Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων στη δύση της ζωής τους αποφασίζουν να κρυοσυντηρήσουν μετά θάνατον τα κορμιά τους με την ελπίδα να καταφέρουν κάποτε να επανέλθουν στη ζωή. Προς την επίτευξη του σκοπού τους αυτού μπαίνουν σε έναν αγώνα εξαντλητικής οικονομίας, στερούμενοι ακόμη και τα στοιχειώδη, ώστε να προλάβουν να συγκεντρώσουν το απαιτούμενο ποσό για την κρυοσυντήρησή τους. Όλη τους η ζωή αρχίζει να περιστρέφεται γύρω από τον τρόπο που θα κατακτήσουν την επόμενη. Όλη τους η ενέργεια, η σκέψη, η ίδια τους η σχέση αναλώνονται σε αυτό το πλάνο. Παράλληλα, ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι, που πέθανε από μια σπάνια ασθένεια και κρυοσυντηρήθηκε για χρόνια, ξυπνάει μέσα σε ένα δαιδαλώδες κτίριο όπου διάφοροι άντρες, μιλώντας μια παράξενη γλώσσα, της απευθύνουν παράξενα ερωτήματα. Το κορίτσι, εγκλωβισμένο, προσπαθεί να καταλάβει πού βρίσκεται. Πότε πεθαίνει ένας άνθρωπος; Ως τι εξακολουθεί να ζει αν χάσει τη μνήμη και την προσωπικότητά του; Κατά πόσο η γλώσσα ενυπάρχει σε όλα και κατά πόσο εμείς μέσα της; Πώς βρίσκει κανείς τη θέση του σε έναν κόσμο που συνεχώς ρέει; Υπάρχει άραγε κάποιο φωτεινό σημάδι στον ουρανό που να οδηγεί τα βήματά μας;
«Καλησπέρα σας. Υπάρχει ένα περιστατικό».
- Μάριον: Πιστεύω εγώ πως ο άνθρωπος είναι κακός. Πως μαθαίνει, του μαθαίνουν, πώς να είναι καλός. Πιστεύω εγώ ότι αυτό είναι σπουδαίο κατόρθωμά του.
Γεννήθηκε στην Καβάλα το 1975. Σπούδασε Νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Επικοινωνία στο London Guildhall University. Τα τελευταία χρόνια ζει στην Ξάνθη, όπου εργάζεται ως συμβολαιογράφος. Το Ελενίτ είναι το πρώτο της βιβλίο.
«Κοιμάσαι;» «Σκέφτομαι. Τι είναι η πραγματικότητα; Ένας καθρέφτης. Ένας καθρέφτης που, αν θρυμματιστεί, προβάλει από πίσω του αυτό το άγνωστο σκοτεινό που με τίποτα δεν» «Συνηθίζεις πολύ να σκέφτεσαι τελευταία» «….» «Και είναι που κανενός τα μάτια δε μπορούν να διαπεράσουν τούτον τον καθρέφτη και που κανείς ή σχεδόν κανείς δεν τολμά να τον σπάσει». «Κάποιοι όμως» «κι είναι που απέναντι του ζει ο καθένας μας όμηρος μέσα στο συρματόπλεγμα του εγώ του, το μοναδικό πραγματάκι που, μα την αλήθεια του ανήκει, υπερασπιζόμενος μέχρι τελικής πτώσης τη ζωτική αυτή μικροσκοπική περιοχή του με απαράμιλλη βία, με αίμα, με κραυγές αναζητώντας αδιάκοπα αφορμές πολέμου απέναντι σε οποιονδήποτε, σε οτιδήποτε αισθάνεται πως απειλεί έστω και στο ελάχιστο την ακεραιότητα του ελάχιστου αυτού τόπου». «….» «Είναι κυρίως που όλες αυτές οι φρικιαστικές σκηνές καταγράφονται ανεξίτηλα στα μάτια μας και κάθε φορά που τα ανοίγουμε, ο καθρέφτης μας τις επιστρέφει ολοζώντανες». «Τι εφιάλτες έβλεπες πάλι;»
