Είναι Δεκαπενταύγουστος με φριχτό καύσωνα και στους λόφους της Τοσκάνης ανακαλύπτεται το πτώμα ενός δολοφονημένου άντρα. Πρόκειται για ξεκάθαρη εκτέλεση, όπως γίνεται αμέσως σαφές στα έμπειρα μάτια του Καζαμπόνα, ο οποίος αναγκάζεται να σπεύσει ολοταχώς. Δεν προλαβαίνει όμως να ξεκινήσει τις έρευνες και την υπόθεση αναλαμβάνει η Διεύθυνση Ερευνών κατά της Μαφίας. Παράξενο, όπως παράξενη είναι και η ατμόσφαιρα σε εκείνα τα μέρη.
Ύστερα από την εκκένωση του φράγματος που κατασκευάστηκε μετά τον πόλεμο, μέσα από τα νερά της λίμνης αναδύθηκε το παλιό χωριό-φάντασμα Τόρε Γκιμπελίνα. Εκεί ο Καζαμπόνα πέφτει πάνω στη Μονίκ, μια γοητευτική και αδάμαστη Γαλλίδα δημοσιογράφο. Η γυναίκα ερευνά έναν φάκελο με μυστηριώδη έγγραφα για μια σφαγή από τους ναζί που έγινε στο βυθισμένο πια χωριό. Έναν «καυτό» φάκελο, που περνούσε από χέρι σε χέρι σαν θανατική καταδίκη, φέρνοντας μαζί του μια σειρά από ανεξήγητους φόνους. Ο Καζαμπόνα θα κληθεί να ανακαλύψει τι κρύβουν τόσα χρόνια τα ταραγμένα νερά της λίμνης. Ποιο είναι το αντίτιμο της αλήθειας; Άραγε, η απόδοση δικαιοσύνης θα βοηθήσει να ξεχαστούν τα πάντα;
Η επιστροφή ενός σπουδαίου αστυνομικού. Ένας χαρακτήρας που με την οξυδέρκεια και την ανθρωπιά του έχει κερδίσει χιλιάδες αναγνώστες.
Antonio Fusco è nato nel 1964 a Napoli. Laureato in Giurisprudenza e Scienze delle pubbliche amministrazioni, è funzionario nella Polizia di Stato e criminologo forense. Ha lavorato a Roma e a Napoli. Dal 2000 vive in Toscana, dove si occupa di indagini di polizia giudiziaria.
Αν και ο συγγραφέας συνεχίζει να έχει την ίδια τάση, να προσπαθεί να κατασκευάσει φράσεις που διακρίνονται και μένουν, είναι παρόλ’ αυτά πιο ξέγνοιαστος κι αυτό φαίνεται στο ρυθμό, όπως και στις φράσεις που δε ρίπτονται άτσαλα, ή που ρίπτονται μεν, αλλά έχουν μεγαλύτερη συγγένεια με τον περιβάλλοντα χώρο.
Στις σελίδες 96-97 υπάρχει ένα όμορφα δοσμένο κομμάτι, για τη μοναξιά και την ερημιά που θυμίζει έντονα σε πιο ανδροπρεπείς τόνους, ένα αντίστοιχο της πολύ πάνω απ’ το μέσο όρο, Π. Ντ. Τζέημς.
<<βρισκόταν πολύ κοντά της για να έχει ανάγκη να την κοιτάζει. Από τις πέντε αισθήσεις, η όραση είναι εκείνη που ταιριάζει λιγότερο στο πάθος >>. Μετά απ’ αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα φράση, έκανε μια ορμητική βουτιά και πάνω που το ρύγχος του άγγιζε τα άρλεκιν της γιαγιάς μου, νομίζω ότι το απέφυγε έστω και κάπως αδέξια, μάλλον τον γλίτωσε, το πάθος του να φτιάχνει φράσεις.
Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα και με καλό ρυθμό. Βοηθά πολύ η επαγγελματική ιδιότητα του συγγραφέα, χάρη στην οποία αποφεύγει τις εγκληματολογικές εμμονές, άλλων συγγραφέων, ως απόρροια του CSI. Δίνει σαφή και πειστική εικόνα του αστυνομικού. Το θέμα παρουσιάζει ενδιαφέρον και δίνεται ανάλαφρα, αν και πρέπει να αγνοήσουμε πως το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 2015, διότι διαφορετικά κινείται χρονικά στα όρια της απιθανότητας. Στα συν πάντως, πως σκαλίζει το παρελθόν με διακριτική ευχέρεια, αυτήν ενός ανθρώπου που η εμπειρία του προέρχεται από τη δανεική μνήμη συγγενών, που συχνά περνάει μέσα μας σα μια ανάγκη αναπόλησης και ανάγκης να μάθουμε περισσότερο την ατμόσφαιρα του τότε και λιγότερο μια υποκειμενική αλήθεια, αν μπορεί να υπάρξει υποκειμενική αλήθεια για όσα είναι έξω από ‘μας, προσωπικά και χρονικά.
Αναρωτήθηκα για ορισμένες ενδιαφέρουσες συμπτώσεις. Όπως για παράδειγμα αν η επιλογή του ονόματος Γκύντερ είναι τυχαία, ή αν είναι μομφή προς το συγγραφέα. Και μέσω μιας δεύτερης χρονικής ασυνέπειας για περιστατικό που συμβαίνει το 1967 και συνδέεται με την επιχείρηση καθαρά χέρια ως κάτι που συνέβη με τρόπο που μαθηματικά δε θα μπορούσε να ισχύει, αν ο συγγραφέας τοποθετεί το μυθιστόρημα του στο τώρα. Παρόλ’ αυτά, προκύπτει μια δεύτερη διπλή ενδιαφέρουσα σύμπτωση. Το κοινό μικρό όνομα και η επαγγελματική ιδιότητα του συγγραφέα, με το Ντι Πιέτρο.
Και σε αυτό το βιβλίο, η πρόσφατη ιστορία της Ιταλίας με τα σκάνδαλα, τη διαφθορά, τη μαφία, αλλά ακόμα και η εξωστρέφεια των νεότερων Ιταλών να απολογούνται να ζητούν εξηγήσεις από μια χώρα που στην αρχή τάχτηκε υπέρ των φασιστών, είναι στοιχεία που εκμεταλλεύεται επιδέξια, ο συγγραφέας για να διαμορφώσει το κλίμα, όσο και να στοιχειοθετήσει με ρεαλισμό την υπόθεση του. Τα κίνητρα για ένα φόνο παραμένουν ελάχιστα, μένει μόνο το τελικό έναυσμα, το ποιος και το πώς. Μένει η εξιστόρηση και οι σχέσεις των ανθρώπων που τις ντύνει όμορφα και πειστικά ο συγγραφέας. Όπου είναι ωριμότερος και αποφεύγει αρκετούς φτωχούς εντυπωσιασμούς.
Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στη Ζωντανή Μνήμη. Σκοπός είναι να μη σβήσει, αλλά ούτε να γίνει βωμός που επικαλούμαστε δοθείσης της ευκαιρίας, μιας μέρας σχόλης. Καλύτερα να σιωπούμε, αρκεί να μπορούμε κάτι να νιώσουμε. Μεγαλύτερος απ’ τον κίνδυνο της Λήθης, είναι ο κίνδυνος των νεκρωμένων συναισθημάτων, που γεννούν μόνο ματαιόδοξες, προσχηματικές φρασούλες.
