα συγχέονται, όπου κυκλοφορούν τσιγαρισμένα πούπουλα κίσσας, πεταλούδες με προβοσκίδες από λεμονόχορτο, σαρανταποδαρούσες με κεχριμπαρένια μάτια και κόκκινες κεραίες, βιδωμένες προτομές κατσαρίδων, φτερωτές φώκιες, κερματοδέκτες που προβλέπουν το μέλλον αν τους ταΐσεις καλά και ψάρια με μάτια από κασσίτερο και ανάγλυφα στίγματα στην πλάτη. Σε ένα σύμπαν όπου κανείς δεν είναι αυτός που φαίνεται. Σε μια παρτίδα ντάμα, όπου ο καθένας θα μπορούσε να είναι ο νικητής… Κι όμως, με τη βοήθεια του από μηχανής θεού του, ο ονειροπαρμένος Αστόλφος, ένας μεταγενέστερος Δον Κιχώτης με πείσμα και ντετεκτιβοσύνη, θα λύσει την υπόθεση, που μάλιστα έχει ένα εντελώς (τι άλλο;) σουρεαλιστικό τέλος. Όπως γράφει και ο συγγραφέας στον χώρο που του αναλογεί στις σελίδες του βιβλίου του: "Το γράψιμο θα αποτελούσε ανώφελη πράξη αν στη λογοτεχνία δεν ήταν όλα δυνατά". Πέραν της υπόθεσης, που βασίζεται στις δομές ενός κλασικού whodunnit, αλλά φυσικά είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο, καθώς διαρρέεται από μια σειρά κεκαλυμμένων κοινωνικών και πολιτικών μηνυμάτων, αυτό που εντυπωσιάζει από την πρώτη σελίδα, ή μάλλον χτυπάει κατακούτελα, με την καλή έννοια, τον αναγνώστη είναι η γλώσσα του Καρακίτσου, πάμπλουτη, εντυπωσιακή, καταιγιστική, με λέξεις σπάνιες και δύσκολες και φράσεις και παραγράφους ολόκληρες που δε θα πίστευες πως θα μπορούσαν να γραφτούν, στις οποίες στέκεσαι για ώρα για να τις απολαύσεις. Θα με ενδιέφερε πολύ να μάθω τον τρόπο που δούλεψε ο εφευρετικός συγγραφέας το βιβλίο, αν δηλαδή στάθηκε προσεκτικά σε κάθε τι, ή αν όλος αυτός ο τρελός χείμαρρος, αυτή η φαρσοκωμωδία ύψιστης λογοτεχνικής αξίας, γράφτηκε... χειμαρρωδώς, με αυτόματη γραφή. Σε κάθε περίπτωση, είναι αριστούργημα. Κι έχω να πω κι άλλα τόσα, που δεν γράφονται, δεν περιγράφονται. Διαβάστε το! Chapeau!
Αυτό το βιβλίο το ξεκινάς, σταματάς, το κλείνεις, σκέφτεσαι κάποιος μου κάνει πλάκα...Το ξανανοιγεις και ξεκινάς ένα απολαυστικό ,φανταστικό ταξίδι μυστήριου, με μια πολυ όμορφη χρήση της γλώσσας!
Ο σουρεαλισμός είναι δύσκολη πίστα. Το πάντρεμα σουρεαλισμού και αστυνομικού μυθιστορήματος ακόμα δυσκολότερη. Το να προσθέσεις αναφορές στον Δον Κιχώτη και στον Ισπανικό Εμφύλιο και να αποδομείς όλα τα παραπάνω με την παρουσία του ίδιου του συγγραφέα, ο οποίος, πανταχού παρών μέσα στην αφήγηση, τρολάρει το ίδιο το υλικό του, κάνει το όλο εγχείρημα να μοιάζει υπερφιλόδοξο στα όρια της τρέλας, παιχνιδιάρικο στα όρια της αυθάδειας. Κι όμως, ο συντοπίτης και συνομήλικος Καρακίτσος ξεκινάει αυτό το (χμμμ) δινκιχωτικό πρότζεκτ με μια αιθεροβάμονα ανεμελιά, περνάει κυρίως αυτός καλά (κι αυτό ως γνωστό βγαίνει στον κόζμο), παρασύρεται ενίοτε από τον ενθουσιασμό και την αγάπη γι’ αυτό που κάνει και στο τέλος κερδίζει τον αναγνώστη με την πρωτοτυπία, τις αναπάντεχες επιλογές στις λέξεις και τη γλώσσα, εν ολίγοις δηλαδή πραγματώνει σε μεγάλο βαθμό αυτό που ήθελαν και οι original σουρεαλιστές: να ενώνει (φαινομενικά στην τύχη) αταίριαστα πράγματα που θεωρητικά δεν έχουν νόημα μαζί και μέσα από μια περίεργη όσμωση όλο αυτό να λειτουργεί στο τέλος.