Προσπαθούσα να σκεφτώ εδώ και ώρα πώς να σας παρουσιάσω το συγκεκριμένο βιβλίο και δεν έβρισκα τα κατάλληλα λόγια για να περιγράψουν την «αναγνωστική ευτυχία» που σου προκαλεί εξού και διάλεξα για τον πρόλογο ένα αγαπημένο μου απόσπασμα. Νιώθω σαν να παίζω τάβλι και στην κρίσιμη ζαριά να έφερα 6άρες. Με την πρώτη ρε φίλε θα κάνω μια πολύ τολμηρή πρόβλεψη που θα χαρώ να διαψευστεί ότι ο μεγάλος σκύλος θα παραμείνει το λιγότερο στα 3 καλύτερα βιβλία που θα έχω διαβάσει το 2021. Για μένα ήταν ένα σοκαριστικά φανταστικό βιβλίο. Από τα πιο ευφάνταστα και καλογραμμένα που έχω διαβάσει τελευταία και που αλήθεια τώρα αν μου έδινες το κείμενο χωρίς ν’ αναγράφεται το όνομα του συγγραφέα του θα στοιχημάτιζα ότι έχω και δεν έχω ότι πρόκειται για ξένο συγγραφέα με πολλά χρόνια συγγραφικής εμπειρίας στην πλάτη του. Γνωρίζοντας ότι πρόκειται για νέα Ελληνίδα συγγραφέα δε μπορείς να φουσκώνεις από χαρά και περηφάνεια που υπάρχουν ακόμα εκεί έξω τέτοιες πένες και ευτυχώς για μας τους δίνετε βήμα για να γράψουν την δική τους υψηλού επιπέδου συγγραφική ιστορία. Πιο ειδικά λοιπόν, ο μεγάλος σκύλος κινείται ανάμεσα σε δύο ιστορίες. Στη μία από αυτή ένα ηλικιωμένο ζευγάρι κάνει οικονομία με σκοπό να προβεί στη διαδικασία της κρυοσυντήρησης με την λογική ότι θα μπορέσουν κάποια στιγμή έστω και μετα θάνατο να ξανασυναντηθούν. Στην αντίπερα όχθη βλέπουμε ένα 15χρονο κορίτσι που είναι ήδη νεκρό, ξυπνάει μετά από κρυοσυντήρηση και βρίσκει τον εαυτό της σε ένα αλλόκοτο κτίριο ανάμεσα σε περιέργους ανθρώπους. Η συγγραφέας χωρίς να καταφεύγει σε επιστημονικούς όρους που θα κούραζαν τον αναγνώστη, χρησιμοποιεί το πρωτότυπο θέμα της κρυοσυντήρησης για να θέσει βασανιστικά καίρια ερωτήματα που προσωπικά με απασχολούν πολύ και ενδεχομένως να έπαιξε και αυτό το ρόλο του στην αγάπη που ανέπτυξα για το βιβλίο σχετικά με την ύπαρξη, την μεταθανάτια ζωή, την μνήμη, την ταυτότητα του κάθε ανθρώπου. «Βάζεις ένα στόχο, τον πετυχαίνεις ή όχι, δεν είσαι τώρα πια εσύ αυτός που τον έβαλε , που κάποτε τον επιθύμησε. Δεν είμαστε παρά δοχεία γεμάτα από επιτεύξεις πρώην στόχων των πρώην εαυτών μας».
Ένα βιβλίο που κατά κύριο λόγο σου μιλάει για το θάνατο και τη μεταθανάτια ζωή αλλά που κατά την άποψη μου είναι το ίδιο ένας ύμνος για τη ζωή, ένα εξαιρετικό ψυχογράφημα για τον φόβο που έχουμε όλοι απέναντι στο θάνατο. Σε μια περίοδο που η πανδημία εξακολουθεί να βρίσκεται στις ζωές μας και ο φόβος του θανάτου άρχισε να ξεφεύγει από τον έλεγχο μας η συγγραφέας μέσα από το αυτό το φουτουριστικό- αλληγορικό κείμενο δίνει χρώμα στη ζωή και αναρωτιέται τελικά τι πρέπει να κάνουμε με αυτή όσο είμαστε ακόμα ζωντανοί και θέτει τη μνήμη ως το νο1 όπλο που θα κανει το σκοτάδι πάλι φως. Ειλικρινά δεν έχω νιώσει τελευταία μεγαλύτερη οικειότητα με άλλο βιβλίο από αυτό.