<< Στη βάση κάθε πραγματικής αλλαγής υπάρχει πάντα μια δόση τρέλας >>
Στην Τόρε Άλτα κάποιος εκτελεί τον διαβόητο «Αγροίκο» έξω από την πόλη κάτω από την «καστανιά του κρεμασμένου». Τι σχέση όμως έχει αυτός ο τόπος με μια οικογενειακή δολοφονία από τους Γερμανούς κατακτητές το 1944, με έναν Ιταλοαμερικανό μετανάστη κι έναν πολεμικό ανταποκριτή που στα τελευταία χρόνια της ζωής του έμενε στο Παρίσι; Τι είναι η Υπόθεση 178 και πώς συνδέει τόσους ετερόκλητους ανθρώπους; Τι αντίκτυπο είχε η δολοφονία της οικογένειας στην Τόρε Άλτα και πώς επηρέασε τα κατοπινά γεγονότα;
Είναι δεκαπενταύγουστος και ο Τομάζο Καζαμπόνα, διευθυντής του Τμήματος Ανθρωποκτονιών στη Βαλντέντσα, μια ήσυχη επαρχία της Τοσκάνης, πίστευε πως θα έκανε διακοπές με τη γυναίκα του, Φραντσέσκα, στον κόλπο της Φολόνικα αλλά ένα πτώμα βρέθηκε στα πόδια του υποδιευθυντή της Αστυνομίας που προτίμησε να ειδοποιήσει το Ανθρωποκτονιών παρά τους καραμπινιέρους «και γύρισε σπίτι του να διηγηθεί στη γυναίκα του και στους γείτονες πώς κατέστρεψε τις διακοπές κάμποσων ανθρώπων» (σελ. 23). Έτσι ο αστυνόμος μεταβαίνει στην Τόρε Άλτα να διεξαγάγει έρευνες, μόνο που σύντομα την υπόθεση την παίρνει μέσα από τα χέρια του η DIA (Διεύθυνση Ερευνών κατά της Μαφίας) κι όταν επιστρέφει στο σπίτι του η γυναίκα του δεν είναι πια εκεί. Κι όμως, ανεπίσημα, μια σειρά από γεγονότα τον κάνουν να ασχοληθεί με τη δολοφονία, ειδικά από τη στιγμή που γνωρίζει τη Γαλλίδα αστυνομικό Μονίκ Μπερνάρ και οι πορείες των δικών της ερευνών διασταυρώνονται με του Καζαμπόνα, που αποφασίζει να κάνει ένα ταξιδάκι στο Παρίσι.
Η «Υπόθεση 178» είναι άλλο ένα αξιοπρεπέστατο αστυνομικό μυθιστόρημα, απλό στην αφήγησή του και ταυτόχρονα σύνθετο. Χωρίς πολλά ονόματα ή δευτερεύουσες ιστορίες, γεμάτο όμως με ανατροπές και εκπλήξεις, καθώς και με μια ταχύτατη πλοκή που ανεβάζει ρυθμούς όσο πλησιάζουμε στο τέλος, είναι ένα βιβλίο που με απορρόφησε όπως και το πρώτο: ολοκληρωτικά. Έχει όλα εκείνα ακριβώς τα χαρακτηριστικά που κερδίζουν τον αναγνώστη: προσφέρει σασπένς, γρίφους και κλιμάκωση. Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο ολοζώντανους χαρακτήρες, με ρεαλιστικό παρελθόν και παρόν, με επαγγελματικές και προσωπικές σχέσεις που καταγράφονται με διεισδυτικότητα και εμπειρία και προσδίδουν αυθεντικότητα στην ατμόσφαιρα του βιβλίου.
Το δεύτερο μυθιστόρημα λοιπόν με τον τρυφερό και ανθρώπινο Καζαμπόνα έχει να κάνει με την ιδέα της αντεκδίκησης και με το κατά πόσο είναι θεμιτό να πάρει κανείς τον νόμο στα χέρια του, ειδικά όταν πρόκειται για εγκλήματα πολέμου. Μέσα από μια σειρά φαινομενικά άσχετων μεταξύ τους δολοφονιών, που λαμβάνουν χώρα σε Γαλλία και Ιταλία και δίνουν την ευκαιρία στον συγγραφέα να τα αναπαραστήσει με την αφηγηματική μέθοδο του πρωθύστερου, ζωντανεύει η φρικτή εκτέλεση μιας ιταλικής οικογένειας το 1944 από τους Γερμανούς κατακτητές και τονίζεται ο περίπλοκος μηχανισμός, κοινωνικός, οικονομικός και κυρίως διπλωματικός, με τον οποίο συμφέρει κάποιους οι θύτες να μην τιμωρηθούν. Ο συνεκτικός δεσμός μεταξύ των θυμάτων αποκαλύπτεται σταδιακά και τα νοήματα που αποτυπώνονται στο πέρασμα των γεγονότων είναι έντονα και ανησυχητικά: πόση ανημπόρια, πίκρα και αδικία αισθάνεσαι όταν βλέπεις πως κάποιοι δεν τιμωρούνται, ακόμη κι αν παρέχεις αποδείξεις εκεί που πρέπει και πόσο λεπτή είναι η γραμμή που θα σε κάνει να πάρεις εσύ την εκδίκηση που ίσως να απαιτούν τα αδικοσκοτωμένα θύματα; Ομολογώ όμως πως θα ήθελα λίγη περισσότερη διείσδυση στις συνθήκες Κατοχής της γείτονος χώρας από τη Γερμανία!
«Το χώμα, οι στέγες των σπιτιών, τα κλαριά των δέντρων ήταν ποτισμένα από τη θαμπή ομίχλη. Η ζωή ανάσαινε με έναν ρυθμό αργό, γεμάτο προσμονή. Ήταν μία από εκείνες τις μέρες που αισθάνεσαι εύκολα γαλήνη μέσα σου» (σελ. 13). Μια τέτοια μέρα διάλεξε ο συγγραφέας να ξεκινήσει το μυθιστόρημά του αλλά με… μια δολοφονία και πιστεύω πως είναι μια από τις ωραιότερες αρχές μυθιστορήματος, μιας και το θύμα αρνήθηκε να κοιτάξει κατάματα τους δολοφόνους του ή το αίμα που έτρεχε από το στήθος του. «Έφυγε» με το όνομα της αγαπημένης του στα χείλη. Με την ίδια αγάπη έχουν αγκαλιαστεί όλοι οι χαρακτήρες και σε αυτό το βιβλίο, από τον δολοφόνο μέχρι τον επιθεωρητή.
Ο Καζαμπόνα στην «Υπόθεση 178» γνωρίζει μια γυναίκα διαφορετική από εκείνη των «Πέντε μικρών αδικιών», τη Μονίκ Μπερνάρ, με την οποία αρχίζει ένα διακριτικό φλερτ. Και πάλι έχουμε ν�� κάνουμε με μια υπέροχη και σωστή σκιαγράφηση συμπεριφορών και νοοτροπιών, με λογικοφανείς αντιδράσεις και τόσο ανθρώπινη στάση ζωής! Ειδικά ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε ο αστυνόμος την περίπτωση της Μονίκ τον ανέβασε στην εκτίμησή μου και με συγκίνησε, γιατί προέβη σε πράξεις που όλοι έχουμε στη ζωή μας κάποτε επιλέξει. Θα είναι άραγε η σταγόνα που θα ξεχειλίσει οριστικά το ποτήρι του γάμου του ή θα δώσει μια δεύτερη ευκαιρία; Ποιος θα κάνει πρώτος τις απαραίτητες αμοιβαίες υποχωρήσεις;
Έχουμε και νέα ψήγματα στην προσωπικότητα του αστυνόμου, δηλαδή καταγράφεται ο τρόπος με τον οποίο θα χειριστεί την εγκατάλειψή του από τη γυναίκα του και ε τον οποίο θα αντιδράσει όταν η υπόθεση θέλει λίγο ακόμη για να κλείσει αλλά με δική του παρέμβαση. Αποδύεται σ’ έναν αγώνα για να βρει και να φωτίσει την αλήθεια, κάτι που του γίνεται πάθος: «Η αλήθεια, αντίθετα, είναι αντάρτισσα. Αν τη συνηθίσεις, δεν σου φαίνεται ποτέ αρκετή. Την αναζητάς παντού, χωρίς να νοιάζεσαι πόσο μεγάλη θα είναι η οργή εκείνου που την είχε κρύψει εκεί που την ανακάλυψε. Η αγάπη για την αλήθεια… σε διδάσκει να βλέπεις πέρα από το επιτρεπτό. Δεν πρέπει, όμως, ποτέ να κάνεις κατάχρηση της αλήθειας» (σελ. 12). Και στη συνέχεια: «Μπορείς να κρύψεις την αλήθεια, να την αρνηθείς, να της δίνεις συνεχώς νέα μορφή, ανάλογα με την περίσταση, να την περιβάλλεις με άλλο περιτύλιγμα. Δεν μπορείς όμως ποτέ να την ακυρώσεις» (σελ. 162).