"Ώστε ψέματα; Θέατρο; Γιατί; Γιατί τιποτένιοι; Τι παιχνίδι παίζετε στον Αστόλφο μου;! Ω άτιμη φάρα, σιχάματα και προδότες, έρχομαι, έρχομαι! Γκρεμίζω το έναστρο παλάτι μου, τσακίζω στα δυο τη νύχτα, αποχαιρετώ το θρόνο μου - τίποτα, δεν με κρατά εδώ! Σκίζω τα σύννεφα, σαρώνω ό,τι βρω μπροστά μου και πέφτω με φορά πάνω σας, έρχομαι! Έρχομαι! (Οκτέτο του Σούμπερτ, πρώτη κίνηση, σε χρειάζομαι όσο ποτέ!) Κι εσείς δειλές κάμπιες που πιλατεύετε τον ήρωά μου, γλίσχρες και τιποτένιες ετοιμαστείτε να σκορπίσετε σαν σ κ ι έ ς !"
(ο ίδιος ο συγγραφέας (!) προς αυτούς που "βολοδέρνουν ασκόπως" τον ήρωά του, Αστόλφο)
"Ένας καμπούρης ταξιθέτης προσπαθεί να σας κατεβάσει με τη σκούπα του, θα τον αποφύγετε σκαρφαλώνοντας στο χοντρό κορδόνι της αυλαίας, κι εκεί έχετε όση άνεση χώρου επιθυμείτε (και φυσικά άπλετο χρόνο), ώστε με αράγιστη φωνή να δηλώσετε ενώπιον όλων: <<Είμαστε δακρύβρεχτοι σαλτιμπάγκοι, γουρούνια που κυλιούνται στη λάσπη της υποκρισίας!>> " (το μηχανικό μέντιουμ Θουμαλακαρέγι (!) περιγράφει στον ήρωά μας το μέλλον του)
Πεζό ποίημα ή ποιητικό αστυνομικό μυθιστόρημα; Στίχοι των Διάφανων Κρίνων ή του Μίλτου Σαχτούρη; Και τι θα γίνονταν αν η Κατερίνα Γώγου και ο Γεώργιος Σουρής έκαναν έναν γιο και τον ονόμαζαν Δημήτρη Καρακίτσο; Υποθέσεις όλα, θα μου πείτε, μα όντας στον Πολικό Αστέρα μας επιτρέπεται να αφήνουμε τη φαντασία μας να καλπάζει.
Ομολογουμένως ένα από τα πιο παλαβά και ενδιαφέροντα βιβλία που έχω διαβάσει ποτέ μου! Ευχαρίστως θα έπινα ένα αψέντι με τον συγγραφέα, για να μου περιγράψει τι στο καλό είχε στο μυαλό του όταν το έγραφε.
Ο Δον Υπαστυνόμος χωρίζεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο ο Καρακίτσος στήνει την σκακιέρα: ο Τίο Αρμελίνο δολοφονείται. Ο Αστόλφος προσλαμβάνεται και πιάνει δουλειά. Ο νεκρός κηδεύεται και οι παρευρισκόμενοι μεταβαίνουν στο κέντρο πένθιμων εκδηλώσεων "Το Μουντό Ποίημα". Στο δεύτερο μέρος τα πιόνια αναπτύσσονται στη σκακιέρα. Ο Αστόλφος ερωτεύεται, παίρνει προαγωγή, επιδιορθώνει κάτι υδραυλικά, πάει για κυνήγι. Στο τρίτο μέρος όμως... στο τρίτο μέρος κάποιος σηκώνει τα κομμάτια, καλύπτει τη σκακιέρα με ένα μεταξωτό ύφασμα που πάνω του οι πούλιες μιμούνται τους αστερισμούς. Συμβαίνει κάτι συγκινητικό: οι πεσσοί ελευθερώνονται, η αφήγηση εκτινάσσεται στον νυχτερινό ουρανό σαν φλεγόμενη σερπαντίνα, η μεγάλη λογοτεχνία κρυφοκοιτά τον αναγνώστη πίσω από τη μαρμάρινη προσωπίδα της. Πηγή: lifo.gr
Με τον αφηγητή του στον Πολικό Αστέρα, ξεκινά η ιστορία του Αστόλφου Βαρνακομπούμπο , ενός φτωχού εργάτη που προδομένος από τον καλύτερο του φίλου αποφασίζει να απαγορεύσει «διαπαντός στον εαυτό του την καλή λογοτεχνία» και από το τότε να διαβάζει μόνο αστυνομικά μυθιστορήματα.