Από πού ξεκινάς και που τελειώνεις; Ποιο το σημείο εκκίνησης και ποιο το τέρμα σου; «Καθόλου δε με αφορά το σημείο της εκκίνησης μου σε αυτή τη φάση, αγαπημένε μου». «Εκτός αν τελικά ταυτίζεσαι με το σημείο του τερματισμού σου!! Αν ισχύει αυτό που λένε ότι ο άνθρωπος ολοκληρώνει τον κύκλο του. Πάντως αν πράγματι υπάρχει ένας προορισμός, δε θα πρέπει να υπάρχει και ένα σημείο εκκίνησης; Λέμε, πάω από το σημείο Α στο σημείο Β. Φεύγω από το σπίτι μου και πάω στη δουλειά». «Εσύ προχθές δεν έλεγες ότι σε καταπίνει στο μεταξύ ο δρόμος; Ότι τελοσπάντων προχωρώντας συνεχώς αλλάζεις, ότι από σημείο σε σημείο δεν είσαι ο ίδιος άνθρωπος, ότι από λεπτό σε λεπτό αλλάζεις, θες δε θες αλλάζεις, σε καταπίνει ο χρόνος».
Αυτό το βιβλίο το ανακάλυψα εδώ μέσα (να 'σται καλά!!<3) και με το που διάβασα την υπόθεση είπα αυτό είναι για μένα!
Παρακολουθούμε το βιβλίο σε δύο κατευθύνσεις: Στην μία έχουμε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων του σήμερα, τους Τζόουνς, που αποφασίζουν να κρυοσυντηρήσουν τα σώματά τους αφού πεθάνουν με την ελπίδα να τους επαναφέρουν στο μέλλον για μια νέα ζωή. Για να το πετύχουν αυτό μπαίνουν σε ένα πρόγραμμα σκληρής εξοικονόμησης, στερούμενοι πράγματα από τη ζωή που τους έχει απομείνει για να εξασφαλίσουν την επόμενη. Και στην άλλη έχουμε αυτό το μέλλον, πολλά χρόνια μετά το παρόν μας, η δεκαπεντάχρονη Μάριον που είχε πεθάνει από μια σπάνια ασθένεια και κρυοσυντηρήθηκε, ξυπνάει στη Νέα Εποχή, σε ένα πολυώροφο Κτήριο όπου διάφοροι άντρες τις απευθύνουν περίεργες ερωτήσεις μιλώντας παράξενα.