Σε προσωπικό επίπεδο μένει μόνος στο σπίτι του, μιας και τα παιδιά τους μεγαλώσανε και διάλεξαν τον δικό τους δρόμο: η Κιάρα είναι ψυχολόγος και ο Αλεσάντρο εργάζεται στην κοινότητα στην οποία νίκησε την εξάρτησή του από την ηρωίνη. Έχουν φύγει από το σπίτι, αφήνοντας πίσω δυο ανθρώπους που έχουν ξεχάσει πως υπήρξαν ερωτευμένοι και σύντροφοι: «Έπρεπε να βρουν καλούς λόγους για να φτιάξουν πάλι από την αρχή το ζευγάρι που υπήρξαν, να προσφέρουν στους εαυτούς τους μια νέα, διαφορετική προοπτική» (σελ. 72).
Πώς θα αντιδράσει λοιπόν ένας άνθρωπος που βασίζεται στους δύο ισχυρούς πόλους της ζωής του, την οικογένεια και τη δουλειά, και ξαφνικά τα χάνει όλα; «Η μοναξιά και η απραξία δεν του έκαναν καλό… Τον συμφιλίωναν με τις χειρότερες συνήθειές του, την υπερβολική τάση του για αυτοκαταστροφή και εκείνη τη γενική αίσθηση απαισιοδοξίας, που κυριεύει όσους έχουν αγγίξει με τα ίδια τους τα χέρια την εξαχρείωση στην οποία είναι ικανός να φτάσει ο άνθρωπος» (σελ. 75).
Είναι ευφάνταστος ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας παραθέτει μια σειρά από ανατρεπτικά γεγονότα που προχωράνε με φρενήρεις ρυθμούς την πλοκή και ταυτόχρονα σημειώνει κάποιες αλήθειες που είναι απλές στη σύλληψή τους και βαθιές στη σημασία τους: «Κάποια πράγματα συμβαίνουν μόνο το καλοκαίρι ή στις περιόδους των γιορτών. Τότε που οι άνθρωποι έχουν περισσότερο χρόνο στη διάθεσή τους για να κοιτάξουν μέσα στο άπατο πηγάδι της δυστυχίας τους. Μέχρι που πέφτουν μέσα» (σελ. 33). Ειδικά ως προς τη μοναξιά αφήνει διάχυτη μια γλυκόπικρη επίγευση: «Άλλωστε η μοναξιά βρίσκεται παντού… Δεν έχει σημασία πόσοι άνθρωποι ζουν σε αυτά τα σπίτια, κάθονται σε αυτά τα αυτοκίνητα, πίνουν σε αυτά τα μπαρ ή ταξιδεύουν με αυτά τα τρένα. Η πιο ασφυκτική μοναξιά είναι αυτή που νιώθεις όταν δεν είσαι μόνος. Δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής, γιατί ο ένας γίνεται η φυλακή του άλλου. Μέσα σε ένα κλουβί καθωσπρεπισμού που σώζει τα προσχήματα» (σελ. 97).
Η «Υπόθεση 178» αφορά την προσωπική βεντέτα που ξεκινάει κάποιος όταν ένα έγκλημα πολέμου μένει ατιμώρητο και βάζει καίρια ηθικά διλήμματα στον αναγνώστη όσο του παραθέτει σαδιστικά ωμά κάποια γεγονότα και τις αναπάντεχες εξελίξεις που τα ακολουθούν. Ανθρωπιά, ενδιαφέρον, αγάπη και ειλικρίνεια διαχέονται μέσα από τις γραμμές και συγκροτούν ένα γρήγορο, ανατρεπτικό και ανθρωποκεντρικό μυθιστόρημα με πολλές ιδέες και νοήματα.
Ο αστυνόμος Καζαμπόνα, έτοιμος για νέες περιπέτειες και για να λύσει νέα μυστήρια, κάνει τη δυναμική του επιστροφή στο δεύτερο βιβλίο της σειράς που για τίτλο της έχει δανειστεί το όνομά του, και την οποία υπογράφει ο αγαπημένος πολλών Antonio Fusco. Υπενθυμίζοντάς μας, λοιπόν, με συνοπτικές διαδικασίες τι είχε συμβεί στο πρόσφατο για εκείνον παρελθόν, και κατ' επέκτασιν σε σχέση με την τελευταία του υπόθεση, ο συγγραφέας μάς συστήνει μια νέα αποστολή, τα δεδομένα της οποίας κάθε άλλο παρά ξεκάθαρα είναι και που όσο ο Καζαμπόνα βυθίζεται όλο και περισσότερο στα άδυτα αυτής, τόσο πιο επικίνδυνη αυτή φαντάζει -και πράγματι είναι.
Κάτω από τις "καστανιές του κρεμασμένου", στους γραφικούς λόφους της Τοσκάνης, έναν Δεκαπενταύγουστο με φρικτό καύσωνα, ανακαλύπτεται το πτώμα ενός άντρα. Αμέσως ειδοποιούνται οι Αρχές και ο Καζαμπόνα σπεύδει στον τόπο του εγκλήματος, αφού ο πυροβολισμός στο κεφάλι του άντρα μαρτυρά πως πρόκειται ξεκάθαρα για δολοφονία. Μια δολοφονία που μοιάζει περισσότερο με εκτέλεση και που παραπέμπει σε έργο της Μαφίας, με την υπόθεση να καταλήγει στα χέρια του ανάλογου τμήματος. Την ίδια στιγμή, ο Καζαμπόνα θα γνωρίσει τη Μονίκ, μια γοητευτική Γαλλίδα δημοσιογράφο που έχει βρεθεί στην Ιταλία με αφορμή την ανάδυση ενός χωριού φάντασμα που είχε πνιγεί από τα νερά μιας λίμνης και στο οποίο, σύμφωνα με κάποια έγγραφα, έγινε κάποτε μια μεγάλη σφαγή από τα χέρια των ναζί. Ποιες αλήθειες, άραγε, έκρυβαν τόσα χρόνια τα νερά της λίμνης και ποια η σχέση της υπόθεσης του νεκρού άντρα με μια σειρά δολοφονιών που πραγματοποιούνται σε ολόκληρη την Ευρώπη;
Οι έμπειροι αναγνώστες της αστυνομικής λογοτεχνίας ίσως να έχετε ήδη σκεφτεί πως η υπόθεση του βιβλίου θυμίζει αρκετά Agatha Christie και η αλήθεια είναι πως δεν έχετε άδικο, μα και πως αυτή ήταν και η πρώτη δική μου σκέψη διαβάζοντας την περίληψη. Και πράγματι, διαβάζοντας το βιβλίο θα έλεγα πως εντόπισα αρκετά κοινά στοιχεία με την λατρεμένη συγγραφέα των περισσοτέρων από εμάς, με μία πολύ σημαντική διαφορά. Ο Fusco δεν έχει περιορίσει τον χώρο δράσης της ιστορίας του, αλλά έχει επιτρέψει σε αυτής να εξελίσσεται μέσα σε ένα πιο ευρύ πλαίσιο, απ' όλες τις απόψεις. Είναι επηρεασμένος σε μεγάλο βαθμό από την Christie, όμως υιοθετεί αφηγηματικά στοιχεία αυτής χωρίς να τα αντιγράφει, μα κάνοντάς τα ολότελα δικά του προσθέτοντάς τους στοιχεία από τον χαρακτήρα του.