Το όνειρό του να συμμετέχει σε ένα από αυτά, το πραγματοποιεί ο προστάτης και δημιουργός του, Δημήτρης Καρακίτσος. Έτσι γεννιέται για πρώτη φορά Ο Δον Υπαστυνόμος, από αστρικό υλικό και ισπανικές κιθάρες, και καταφέρνει να ανοίξει καινούργιους δρόμους στη λογοτεχνία με τη δυσεύρετη πρωτοτυπία του.
Ο αφηγητής- συγγραφέας θα πρέπει να κατέβει από τον Πολικό Αστέρα οσο ο Δόν Υπαστυνόμος προσπαθέι να εξιχνιάσει την δολοφονία του Τίο Αρμελίνο και του θετού γιού του, σε ένα λογοτεχνικό σύμπαν μυστήριο και απάτητο, με ήρωες που υπνοβατούν, δολοπλοκόυν , ταξιδεύουν στο χωροχρόνο και ονειρεύονται με μάτια ανοιχτά, σε ένα σύμπαν που ακροβατεί μεταξύ του αστυνομικού και του σουρεαλιστικόυ, με ασταμάτητη δράση που καταρρίπτει όλα τα στεγανά και τα όρια της «καλής ή όχι» λογοτεχνίας, πάντα γελώντας. Γιατί εκτός από σπουδαίο και πρωτοπόρο, αυτό το βιβλίο είναι χαρούμενο. Ένα βιβλίο που πίσω από τις σελίδες του κρύβεται ένα μεγάλο χαμόγελο, ένα παιχνίδι με τις λέξεις, και πολύ, πολύ ταλέντο.
Γιατί, όπως δηλώνει ο αφηγητής, καθισμένος στο δικό του αστερί, «Το γράψιμο θα αποτελούσε ανώφελη πράξη αν στη λογοτεχνία δεν ήταν όλα δυνατά.»
Και ο Δον Υπαστυνόμος είναι ένα ανάγνωσμα που τα κάνει όλα δυνατά, χωρίς απολύτως κανέναν περιορισμό και ταξιδεύοντας από μια κωμόπολη της Μάντσας στα αστέρια και πάλι πίσω, στα όνειρα και στο εδώ, απο μαγεία ενός παραμυθιού, στην αγωνία ενός ματωμένου αστυνομικού, και όλα με κοινή βάση την αριστοτεχνική αφήγηση και μια γραφή που προκαλεί δέος!
Μάλλον ένα από τα καλύτερα (αν όχι το καλύτερο) μυθιστορήματα που έχουν γραφτεί στα ελληνικά τα τελευταία 10 χρόνια. Θα σε δυσκολέψει στην αρχή να «μπεις» στη γραφή και κυρίως στις περιγραφές, αλλά όταν μπεις δεν θα βγεις ποτέ.
Είναι αστυνομικό μυθιστόρημα χωρίς να είναι αστυνομικό μυθιστόρημα, όπως συμβαίνει σε όλα τα αριστουργήμα��α είδους. Όπως π.χ. το καλύτερο ιστορικό μυθιστόρημα δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα. Θέλω να πω πως - τελοσπάντων διάβασέ το.
καρέ του σουρεαλισμού, αλλά καλογραμμένο. Με ελαφρυ χιουμορακι αποπανω σαν κερασακι τουρτας. Δεν εχουμε πολλά τετοια ευφανταστα δειγματα στα ελληνικά γραμματα
Ο Δον Υπαστυνόμος είναι ένα υφολογικό επίτευγμα. Ο Καρακίτσος κάνει ένα μεγάλο μακροβούτι στη γλώσσα και φέρνει στην επιφάνεια λεκτικούς θησαυρούς που δεν έχουμε την ευκαιρία να θαυμάζουμε συχνά. Μάλιστα η χρήση της γλώσσας είναι τόσο πρωτότυπη, ρηξικέλευθη, παιγνιώδης, εκρηκτική που επισκιάζει συχνά και την ίδια την ιστορία.