Τι συμβαίνει μετά τον θάνατο; Υπάρχει μεταζωή; Κι αν υπάρχει πόσα αξίζει να θυσιάσεις για να φτάσεις εκεί; Η κυρία Τζόουνς με εμμονική ευλάβεια εξοικονομεί από παντού ώστε αυτή και ο αγαπημένος της σύζυγος να κερδίσουν μια ακόμη ζωή. Υπολογίζει και μετράει, μειώνει τα έξοδα, όλα τα περιττά να ελαττωθούν. Μέσα από την ζωή των Τζόουνς η Βίκυ Τσελεπίδου μιλάει για τον θάνατο. Τις ευτυχισμένες στιγμές, οι αξέχαστες διακοπές, η αγαπημένη συλλογή από μπομπονιέρες ή οι θεατρικές παραστάσεις, πράγματα τα οποία σιγά σιγά μετατράπηκαν σε χρήματα για την εταιρία κρυογονικής. Η πάντα οργανωτική κυρία Τζόουνς και ο κύριος Τζόουνς που πάντα την ακολουθεί συζητούν και αμφιβάλουν για το πόσο αξίζει αυτή η δεύτερη ευκαιρία. Ποιος τους εγγυάται ότι θα ξυπνήσουν; Κι αν δεν υπάρχει τίποτε μετά τον θάνατο, κι αν σπαταλάνε άσκοπα την μία ζωή που έχουνε; Και γιατί η δεύτερη να είναι καλύτερη από την πρώτη; Και το κυριότερο, αφού (αν) ξυπνήσουν, θα θυμούνται ο ένας τον άλλο;
«Κι έστω ότι το κάνουμε. Θα είμαστε, λες, εμείς τότε αυτοί; Ποια η σχέση των αποψυγμένων μας εαυτών με αυτό που είμαστε σήμερα; Είμαστε άραγε εμείς αυτοί που ήμασταν κάποτε, αυτοί που ήμασταν χθες, πριν από ένα λεπτό; Δεν ρέουμε κι εμείς παρέα με τον χρόνο; Δεν μας παίρνει μαζί του, δεν ρέει εντός μας γλείφοντας συνεχώς τις κοίτες μας, αλλάζοντάς μας συνεχώς το σχήμα;» αναρωτιέται ο κύριος Τζόουνς. Ο κύριος Μπλουμ στην προσπάθεια του να εισάγει την φρεσκοξυπνημένη Μάριον στη Νέα Εποχή (που ώρες ώρες θυμίζει πιο πολύ δυστοπία παρά ουτοπία) της λέει «Χωρίς περιστροφές και περιττές επεξηγήσεις, θάνατος σύμφωνα με τον εδώ ορισμό είναι η απώλεια μνήμης και κάθε ίχνους προσωπικότητας, η καταστροφή εντέλει συγκεκριμένων κέντρων στον εγκέφαλο.»
Η Μάριον δεν ξέρει τι υπάρχει έξω από το Κτήριο, ξέρει μόνο όσα τις λένε αυτοί οι άντρες, οι οποίοι περισσότερο ρωτούν παρά απαντούν. Και η Μάριον προσπαθεί να καταλάβει πού βρίσκεται, τον περίεργο τρόπο ομιλίας τους, αν έχει ξυπνήσει στ’ αλήθεια. Κι αν έχει όντως ξυπνήσει είναι ζωντανή; Ποια είναι τώρα; Ή μάλλον εδώ γιατί «Το εδώ της Νέας Εποχής αντιστοιχεί στο τώρα της Παλαιάς Εποχής».
Τι είναι η πραγματικότητα; Πότε πεθαίνει ο άνθρωπος; Τι είναι ένας άνθρωπος χωρίς μνήμη και προσωπικότητα; Πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το ποιοι είμαστε όταν ζούμε σε έναν κόσμο που συνεχώς ρέει; Κατά πόσο η ύπαρξη μας ορίζεται από τις λέξεις και την γλώσσα; Τι είναι αυτό που μας κρατάει ζωντανούς; Μήπως είναι οι άλλοι άνθρωποι; Η αγάπη που νιώθουμε γι’ αυτούς και που νιώθουνε για μας, η στοργή, η συντροφικότητα.
Μου άρεσε πολύ η γραφή, το ύφος και ο τρόπος που επιλέγει να πει (και ρωτήσει) αυτά που θέλει. Όλα τα καθημερινά και πεζά ή μη της ζωής των Τζόουνς και ο τρόπος που αποκρίνονταν η Μάριον στους περίεργους ανακριτές/εξεταστές της. Παίζει με τον χώρο και τον χρόνο, μερικές φορές έμοιαζε τόσο μικρό, τόσο στενό, κλειστοφοβικό και άλλες τόσο απέραντο. Ήταν φανταστικό! Είναι ένα βιβλίο που με ενθουσίασε από την αρχή και για κάθε επόμενη σελίδα μέχρι το τέλος. Με μερικές πολύ έντονες στιγμές με περιγραφές που σε αιχμαλώτιζαν χωρίς όμως να φαίνεται ότι προσπαθεί. Είχε πραγματικά κάτι πολύ δυνατό χωρίς όμως να φωνάζει, μέσα σε μια υπέροχη απλ��τητα που σε άφηνε να σκέφτεσαι.