"Η αλήθεια είναι απλά μια απάτη της εξουσίας". Αυτή η φράση ακούγεται κάποια στιγμή, όσο η ιστορία προχωρά και εξελίσσεται, και μέσα της βρίσκεται όλη η ουσία, μα και η αλήθεια, του συγκεκριμένου βιβλίου πηγάζει μέσα από την ίδια τη ζωή και όσο αυτή μας αποδεικνύει μέρα με τη μέρα. Μπορεί να θέλουμε να φανταζόμαστε πως η αλήθεια είναι ιδανική, όμως, πολλές φορές, αυτή επισκιάζεται από δολοπλοκίες και συμφεροντολογικές απόπειρες που δεν εργάζονται με στόχο το σωστό και το ηθικό, παρά μονάχα με την προσωπική μας ικανοποίηση. Την ικανοποίηση του "εγώ" που δεν είναι λίγες οι φορές που υπερβαίνει όλων των άλλων. Και στην αντίπερα όχθη, χαρακτήρες που παλεύουν καθημερινά με το εγώ τους και που βρίσκονται σε μια διαρκή σύγκρουση του θέλοντος και του καθήκοντος, του πρέπει και του ίσως. Άνθρωποι αληθινοί, ευάλωτοι, γεμάτοι ευθραυστότητα, που αναζητούν τις ισορροπίες τους μα και το δίκαιο.
Ο Fusco μάς προσφέρει ένα μυθιστόρημα που δεν καταφέρνει να είναι τόσο ανατρεπτικό όσο ίσως εκείνος να ήθελε -πράγμα που, όπως ανέφερα και στην αρχή, έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με την αναγνωστική εμπειρία του καθενός-, που όμως, με τη στακάτη και γεμάτη νεύρο και συναίσθημα αφήγησή του, μας παρασύρει στη μαγευτική Τοσκάνη αποκαλύπτοντάς μας μεριές της που δεν είχαμε φανταστεί, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά. Μια ιστορία ανθρώπινη και βαθιά συγκινητική στα σημεία, που εστιάζει στον όρο "δικαιοσύνη", στο τι αυτή σημαίνει, πως πραγματώνεται μέσα στην καθημερινή μας ζωή, ποια είναι τα όρια και η δύναμή τους, μα και ποια η άρρηκτη σχέση της με την εξουσία κι αν μπορεί να υπερτερήσει αυτής. Απαντήσεις διόλου εύκολες και μικρές ιστορίες που συνθέτουν μια μεγαλύτερη που κρύβει μεγάλη φρίκη μέσα της, μα που ο συγγραφέας διαχειρίζεται με ανθρωπιά, ρεαλισμό και πραγματιστικές ισορροπίες, την ίδια ακριβώς στιγμή.
2,5* Θα μου άρεσε πιο πολύ ο τίτλος «Οι μνήμες του νερού» μια φράση που αναφέρεται μέσα στο βιβλίο. Βλέπω βέβαια ότι ο πρωτότυπος έχει σχέση με αυτό, το νερό δηλαδή αλλά και ότι έγινε στο βυθισμένο χωριό και όχι ξερά, στην υπόθεση 178. Γοητευτική η ιστορία του βυθισμένου χωριού που μου άρεσε ως εγχείρημα. Κατά τα άλλα διαβάζοντας και το πρώτο βιβλίο είδα ότι ο συγγραφέας έχει την μανιέρα με τους κατά συρροήν δολοφόνους, την συνεργασία του Καζαμπόνα με μια γυναίκα αστυνομικό εκτός της ομάδας του, κάποιες αναφορές για τα γεγονότα στην Ιταλία κατά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο που πραγματικά δεν τις ήξερα και θα ήθελα να μάθω περισσότερα, αλλά γίνονται εντελώς αναφορικά. Γενικά νομίζω ότι καταπιάνεται με αρκετά θέματα αλλά εντελώς επιδερμικά. Πατάει σίγουρα στην σχολή του Μεσογειακού νουάρ και βλέπω αρκετές αντιγραφές από τον αγαπημένο Καμιλέρι, δυστυχώς όμως ούτε χιούμορ έχει όπως εκείνος, ούτε τόσο γοητευτικό ήρωα. Ο Καζαμπόνα είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας, το προτιμώ από τους σούπερ ήρωες μπάτσους. Με μπέρδεψε αρκετά όσον αφορά την ιστορία της κοπέλας, όπως και με το πιστόλι και τους κάλυκες. Σίγουρα δεν θα ξανααγόραζα άλλο βιβλίο της σειράς αλλά αν έβρισκα κάποιο στην βιβλιοθήκη και δεν είχα κάτι καλύτερο να διαβάσω, θα το διάλεγα.
Συμπαθητική ιστορία με φοντο την Τοσκάνη και μνήμες από τον ΒΠΠ και τον κυνισμο με τον οποίο οι εγκληματίες πολέμου τη γλιτωσαν. Ο συγγραφεας το ρίχνει λιγο στην αμπελοφιλοσοφια και δεν του βγαίνει καλά, αλλα χωρίς να βαραίνει το βιβλίο. Οχι αριστούργημα αλλα ουτε και για πέταμα
Είναι το τρίτο βιβλίο του συγγραφέα που διαβάζω, αλλά το δεύτερο κατά σειρά με ήρωα τον Καζαμπόνα. Μικρό σε έκταση, λέει αυτό που έχει να πει χωρίς να γίνεται κουραστικό και αν και γράφει για άλλο ένα έγκλημα της ναζιστικής Γερμανίας, παραμένει ενδιαφέρον. Κρατάω μία φράση που μου άρεσε πολυ: "Οι αιώνες περνούν, αλλά την ιστορία την γράφουν πάντα άνθρωποι που σκοτώνουν ανθρώπους"
Μια αστυνομική ιστορία, όπου οι περιπέτειες του αστυνόμου Καζαμπόνα με πλαίσιο τα προσωπικά του προβλήματα, απαρτίζουν μια ρεαλιστική και ταυτόχρονα ανάλαφρη ματιά με διεισδυτικό χιούμορ στην Ιταλία του σήμερα. Ο συγγραφέας μας δείχνει πώς πραγματικά γίνεται μια αστυνομική έρευνα επειδή κι ο ίδιος στο παρελθόν ήταν δικαστικός εγκληματολόγος στην ιταλική αστυνομία. Δεν έχω διαβάσει ως τώρα τον αείμνηστο και πολύ πιο διάσημο συγγραφέα Αντρέα Καμιλλέρι με τις αστυνομικές ιστορίες του, με τον οποίο ο συγγραφέας της Υπόθεσης 178 θεωρείται σχεδόν ισάξιος. Προσωπικά μου άρεσε σαν ιστορία και σαν εξέλιξη πλοκής, όπως και οι χαρακτήρες του, τους οποίους θα ήθελα να ξαναδιαβάσω. Χωρίς να είναι ένα αριστούργημα που σε καθηλώνει, έχει ωστόσο τις αρετές ενός αναγνώσματος που ρέει ελεύθερα και αφήνει μια διακριτική ποιητικότητα, ακόμα και στις πιο σκοτεινές σελίδες του. Αυτό που με μάγεψε πάντως εξαρχής στο "γιατί αυτό κι όχι το άλλο βιβλίο", ήταν το κομψό εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ", που θα άξιζε να γίνει πίνακας. Ίσως επειδή είναι τόσο ποιητική η εικόνα προτιμήθηκε ο ουδέτερος και πιο νουάρ τίτλος Υπόθεση 178 (ένας φάκελος μιας υπόθεσης εξαιτίας του οποίου γίνονται εγκλήματα και κρύβονται μυστικά) από τον αρχικό, πιο δραματικό, Η Παναγία των Νερών. Ένα βυθισμένο χωριό σε μια τεχνητή λίμνη αναδύεται μετά από χρόνια για τεχνικούς λόγους και οι κάτοικοι βρίσκουν την ευκαιρία να ξαναδούν τα σπίτια των παππούδων τους, να αφήσουν μερικά λουλούδια στους τάφους του κοιμητηρίου. Και με το χωριό που αναδύεται, αναβιώνουν μίση, μυστικά και σκοτεινές ιστορίες από την εποχή του δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο συγγραφέας κυμαίνεται επιδέξια ωστόσο ανάμεσα στις τρυφερές αισθηματικές καταστάσεις και τα υποχθόνια μυστικά που απειλούν να τα σαρώσουν όλα. Μπορεί όταν διαβάσω τον Καμιλλέρι να μου φανεί λίγο αδέξιος ο Φούσκο. Όμως σε γενικές γραμμές μου άρεσε πολύ το σύμπαν του και οι ήρωές του και ευχαρίστως θα συνεχίσω να διαβάζω τις ιστορίες του. A crime story, where the adventures of the police officer Casabona in the setting of his personal problems, create a realistic and at the same time charming look with stinging humor in today's Italy. The author shows us how a police investigation is really managed because he himself was previously a forensic criminologist in the Italian police. I haven't read the late and much more famous author Andrea Camilleri with his detective stories yet, with whom the author of Case 178 is considered almost equal. Personally, I liked him in his story and in his plot development, as well as in his characters, which I would like to read again. Despite being a masterpiece that captivates you, it has the virtues of a reading that flows freely and leaves a discreet quality, even in its darkest pages. However, what fascinated me from the beginning in "why this and not the other" book, was the elegant cover of the Greek edition "ELLINIKA GRAMMATA", which would be worth becoming a painting. Perhaps because the image is so poetic, the neutral and more noir title Case 178 (a dossier of a case for which crimes are committed and hidden secrets are revealed) was preferred to the original, more dramatic, The Pieta of the Waters. A village submerged in an artificial lake emerges after years for technical reasons. The residents find the opportunity to revisit their grandparents' houses and leave some flowers in the graves of the cemetery. And with the village emerging, hate, secrets, and dark stories from the time of the Second World War are revived. However, the author skillfully ranges between the tender emotional states and the subterranean secrets that threaten to sweep them all away. When I read Camilleri, Fusco may seem a little tactless to me. But in general, I really liked his universe and his heroes and I will gladly continue reading his stories.