Κάθε πρόταση κρύβει μια μικρή ανατροπή, μια συστροφή, κάτι το αναπάντεχο. Τόσο σε επίπεδο νοήματος, όσο και από άποψη τονική, αισθητική, συναισθηματική. Στο τέλος κάθε πρότασης είναι σαν να βγαίνουμε σε ένα ξέφωτο όπου μας περιμένει μια ευχάριστη έκπληξη. Η συγκίνηση εδώ δεν εκπορεύεται από την αφηγηματική κατάσταση, αλλά από τη χρήση της λέξης, από τη φυσική της λάμψη, από την εσωτερική της ενέργεια.
Ώρες ώρες διαβάζοντας τον Δον Υπαστυνόμο αναρωτιόμουν αν πρόκειται για αφηγηματικό έργο ή για μουσική σύνθεση. Συχνά το νόημα, όπως και η υπόθεση, χάνεται πίσω από τη μελωδία του λόγου. Ο συγγραφέας, με σύνεση, επιλέγει μια κατ'επίφαση αστυνομική πλοκή για να στηρίξει το αφηγηματικό του πλάνο. Μια τέτοιου είδους πλοκή, ακόμα και αν χρησιμοποιείται προσχηματικά, βάζει σε αυστηρά πλαίσια την ιστορία. Στηρίζεται άλλωστε σε πολύ αναγνωρίσιμους μηχανισμούς: κίνητρα, ανατροπές, μηχανορραφίες, προδοσίες και αποκαλύψεις. Αν δεν υπήρχαν αυτοί οι σταθεροί δοκοί σε μια αφήγηση που επενδύει τόσο πολύ στο στυλ, στην αίσθηση και στη δημιουργία ατμόσφαιρας, το οικοδόμημα πιθανόν να κατέρρεε. Θα ήταν σαν να του λείπει η ραχοκοκαλιά.
Πρόκειται βέβαια για μεταμοντέρνα προσέγγιση της πλοκής. Υπάρχει εκεί για να στηρίξει τον λόγο. Και όχι το αντίθετο. Όπως ο λόγος ειρωνεύεται συχνά τον εαυτό του, έτσι και η πλοκή ειρωνεύεται τον εαυτό της, στήνει παγίδες όπου πέφτει η ίδια, αναιρεί τη σημασία της.
Ο Καρακίτσος δεν ενδιαφέρεται για την αληθοφάνεια της ιστορίας του. Αντιθέτως κάνει σχεδόν τα πάντα για να τη θρυμματίσει. Σε αυτό συντελούν κυρίως οι παρεμβάσεις του παντογνώστη αφηγητή στην ιστορία και η συνεχής υπενθύμιση της παρουσίας του. Έχουμε από τη μια πλευρά λοιπόν την αποθέωση της αποστασιοποίησης, και από την άλλη ένα συνεχές κάλεσμα για συμμετοχή και μέθεξη. Αλλά δεν είναι ένα κάλεσμα για να μπούμε στην αφήγηση, όσο για να ακούσουμε τους κυμματισμούς της και να νιώσουμε τις δονήσεις της.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το διαβρωτικό χιούμορ που διατρέχει το έργο. Οι μετα-σκαριμπικοί ήρωές του μυθιστορήματος είναι όλοι τους τραγικοί και αστείοι. Περιπλανιούνται μέσα στις σελίδες υπακούοντας σε ψευδεπίγραφα θέλω. Αλλά στην ουσία κάθε μυθοπλαστικό πρόσωπο που εμφανίζεται στη σκηνή του Δον Υπαστυνόμου είναι άθυρμα και υποχείριο του λόγου. Το αυτεξούσιο των χαρακτήρων δεν υπάρχει. Μια ασυνείδητη αφηγηματική δύναμη φαίνεται να κινεί τα πρόσωπα βάζοντάς τα να κάνουνε κύκλους χωρίς σκοπό.
Ο Δον Υπαστυνόμος επιβάλλει τον δικό του ρυθμό ανάγνωσης. Οι γρήγοροι αναγνώστες εδώ θα πρέπει να αναπροσαρμόσουν τις ταχύτητές τους. Ωστόσο ο ρυθμός αυξομειώνεται όχι μόνο σύμφωνα με τις επιταγές της αφηγηματικής δράσης, αλλά και με βάση την αλληλουχία των λέξεων.
Το γκροτέσκ εναλλάσσεται με το ποιητικό, το υψιπετές συνομιλεί με το μπουφόνικο, η ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός ακολουθούν την κυριολεξία. Τέτοια αντιθετικά ζεύγη φτιάχνουν το υφολογικό πανόραμα του Δον Υπαστυνόμου. Αυτά πλάθουν και το περιεχόμενό του.