Όσο αναφορά τον τίτλο υπάρχει μια σχετική παράγραφός στο τέλος του βιβλίου και είναι ότι καλύτερο μπορούσα να ζητήσω σε επίλογο. Η συγγραφέας βρήκε αυτές τις δύο λέξεις που καταφέρνουν και εσωκλείουν μέσα τους όλο το νόημα του βιβλίου. Μακάρι να είχαν όλα τα βιβλία έναν τόσο ιδανικό τίτλο!
Ήταν πάρα πάρα πολύ ωραίο, ήταν αυτό ακριβώς που ήθελα να είναι. Σημείωσα πάρα πολλά αποσπάσματα, αφήνω ένα από αυτά για κλείσιμο:
Να βρω τη θέση μου, αυτό ήταν που ήθελα να σκεφτώ, το σημείο της στάθμευσής μου· δεν με απασχολεί καθόλου το σημείο εκκίνησης μου ή το σημείο του προορισμού μου (δεν έχω ανάγκη το πιο φωτεινό σημάδι του ουρανού για οδηγό), θέλω μόνο τώρα να εξετάσω το σημείο ακριβώς όπου εφάπτομαι με τον κόσμο (τον αέρα, το φως, το σκοτάδι), να ψάξω να δω αποκάτω μου μήπως αρχίζω και βγάζω ρίζες, να κυκλώσω το στίγμα μου, να το ποτίσω, να αποφασίσω αν θα πάω από το σημείο Α στο σημείο Β της διαμέτρου μου. Να κάτσω να μετρήσω όλα τα σημεία που δίνουν σχήμα στα πράγματα, σε μένα. Δεν αντέχω άλλη ρευστότητα, άλλη συμπαντική αμορφία. Πρέπει οπωσδήποτε να βρω τα σημεία που ορίζουν- Υπάρχει μήπως κάποιο κενό στο συλλογισμό μου; Λέω κάτι λάθος; Υπάρχει κάτι που (ρέοντας) μου διαφεύγει;
P.S. Και το μίνιμαλ εξώφυλλο εκπληκτικουπέροχο! Εξωφυλλάρα!!
Και έρχεται η Βίκυ η Τσελεπίδου λίγες μέρες πριν φύγει το 2020 και σου αλλάζει όλη τη λίστα με τα αγαπημένα σου βιβλία. Από το 2014 και το Ελενίτ μέχρι το 2018 και το Φιλελλήνων ακολουθεί μια σταθερή και ανοδική πορεία. Ο μεγάλος σκύλος (τον Νοέμβρη κυκλοφόρησε, φρέσκο πράγμα), ο οποίος είναι ένα σκαλί πιο πάνω από τα υπόλοιπα βιβλία, επιβεβαιώνει αυτή την ανοδική πορεία.
Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι αποφασίζει να στραφεί στην κρυοσυντήρηση ελπίζοντας ότι κάποτε θα επανέλθει στη ζωή. Κάθε στιγμή της καθημερινότητάς τους "κοιτάει' αυτό το μέλλον. Ένα 15χρονο κορίτσι, που πέθανε από μια σπάνια ασθένεια και κρυοσυντηρήθηκε για πολλά χρόνια, ξυπνάει σε ένα πολυώροφο κτίριο γεμάτο γραφεία και θαλάμους. Διάφοροι άντρες τη ρωτάνε περίεργες ερωτήσεις.