Un giallo dall'inizio alla fine. Niente ricette, niente ristoranti, niente divagazioni dalla vicenda principale per sostenere trame altrimenti troppo deboli, niente poliziotti con passatempi iperintellettuali e poco credibili. Il contesto nel quale agisce il commissario Casabona è solido e articolato (territori, casa, amicizie, amori) ma offerto con una discrezione che non soffoca la vicenda gialla. La storia non è originalissima (spesso però la ricerca dell'originalità, nel giallo, porta ad assurdità poco credibili) ma è presentata in modo garbato e con buona scrittura. Si legge con piacere per qualche ora di buono svago. Anche la lunghezza è perfetta: meno di 250 pagine. Alla faccia di Elizabeth George...
Torna Antonio Fusco con il secondo libro dedicato al commissario Casabona. Vi premetto che il primo non l'ho letto (ma conto di recuperarlo quanto prima), tuttavia non ho avuto alcun problema nel seguire la storia. Antonio Fusco ci porta sulle colline toscane di Valdenza, arroventate dal caldo estivo. Già qui mi voglio fermare per sottolineare come, con pochi semplici tratti sappia creare in pieno l'atmosfera. Da pochi dettagli percepiamo il calore dell'aria, il sole ferragostano che brucia sulla pelle, sembra quasi di sentire la polvere secca che si sposta a folate. Continuiamo e passiamo alla storia. Il commissario Casabona, richiamato precipitosamente dalle ferie, si trova ad indagare sull'omicidio di un imprenditore locale, una vera e propria esecuzione con la vittima costretta in ginocchio ad aspettare il colpo di grazia. Ma il mistero dietro a questo omicidio è ben più grande e porterà il commissario ad indagare sui crimini di un passato non così lontano, avvenuti in un luogo che non esiste più, sepolto dalle acque di una diga. Questo libro mi è piaciuto veramente molto, vi ho trovato tanti ingredienti che di solito mi piacciono e che qui sono stati usati con intelligenza: il mistero, la storia, un protagonista concreto e umano. Lungo tutto il romanzo si dipana il mistero di un omicidio e di alcuni fatti che sembrano essere collegati tra loro ma non si sa come. Vengono dati i giusti indizi per attirare il lettore ma anche i giusti tempi per non arrivare troppo in fretta alla conclusione. Ci sono le indagini, le scorciatoie, i conflitti interni alla Polizia e una buona dose di insabbiamento. A questo aggiungiamo la Storia, quella con la S maiuscola, quella che hanno vissuto i nostri nonni e che si è accanita sul nostro paese, ma che sempre più spesso viene dimenticata o peggio nascosta. E' la storia scomoda, che in molti hanno cercato, e cercano tuttora, di non rendere nota, è la storia degli eccidi e delle stragi naziste che hanno colpito la popolazione inerme subito dopo l'8 settembre del 1943. Antonio Fusco ha saputo creare un perfetto equilibrio tra l'inventato e cioè che è stato, ha saputo integrare quegli eventi al romanzo dando in più l'occasione di riflettere su quegli avvenimenti e su ciò che è accaduto dopo, come il ritrovamento dell'Armadio della Vergogna. Da amante della storia quale sono mi sono ritrovata nel mio elemento, reso ancora più accattivante dalle indagini e da quei pochi flash sulla vita privata di Casabona. Altro elemento più che riuscito è il paese fantasma, Torre Ghibellina, sepolto dalle acque di una diga che, ogni tot di anni, torna alla luce del sole per lo svaso del bacino. Ha un'atmosfera affascinante e intrigante, è un luogo fermo nel tempo, il punto in cui passato e presente si incontrano. In conclusione, lo avrete capito, questo romanzo mi è piaciuto moltissimo, è affascinante, accattivante, si legge che è un piacere grazie ad un ritmo serrato ma che comunque da tanto al lettore. Come dicevo voglio assolutamente recuperare il primo libro di Antonio Fusco e poi aspetterò con ansia una nuova indagine del commissario Casabona!
Per questo romanzo abbiamo un bel 4.5! Un giallo tutto italiano e un rompicapo costruito con maestria. Trovate la recensione completa qui: http://appuntidiunagiovanereader.blog...
Ωραίο, καλύτερο από το πρώτο (τις«Πέντε μικρές αδικίες» με πρωταγωνιστή τον επιθεωρητή Τομάζο Καζαμπόνα. Εδώ η υπόθεση είναι ενδιαφέρουσα: Γίνονται δύο φόνοι στο χωριό Τόρρε Άλτα, οι οποίοι δείχνουν ανεξήγητοι. Ανεξήγητα επίσης, η υπόθεση του πρωυ φόνου αφαιρείται από το Τμήμα Δίωξης Εγκλημάτων (που ανήκει ο επιθεωρητής Καζαμπόνα) και μεταφέρεται στο τμήμα Αντιμαφίας, όπου ένας σκοτεινός αστυνομικός, πρώην μέλος των μυστικών υπηρεσιών, ο Μορέλι αναλαμβάνει. Σύντομα η υπόθεση περιπλέκεται και σχετίζεται με μια σφαγή που πραγματοποίησαν οι ναζί στο διπλανό και θαμμένο στο νερό ενός φράγματος (σ.σ. το νερό σβήνει μνήμες) χωριό Τόρρε Γκιμπελίνα. Σκαλίζοντας, κι άλλοι σχετικοί φόνοι βγαίνουν στην επιφάνεια, στη Γαλλία το 1967 και στη Γερμανία λίγους μήνες πριν. Η Υπόθεση 178 είναι οι μαρτυρίες για την σφαγή του 1943. Ο συγγραφέας είχε παππού που εκτέλεσαν οι ναζί ως αντίποινα.
Ο Καζαμπόνα εργάζεται πυρετωδώς για την υπόθεση και εδώ ο συγγραφέας, πρώην αστυνομικός κι ο ίδιος, βγάζει μαλλον κι άλλο προσωπικό του βίωμα, όπου δείχνει ότι η γυναίκα του Καζαμπόνα δεν κατανοεί ότι πλάκωσε δουλειά και την κοπανάει απ' το σπίτι και κλείνει και το κινητό της. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση όλες τις μέρες των ερευνών. Ο Καζαμπόνα δεν θα κάτσει να σκάσει κιόλας. Και παρεμπιπτόντως κάτι πάει και κάνει στο Παρίσι, που όμως τελικά θα τον βοηθήσει και στην εξιχνίαση της υπόθεσης.