Ζήτω ο Σουρεαλισμός!!! Ένα ξέφρενο πανηγύρι λέξεων χρωμάτων και ανατροπών με έντονο το στοιχείο του χιούμορ και μια αστυνομική πλοκή. Ο εξαιρετικός ρυθμός με μια περίσσια μουσικότητα, σε συνδυασμό με μια μοναδική χρήση της γλώσσας δημιούργησε ένα έξοχο μυθιστόρημα που δε χορταίνεις να διαβάζεις. Κύριε Καρακιτσιε σας ευχαριστώ πέρασα φανταστικά με το βιβλίο σας!!!
Τι να πούμε για αυτό το πραγματικά αξιοζηλευτο κέντημα! Για τη γλώσσα, τους χαρακτήρες, την πλοκή και τη μουσικότητα του κειμένου. Ένα σουρεαλιστικο κι όμως όμορφα καμωμενο βιβλίο με κεντρικό ήρωα τον γλυκύτατο Αστολφο. Οποίοι έχουν ξαναδιαβασουν Καρακιτσο θα γοητευτουν από την αφήγηση και τη γλώσσα ειδικά στο δεύτερο και στο τρίτο βιβλίο. Σε πολλά σημεία θυμήθηκα τις γάτες, την ποιητική συλλογή του Καρακιτσου που είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ροδακιό. Ως σχόλιο παραθέτω εδώ ένα ποίημα απο τις γάτες που ίσως ρίχνει φως στο Δον Υπαστυνομο " Συνάντησα τους μάντεις φίλους μου Σε καφενείο πλησίον της Πλατείας Συντάγματος.
Έπιναν και συζητούσαν κι είχαν μια χαλύβδινη Ράβδο Να μουρμουρίζει τα μελλούμενα του τόπου.
(Αν θαρρείς συνδιαλέγομαι με τα τωρινά) Θεώρησα τρελή προσπάθεια σ' εμένα, και το χτες, και το αύριο,
Να παίρνω αποφάσεις για το πώς και το είθισται του κόσμου.
Ο κόσμος των ταξιδιών μου είναι πλατύς Ο κόσμος των ποιητών είναι μετρημένος -ενίοτε χωλαίνει.
Ω Ραμαζάν, δε συνειδητοποιείς Το γυμνό της εποχής, και τα κορμιά τους που πληγιάσανε,
Ούτε ότι οι θεοί θα 'ρθουν ποτέ Για αυτά που καθόμαστε και γράφουμε.
Οι γάτες του ποιητή Δ.Ι.Αντωνίου, Το Ροδακιό, 2012 ΥΓ μπορείτε να γίνετε κι εσείς ένας από τους ενενήντα εννιά αναγνώστες και να δοκιμάσετε να διαβάσετε το βιβλίο βάζοντας στο YouTube τα μουσικά θέματα του βιβλίου. Όποιος/α τα καταγράψει έχει τα θερμά μου συγχαρητήρια!
Θα ήθελα να έγραφα μια κριτική επάξια του απαράμιλλου ύφους της, και να χωρέσω ερασιτέχνες ψευδουπαστυνομους, υπηρέτες που δολιοφθορούν και αποκαλύπτουν ύποπτα μυστικά, αστυνόμους που τριγυρίζουν σε σαπισμενα παρατημένα βαγόνια τρένων, μηχανικά μέντιουμ που παίζουν τους απο μηχανής θεούς και αποκαλύπτουν το μέλλον. Ανατροπές σε συνεχείς ανατροπές και μια ευφάνταστη γλώσσα που μόνο να της επιδαψιλεύσεις επαίνους της αξίζει. Όλα σε ένα αξιοπερίεργο αλλά και αξιομνημόνευτο πακέτο.
Η κριτική μου δεν είναι κατάλληλη. Δεν μαρεσουν τα αστυνομικά. Δε συνδέομαι, με μπερδεύουν όλα τα ονόματα και τα διάφορα γεγονότα, το παθαίνω με όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Παρολαυτά, το συγκεκριμένο ήταν πανέμορφα γραμμένο, απολαυστικό. Αστείο με υπέροχα σχόλια. Μου άρεσε πολύ και ας μην μπορώ να πω ότι είναι από τα αγαπημένα μου βιβλία.
Έχω μείνει άναυδος, πραγματικά ένας σουρεαλιστικός πίνακας αστυνομικού μυθιστορήματος. Και αν δε βγάλετε νόημα ποιός νοιάζεται, ο Δημήτρης Καρακίστος σε βομβαρδίζει με ακατάληπτες φράσεις και εικόνες και στο τέλος μένεις θαμμένος κάτω από τα μεθυσμένα συντρίμμια μιας μπαρόκ φαντασίας