Η Τσελεπίδου, μέσα σε σχεδόν 350 σελίδες και 61 κεφάλαια, αναρωτιέται ποτέ πεθαίνει ο άνθρωπος και πώς ζει αν χάσει τη μνήμη και την προσωπικότητα του. Γιατί οι άνθρωποι αναζητούν τη μεταθανάτια ζωή και τι κάνουν με τη ζωή που έχουν στα χέρια τους; Σε ποιο βαθμό η γλώσσα υπάρχει μέσα σε όλα και εμείς μέσα σε αυτή;
Ένα υπέροχο βιβλίο που κινείται ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη δυστοπία, με την Τσελεπίδου να παίζει με τη γλώσσα και να αλλάζει ύφος σε κάθε κεφάλαιο ανάλογα με τους χαρακτήρες. Και έχει ένα μινιμαλιστικό εξώφυλλο που κάποια από το χωριό το λάτρεψε. Ναι, μπορώ να πω ότι η -βραβευμένη- Βίκυ Τσελεπίδου μαζί (αλλά κυρίως, με διακριτή πορεία) με τον Κώστα Καβανόζη, τον σύζυγό της, είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες συγγραφικές περιπτώσεις των τελευταίων χρόνων. Α, παιδιά, τα φιλιά μου στην Ξάνθη!
Ο Μεγάλος Σκύλος, μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον πριν ακόμα κυκλοφορήσει επίσημα στα βιβλιοπωλεία, αφού διαθέτει μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες περιλήψεις που έχω συναντήσει σε έκδοση Ελληνίδας συγγραφέα, και γενικά σε βιβλίο που αφορά ελληνική πένα, αλλά και έναν παράξενα γοητευτικό τίτλο που δικαιολογείται στο τέλος του βιβλίου. Η ιστορία της Βίκυς Τσελεπίδου, διαδραματίζεται στην Αγγλία και επικεντρώνεται στην έννοια της κρυοσυντήρησης, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί στην περίπτωση που ένα σώμα πεθάνει διατηρώντας ακέραια τα εγκεφαλικά κύτταρα του ατόμου, κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μαθαίνουμε ότι οι υπεύθυνοι της συγκεκριμένης υπηρεσίας πρέπει να δρουν σε σύντομο και καθορισμένο χρόνο. Βασικές ηρωίδες του βιβλίου είναι μία έφηβη κοπέλα που κρυοσυντηρήθηκε μετά τον θάνατό της από μία σπάνια ασθένεια και την συναντάμε στο μέλλον να ξυπνάει σε ένα παράξενο κτίριο, όπου διάφοροι άνδρες-επιστήμονες τής θέτουν περίεργα ερωτήματα σε μία ιδιάζουσα-περιοριστική γλώσσα, και μία ηλικιωμένη συνταξιούχος γυναίκα που ζει με τον σύζυγό της και της έχει γίνει εμμονή η μέθοδος κατάψυξης ενός σώματος, καθώς προσδοκά να ζήσει κι αφού την βρει ο θάνατος σε αυτή τη ζωή. Τα κεφάλαια που αφορούν τις δύο ιστορίες προχωράνε εναλλάξ κι αυτό που μου έκανε τρομερή εντύπωση από την αρχή είναι το πόσο καλογραμμένη, εκτός από ευφάνταστη, ιστορία είναι, καθώς και η εξαιρετική χρήση της ελληνικής γλώσσας από τη συγγραφέα. Πραγματικά, δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει άλλη συγγραφέα που να χρησιμοποιεί τόσο καλά στο κείμενό της τον ελληνικό λόγο. Επιπλέον, το βιβλίο θίγει θέματα που όσο μεγαλώνω με ενδιαφέρουν και απασχολούν όλο και περισσότερο, όπως είναι ο χρόνος, η μνήμη και ο θάνατος, και θεωρώ ότι η συγγραφέας βρήκε την ιδανική ιστορία να μιλήσει για τα παραπάνω και να προβληματίσει σχετικά. Το μυθιστόρημα αυτό διαβάστηκε ήδη δύο φορές, η δεύτερη μετά το τέλος της Αστυνομίας της μνήμης της Ογκάουα, που κατά σύμπτωση στο επίσης αλληγορικό-δυστοπικό κείμενό της μιλάει για την μνήμη και τον θάνατο, και με έκανε να μπω για δεύτερη φορά (η πρώτη ήταν για τα Έθιμα Ταφής της Κεντ) στη διαδικασία υπογράμμισης, κάτι που δεν συνηθίζω κι αποτελεί υπέρβαση για εμένα που μου αρέσει να κρατάω ατόφιες τις σελίδες ενός βιβλίου, και ειλικρινά πιστεύω πως είναι από εκείνα τα ελάχιστα εγχώρια βιβλία που αξίζει να αναζητήσουν την τύχη τους και να μεταφραστούν στο εξωτερικό, γιατί εκτός του ότι η θεματική του ξεφεύγει από τα καθιερωμένα, η προσέγγιση κι εν κατακλείδι η εκτέλεση του όλου εγχειρήματος είναι αξιοζήλευτη.