Τέλος πάντων, ο,τι έγινε έγινε κι απ' τους δυο, πράγμα που δεν ισχύει για την «Υπόθεση 178». Πάντως ο πρώην είπαμε αστυνομικός Φούσκο έχει πιάσει το νόημα: φόνοι, μυστήριο, λίγο σεξ, ελαφρά φιλοσοφία ζωής, η μαγιά της ιστορίας που κρατάει την προσοχή του αναγνώστη.
Ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται πολύ ευχάριστα και γρήγορα χωρίς να είναι βεβαίως κάτι τρομερό από άποψη πλοκής.Η ιστορία έχει ως βάση γεγονότα που συνέβησαν σε ένα μικρό ιταλικό χωριό στο τέλος του Β Παγκοσμίου πολέμου και όλα τα μυστικά φτάνουν μέχρι το σήμερα όταν παράλληλα εγκλήματα ενώνονται σε έναν κύκλο μέσα στον οποίο βρίσκεται ο επιθεωρητής Καζαμπόνα. Το βιβλίο είναι μεσογειακό,δεν έχει τη σκοτεινή ατμόσφαιρα των αστυνομικών της Σκανδιναβίας ούτε υπάρχουν σκηνές φρίκης ή αίματος.Περισσοτερο θυμίζει νουάρ και με το τέλος να έχει ενδιαφέρον χωρίς να με εκπλήξει τρομερά ή να με σοκάρει. Γενικά αρκετά καλό ως σύνολο, θέλω να διαβάσω και το πρώτο της σειράς γιατί ο επιθεωρητής μου άρεσε σαν χαρακτήρας.
Ο αστυνόμος Καζαμπόνα λύνει άλλο ένα μυστήριο σε ένα χωριό της Τοσκάνης. Τι συνδέει τους θανάτους ενός επιχειρηματία, ενός παπά με τις θηριωδίες των ναζί στον πόλεμο, με την αυτοκτονία ενός δικαστικού και με την δολοφονία ενός δημοσιογράφου στο Παρίσι ; Ο Αντόνιο Φούσκο στα καλύτερά του.
Questo libro ha molte cose in comune con il primo libro per la serie, sia per quel che riguarda i pregi che per i difetti. Esattamente come con l’altro volume, il libro è molto scorrevole, la storia inizialmente prende tantissimo, però nella parte centrale il racconto non va avanti, non succede nulla e diventa di una lentezza disarmante e ho fatto davvero fatica a leggerlo. Alla fine, poi, la storia riprende e anche il finale, esattamente come la prima parte, si divora, cercando di capire chi è il killer questa volta. Perché davvero, l’assassino è praticamente impossibile capire chi sia. O almeno io non l’avevo proprio azzeccato! Il collegamento tra assassino e caso proprio non l’avevo capito, forse anche perché era un po’ contorto.
Il personaggio di Casabona continua a piacermi molto: non è il solito classico poliziotto libresco ma è una vera e propria persona, con problemi di tutti i tipi, diviso tra un lavoro estenuante, che lo interrompe anche in piene vacanze, e una famiglia che ogni giorno che passa è sempre meno una famiglia. Il personaggio di Monique, invece, proprio non l’ho sopportato, troppo noiosa e saccente.
Lo stile è scorrevole, senza tante descrizioni, se non quelle minime necessarie, ad appesantire la lettura, motivo per cui la lettura nel complesso è scorrevole. In più questa volta non ho trovato nessuna parte forzata nel racconto e i dialoghi mi sono sembrati molto più naturali.
Nel complesso un bel romanzo, ma al quale è mancato qualcosa, molte cose, che hanno reso la parte centrale del libro molto lenta dopo un inizio scoppiettante, mentre la fine è sembrata fin troppo corta e affrettata rispetto al resto del romanzo.
Το βρήκα πιο αδύναμο από το πρώτο βιβλίο με ήρωα τον Καζαμπόνα. Καταπιάνεται με τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και τις επιπτώσεις του στους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους, με την "σαπίλα" και διαφθορά του δικαστικού τομέα. Ο ήρωας με απογοήτευσε λίγο σε αυτό το βιβλίο. Ο συγγραφέας ήθελε να "ξεφορτωθεί" την σύζυγο του Καζαμπόνα σε αυτό το βιβλίο, για να επικεντρωθεί περισσότερο στο θέμα του βουλιαγμένου χωριού, αλλά δεν μου άρεσε αυτή η απότομη και ανεξήγητη απουσία της. Και δεν μου άρεσε επίσης η ευκολία, με την οποία τελικά ο Καζαμπόνα έπεσε στην αγκαλιά της Γαλλίδας συναδέρφου του. Γενικά, όλα ήρθαν πολύ βολικά, για να "κουμπώσουν" όλες οι λεπτομέρειες και να ταιριάξουν όλες οι υποθέσεις. Μιλάμε για την εξιχνίαση ενός εγκλήματος με συμμετοχή Ιταλίας, Γαλλίας, Αμερικής, Αγγλίας κλπ. Υπάρχουν πολλά ασύνδετα στην όλη υπόθεση. Και πόσο ευτυχής συγκυρία να μάθει η δολοφόνος την αλήθεια για την καταγωγή της και τυχαία να ανακαλύψει και το όπλο του παλιού εγκλήματος και 3 κάλυκες, που θα τους χρησιμοποιήσει για τα 3 της θύματα! Και πόση τύχη για τον Καζαμπόνα να γνωρίσει τυχαία τη Γαλλίδα αστυνομικό (που είχε λύσει την άλλη μισή υπόθεση), η οποία έχει τυχαία και μια δίδυμη αδερφή που είναι δημοσιογράφος και αποκάλυψε όλη την αλήθεια! Κουράστηκα!
"La pietà dell'acqua. Una nuova indagine del commissario Casabona" di Antonio Fusco
Giunti Editore, 2015 224 pagine
Il giorno di ferragosto, sulle montagne ai confini di Valdenza, viene trovato il corpo di un anziano, ucciso con un colpo di pistola alla nuca. Una vera e propria esecuzione. Suo malgrado, Casabona è costretto a rientrare dalle ferie per occuparsi del caso, creando l’ennesima frattura con la moglie Francesca. Accanto al luogo del delitto, c'è il piccolo paesino di Torre Alta, che ha preso il posto del vecchio borgo di Torre Ghibellina, sommerso da un grande lago artificiale, risultato di una diga costruita nel dopoguerra. Proprio in quei giorni il lago è svuotato per una manutenzione straordinaria e la zona brulica di gente accorsa per vedere il paese sommerso. Casabona inizia a indagare, ma dopo qualche ora il caso gli viene inspiegabilmente tolto dalla DIA. Non prima però che il commissario sia venuto in contatto con un’affascinante giornalista, in realtà un'agente della polizia francese che sta indagando su un cold case: l'omicidio di un ex inviato di guerra americano, avvenuto a Parigi nel 1967. Ben presto entrambi si renderanno conto che i due delitti sono in qualche modo legati e lasciano solo intravedere un oscuro mistero che l'acqua del lago ha pietosamente custodito per anni...
⭐⭐⭐⭐⭐
Eccomi alla seconda indagine del Commissario Casabona, questa volta intrecciata ad un cold case. Una bel racconto, che mi ha incuriosito, che si snoda tra futuro e passato... con tante storie del passato che, ahimè, non conoscevo, come l'Armadio della Vergogna, rinvenuto nel 1994 in un locale di palazzo Cesi, sede di vari organi giudiziari militari, nel quale erano contenuti 695 fascicoli d'inchiesta e un Registro generale riportante 2274 notizie di reato, relative a crimini di guerra commessi sul territorio italiano durante l'occupazione nazifascista... tanta omertà tanta vergogna!! 😡
Dal libro: «Glielo avevo detto commissario: la memoria è una condanna e la verità spesso non s’incontra con la giustizia, nonostante la cerchi disperatamente. Allora bisogna darle una mano, affinché i morti trovino la pace.»