Πόσο επώδυνο είναι να θυμόμαστε; Χωρίς τις αναμνήσεις μας υπάρχουμε; Και τελικά πού πάει ο άνθρωπος όταν «εξαφανίζεται» και όχι απλώς πεθαίνει;
Γεμάτο συμβολισμούς, με μια φουτουριστική τοποθέτηση και χωροχρονική αοριστία που όμως μιλάει για το τώρα, ο «Μεγάλος σκύλος» είναι μία λεπτή σάτιρα για την αγωνία του θανάτου, τη διαρκή μάχη της θνητότητας, το φόβο της μεταζωής..
Οι δύο εναλλασσόμενες ιστορίες του, αυτή της Μάριον, ενός δεκαπεντάχρονου κοριτσιού που μόλις έχει ξυπνήσει από την κρυοσυντήρηση σε ένα περίεργο κτίριο, όπου περίεργοι «ανακριτές»της κάνουν ιδιόρρυθμες ερωτήσεις προετοιμάζοντας την για την είσοδο της στην Νέα Εποχή. Μία εποχή όπου ο θάνατος έχει εξαλειφθεί, όμως οι άνθρωποι εξαφανίζονται. Και αυτήν ενός ηλικιωμένου ζευγαριού, του κυρίου και της κυρίας Τζόουνς, που με αιματηρές οικονομίες προσπαθούν να συγκεντρώσουν χρήματα προκειμένου να δοκιμάσουν αυτήν τη νέα μέθοδο της κρυοσυντήρησης ως πέρασμα σε μια νέα πραγματικότητα..
Με τον ατέρμονο φόβο του θανάτου και τον διακαή πόθο για ζωή, οι ήρωες της Βίκυ Τσελεπίδου συνδιαλέγονται με το υπαρξιακό τους σκοτάδι, προσπαθώντας να πιαστούν από κάπου, να αναρωτηθούν ποιο κομμάτι της ύπαρξής, της προσωπικότητας, της ψυχής τους, συνδέεται απευθείας με τη μνήμη, να ξαναθυμηθούν, να κάνουν τη ζωή να αποκτήσει ξανά νόημα, να ζήσουν...
Λακωνικό και σχεδόν μελαγχολικό, το σύμπαν της Τσελεπίδου που μοιάζει σαν να έχει ξεπηδήσει από την κινηματογραφική πραγματικότητα του Γιώργου Λάνθιμου ‘‘οπτικοποιεί’’ δεξιοτεχνικά την μοναξιά, τον πόνο της απώλειας, τη μνήμη, την αγωνία του να προσπαθείς να ξεχάσεις και να θυμηθείς.. Την γλώσσα ως μέσο αυτοκαθορισμού και προσέγγισης του κόσμου που μας περικλείει, ενός κόσμου που σαν φυλλοβόλο δέντρο συνεχώς μεταβάλλεται και μαζί με αυτόν και οι άνθρωποι που ζουν πάνω στα κλαδιά του.
Από τα ωραιότερα βιβλία που διάβασα φέτος. Ένα βιβλίο βαθιά υπαρξιακό και στοχαστικό, ζωή και θάνατος: η ζωή μετά τον θάνατο & η ζωή πριν τον θάνατο...μα πάνω απ' όλα η ΖΩΗ.