Oppure l'affascinante storia del paese fantasma, un paese perso nelle profondità di un lago artificiale, nato dopo la costruzione, nel dopoguerra, di una grande diga idroelettrica. Così il villaggio prima fu abbandonato dai suoi abitanti e dopo gradualmente sommerso. L'unica possibilità per rivedere il paesino è quando l’invaso viene svuotato, ma dall’ultima volta è passato tanto tempo 🙄
La lettura scorre veloce tra un salto da Firenze a Parigi o passando per la casa al mare del Commissario Casabona, che si affaccia sul meraviglioso golfo di Follonica 🤩 Lo consiglio perché è un romanzo "vero", con i personaggi bel delineati e tanti temi sempre attuali, come i complotti nella politica, corruzione, insabbiamenti... sofferenza, odio... ma anche temi più leggeri come il parlare di musica e di libri... o parlare d'amore 😊 ❣️
Dal libro «Pentimento, rimorso e perché? È stata la più bella storia d’amore della mia vita e mi piace ricordarla così. Perché dovrei rinnegarla? Perché non è durata per sempre? Nulla è per sempre. In amore non è il tempo, ma l’intensità e il coinvolgimento che contano. Un attimo può essere un’eternità e una notte può valere quanto un’intera vita. La passione non si misura con il calendario alla mano. È per questo che le persone innamorate sembrano sempre giovani.»♥️
"Quando la verità riesce a diffondersi ha lo stesso effetto di una lampadina accesa all’improvviso, tutti gli scarafaggi nella stanza corrono a nascondersi e anche il peggiore dei mostri resta solo e perde gran parte della sua forza."
Di solito i romanzi seriali hanno vita propria. In ogni storia il protagonista si ritrova a vivere una nuova avventura, ricordando gli eventi del romanzo precedente in modo sommario e lanciandosi a capofitto in una nuova missione.
Questo è il caso anche di questo secondo romanzo, che vede protagonista il commissario Casabona. Il primo romanzo mi era piaciuto, ma questo è di un livello nettamente superiore. Ho l’impressione che Fusco sia uno scrittore diesel, uno che matura man mano che il motore si riscalda. Siamo a Ferragosto, e il commissario Casabona è costretto a tornare in tutta fretta al lavoro, perché sulle colline toscane ai confini di Valdenza viene trovato il corpo di un uomo, ucciso con una revolverata alla nuca, sotto “il castagno dell’impiccato”.
Non un semplice omicidio, ma una morte che ha il sapore dell’esecuzione. Casabona si ritroverà ad indagare, a partire dal primo delitto, una serie di morti disseminati in Europa, che riconducono tutti a un caso occultato e sepolto, inerente la Seconda Guerra Mondiale. E mentre la verità dell’evento si rivela agli occhi del lettore, quest’ultimo è costretto a interrogarsi sul concetto di verità e giustizia. Non sempre le due vanno di pari passo, ahimè, anche se così dovrebbe essere.
"Dovere, verità, giustizia, non si stavano più muovendo nella stessa direzione. […] Facendo questo mestiere ho imparato negli anni che a volte la verità è solo un inganno del potere."
Casabona è un protagonista lucido, disincantato. Conosce bene il mestiere che ha scelto di fare, il ruolo che ha deciso di ricoprire. Sa che quando si indaga sugli esseri umani per altri esseri umani, la legge non è proprio uguale per tutti: chi conta di più, chi paga di più, seppellisce la verità e fa valere la giustizia.
Una seconda indagine che mi ha appassionata molto, e che ho letto con voracità, fino all’epilogo in cui, per una volta, verità e giustizia si ritrovano in equilibrio sulla bilancia del potere. La prosa asciutta dell’autore, unita all’ambientazione toscana — che mi riporta a luoghi che ho vissuto e apprezzato moltissimo — fa sì che i romanzi di Antonio Fusco siano originali e interessanti.
Le vicende personali del commissario, che denotano il suo conflitto interno come protagonista, ci restituiscono un personaggio reale al 100%, pieno di fragilità e difficoltà, in perenne equilibrio tra il dovere che la professione gli impone e la fedeltà del dovere coniugale a cui è chiamato in quanto marito.
Una lettura da non perdere, che consiglio a chi ama i gialli italiani. Un protagonista seriale reale fino al midollo, disincantato e assolutamente lucido nel suo mestiere, quanto confusionario e in perenne conflitto nella sua vita personale.
Ci sono ricascata, ho deciso di tuffarmi in un’altra avventura del commissario Casabona… e anche questa volta non ne sono rimasta delusa!
Ferragosto, caldo torrido, colline toscane. Casabona non riesce nemmeno ad iniziare a godersi le sue vacanze, che deve fare ritorno a Valdenza…anzi per la precisione a Torre Alta, da cui durante lo svuotamento della diga emerge il borgo fantasma di Torre Ghibellina.
È proprio qui che viene scoperto il corpo di Quirino Spagnesi, un uomo ucciso con una revolverata alla nuca, sotto quello che in paese tutti chiamano “il castagno dell’impiccato”. L’omicidio non ha però l’aspetto di un caso qualunque, anzi si avvicina di più ad una vera e propria esecuzione. Il commissario questa volta non ha nemmeno il tempo di iniziare le indagini (dopo essere tornato in fretta e furia dalle ferie e dopo la litigata con la moglie Francesca), che queste vengono prese in carico dalla direzione antimafia: chi sarà il mandante? ci sarà il coinvolgimento della ‘ndrangheta?
Il mistero si infittisce e Casabona non si dà per vinto. Ad accompagnare questo clima di mistero e tensione si aggiunge poi lo svuotamento del lago per la manutenzione, da dove il vecchio paese ritorna alla luce. Numerosi sono gli abitanti e i turisti che arrivano per rivedere le case dei parenti, riguardare i luoghi di cui hanno sentito parlare o visitare un paese che riemerge dal passato. È proprio tra questi volti che il commissario incontra la bella Monique, giornalista francese che in realtà indaga su un misterioso dossier, il Case 178. Cosa nasconde questo documento, che per così tanti anni è stato tenuto segreto, anche a costo della vita? Quanti misteri e segreti sono stati celati?
“La pietà dell’acqua” è un romanzo che vuole far scoprire la verità. Quella verità che spesso in passato è stata volutamente taciuta, e dietro cui si nasconde tanta atrocità. La storia è un chiaro invito a non dimenticare mai e a non nascondersi dietro alla paura e a delle false verità. Antonio Fusco riesce a coinvolgere il lettore sin dalle prime pagine, con le descrizioni dei luoghi e dei personaggi, un’intrigante evolversi della trama, e una totale ricostruzione delle indagini e di Casabona, che in questo libro viene presentato anche dal punto di vista umano. Casabona cerca di trovare il giusto compromesso tra vita lavorativa e vita personale, anche se raggiungere ciò gli sembra molto difficile.
Un romanzo vero, fatto di sentimenti ed emozioni, un susseguirsi di sensi di colpa, di desideri di vendetta, di ricerca della verità, dove l’autore si destreggia con grande maestria. Un romanzo che si legge tutto d'un fiato, un romanzo che nasconde colpi di scena, un romanzo che fa riflettere su ciò che è stato commesso e su ciò che non è stato fatto, un romanzo che parla di verità e di giustizia.
“Questo libro è dedicato a tutte quelle persone che hanno fatto della ricerca della verità la loro ragione di vita”.
Ο προϊστάμενος του τμήματος Ανθρωποκτονιών, Τομάζο Καζαμπόνα, αναγκάζεται να εγκαταλείψει τις διακοπές του, όταν ανακαλύπτεται το πτώμα ενός 75χρονου. Το θύμα ονομαζόταν Κουιρίνο Σπανιέζι, ο επονομαζόμενος «Αγροίκος», λόγω των άξεστων τρόπων του και βρέθηκε δολοφονημένος με μια σφαίρα στο κεφάλι.
Ο Καζαμπόνα σπεύδει στον τόπο του εγκλήματος, δεν προλαβαίνει όμως να ξεκινήσει τις έρευνες και την υπόθεση αναλαμβάνει η Διεύθυνση Ερευνών κατά της Μαφίας. Και ενώ είναι έτοιμος να εγκαταλείψει το μέρος, ο δρόμος του θα διασταυρωθεί με αυτόν της Μονίκ Μπερνάρ, μιας γοητευτικής και αδάμαστης δημοσιογράφου, η οποία είχε βρεθεί στην Ιταλία για να παρακολουθήσει την εκκένωση του φράγματος, που κατασκευάστηκε μετά τον πόλεμο και την ανάδυση, μέσα από τα νερά της λίμνης, του παλιού χωριού – φαντάσματος Τόρε Γκιμπελίνα.
Η Μονίκ επίσης ερευνά έναν φάκελο με μυστηριώδη έγγραφα για την Σφαγή του 1944, όπου μια επταμελής οικογένεια ξεκληρίστηκε από τα Ες Ες. Ο φάκελος της έρευνας ονομάστηκε «Υπόθεση 178» και περιλάμβανε όλα τα έγγραφα μιας από τις πολλές έρευνες που διενήργησε το Γραφείο Ψυχολογικού Πολέμου, ενός οργανισμού της συμμαχικής στρατιωτικής κυβέρνησης που έδρασε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο φάκελος αυτός, περνούσε από χέρι σε χέρι σαν θανατική καταδίκη, φέρνοντας μαζί του και μια σειρά από ανεξήγητους φόνους.
❓Ποια μυστικά κρύβουν τόσα χρόνια τα ταραγμένα νερά της λίμνης; ❓Ποιο είναι το αντίτιμο της αλήθειας; ❓Πώς σχετίζεται η δολοφονία του 75χρονου με μια σειρά δολοφονιών που γίνονται σε ολόκληρη την Ευρώπη; ❓Θα καταφέρει ο Καζαμπόνα να δώσει απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα και να διαλευκάνει την υπόθεση;
Η «Υπόθεση 178» είναι το δεύτερο βιβλίο της σειράς με πρωταγωνιστή τον Καζαμπόνα, μετά το «Πέντε μικρές αδικίες». Πρόκειται για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που σου κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον με τις απρόσμενες εξελίξεις και ανατροπές. Έχει μυστήριο, σασπένς και γρήγορο ρυθμό. Είναι μικρό σε όγκο, ευκολοδιάβαστο, με απλή γραφή, λακωνικό - κοφτό λόγο και η πλοκή αν και είναι σφιχτοδεμένη, είναι πολύ λιτή. Θα ήθελα κάτι παραπάνω. 7 / 10
✒️«Τίποτα δεν είναι για πάντα. Στον έρωτα δεν μετράει ο χρόνος, μόνο η ένταση και η δέσμευση. Μια στιγμή μπορεί να είναι μια αιωνιότητα και μια νύχτα μπορεί να αξίζει όσο μια ολόκληρη ζωή. Το πάθος δεν μετριέται με το ημερολόγιο στο χέρι, γι’αυτό οι ερωτευμένοι δείχνουν πάντα νέοι.» (σελίδα 124)
«La pietà dell'acqua è una storia complessa, avvincente e scorrevole sorretta da un profilo storico che si arricchisce di salti temporali e nuovi personaggi in grado di dare quella spinta in più ad una narrazione già di per sè schietta e concreta. È un romanzo che grida vendetta a pieni polmoni, che si costruisce vigoroso e potente al ritmo di una giustizia che non sta mai dalla parte del più debole, ma sopravvive a stento nelle mani di chi pone sempre il proprio interesse davanti ad ogni cosa, anche alla morte di un innocente. È un groviglio di silenzi e colpe celate che Tommaso Casabona sarà chiamato a districare, nodo dopo nodo, senza mai dimenticare la sua vita privata ed una condizione in solitaria che, in fondo, non sembra andargli così stretta. È un uomo - non solo commissario - quello che impariamo a conoscere e ad intravedere tra le pagine di La pietà dell'acqua che Antonio Fusco ci racconta in tutta la sua autenticità ed apprezzabile schiettezza. Non esistono filtri tra noi e il commissario Casabona. È lui, Tommaso, quello che vediamo con i nostri stessi occhi, accompagnato dalle sue mancanze e dalle sue fragilità. Un uomo che non ama fermarsi, che non si accontenta, che sa affrontare ogni cambiamento e continuerà a farlo con quel pizzico di sana follia. »
Il Commissario Casabona si sta preparando per le vacanze con la moglie Francesca, quando viene richiamato al dovere per risolvere un omicidio in un paesino toscano. L'omicidio sembra essere legato ad una vicenda del passato, relativa al rastrellamento di un'intera famiglia durante l'epoca fascista. Sembra anche che l'omicidio sia destinato a non essere l'unico. Casabona, che per un primo momento si vede soffiare il caso dai colleghi della Dia, dovrà invece rimboccarsi le maniche insieme alla sua squadra per fare luce su questo mistero. Thriller di facile e scorrevole lettura, il cui autore conosce bene la fase delle indagini preliminari, essendo membro della Polizia Giudiziaria oltre che scrittore. Scritto in modo molto semplice, con un intreccio non particolarmente astruso ma godibile. Peraltro è ispirato ad un fatto storico realmente accaduto. Forse avrei sviluppato un po' di più l'intreccio, si conclude troppo sbrigativamente.
Libro divorato letteralmente in un giorno. Devo dire che è stato piuttosto scorrevole ma allo stesso tempo poco “Carrisi” ovvero incuriosiva poco, tutto scorreva in una maniera abbastanza piatta…non c’era quell’ansia che ti viene quando stai per scoprire chi è stato…lo considero per cui, nonostante faccia parte della categoria noir un libro comunque leggero e poco impegnativo. Detto questo, nonostante tutto mi è piaciuto abbastanza, motivo per cui mi sento di recensirlo con 4 stelle.
Fusco non si smentisce mail, il personaggio di Casabona é capace di coinvolgere il lettore sino alla fine; é complicato staccarsene. In questo libro si inserisce l'antimafia..un personaggio femminile nuovo e francese e tutto si trasforma, quindi se all'inizio si parte con un idea, Casabona ti porta su un altra strada. Avvincente...forse leggermente più lento rispetto agli altri libri di Fusco
È un ferragosto rovente e sulle colline toscane ai confini di Valdenza viene trovato il corpo di un uomo, ucciso con una revolverata alla nuca, sotto quello che in paese tutti chiamano “il castagno dell’impiccato”. Non un omicidio qualunque, ma una vera e propria esecuzione. Per il commissario Casabona, costretto a rientrare precipitosamente dalle ferie, questa indagine si trasforma in una disperata ricerca della verità, una verità taciuta da troppo tempo e che merita di essere conosciuta e di ottenere giustizia. Una vicenda che affonda le sue radici in un periodo buio e doloroso della storia italiana, rievocando le stragi naziste compiute in Italia dopo l'8 settembre. Un romanzo realistico, con una trama ben congegnata che si dipana tra presente e passato, un intreccio tra giallo e storia, in cui le riflessioni filosofiche del protagonista si inseriscono senza appesantire, donando anzi spessore. Uno stile semplice, lineare, senza fronzoli e personaggi ben caratterizzati con le loro virtù e le loro debolezze. Un viaggio nella memoria di un’intera nazione che non ha mai del tutto fatto i conti col proprio passato e che si è dimostrata, talvolta, poco propensa a seguire la via della giustizia quando questa è risultata troppo scomoda.
Il mitico Commissario Casabona colpisce ancora, e stavolta con una storia ancor più avvincente di quella narrata nel primo libro. Un'avventura quasi alla Dan Brown, ma la scrittura di Fusco è a una spanna sopra! Fantastico!