Ο Μεγάλος Σκύλος, το καινούργιο βιβλίο της Βίκυς Τσελεπίδου, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Νεφέλη, είναι βυθισμένο σε μια Καφκική θάλασσα, φτιαγμένη από πυκνό αέρα, αλληγορία και ρέουσες παραμέτρους. Αν λοιπόν, ο Κάφκα είχε κρυοδιατηρηθεί και επανέλθει και ζήσει στις μέρες μας της πανδημίας, ίσως ο τίτλος του βιβλίου του να ήταν αυτός. Φυσικά, δεν υπάρχει καμία διάθεση σύγκρισης ή αντικρυστής παράθεσης από μένα, αυτό θα ήταν άτοπο, - για να είμαι απόλυτα ταυτισμένη με το πνεύμα του βιβλίου χρησιμοποιώ συνειδητά αυτή τη λέξη. Μ΄ολα ταύτα, το καφκικό φως και η ατμόσφαιρα είναι παρόντα και διατρέχουν όλο το βιβλίο. Σε μερικά σημεία δε, φρενήρους έντασης, μου θύμισε την ατμόσφαιρα του Κτίσματος, που το διάβασα πρόσφατα.
Το νήμα της πλοκής στήνεται και σ΄αυτό το βιβλίο πάνω σ΄ένα δίπολο κεντρικών ηρώων γυναικών, έφηβη - ηλικιωμένη, αγαπημένο μοντέλο κι από την Αλεπού για τη Βίκυ Τσελεπίδου. Ο βασικός καμβάς της ιστορίας αφορά μια ηλικιωμένη κυρία, υπό το όνομα Τζόουνς, στην Αγγλία που αποφασίζει να κινήσει τα νήματα προκειμένου εκείνη και ο σύζυγός της να καταψυχθούν μόλις πεθάνουν με τη μέθοδο της κρυγογονικής, ώστε να ξυπνήσουν όταν θα έχει βρεθεί θεραπεία για τις ασθένειές τους και μια δεκαπεντάχρονη έφηβη, τη Μάριον που ξυπνά απ΄αυτή τη διαδικασία.
Αρχικά το να διαβάζεις ένα τέτοιο βιβλίο που ασχολείται με το θάνατο, με τη ζωή, με το ενδιάμεσο, και κυρίως τη μεταζωή, εν μέσω πανδημίας, αποτελεί ήδη ένα μεταφυσικό σχεδόν γεγονός, παρότι το βιβλίο δεν γράφτηκε μέσα στην πανδημία και διόλου δεν επιδιώκει την προσέγγιση αυτή, απλώς διορθώθηκε και εκδόθηκε την εποχή αυτή. Τη Νέα Εποχή, περίοδος που υπάρχει και στο βιβλίο, στην πραγματικότητα στην οποία η Μάριον ξυπνά και προσπαθεί να καταλάβει τι της γίνεται.
Από τις πρώτες αράδες η κινηματογραφική γραφή της Βίκυς Τσελεπίδου, το ευφυές ντεκουπάζ των σκηνών, με παρακίνησε όχι μόνο να "βλέπω την ταινία", αλλά να κάνω και κάστινγκ για τους ηθοποιούς και τους συντελεστές. Πρώτα απ΄όλα, αν αυτό είχε γραφτεί στην Αμερική, και στους καιρούς που ζούμε, το Netflix χωρίς υπερβολή θα ειχε ήδη αγοράσει τα δικαιώματα. Θα χρειαζόταν οπωσδήποτε ένας αριστοτέχνης μοντέρ γιατί το ντεκουπάζ των σκηνών είναι εδώ αριστοτεχνικό,- η επιλογή της λέξης δεν είναι τυχαία καθόλου -, ανάγεται στη φιλοσοφία της αλληγορίας του βιβλίου αλλά και στο εννοιολογικό του υπόβαθρο. Επίσης, ένας καταπληκτικός βιρτουόζος φωτογράφος θα ήταν απαραίτητος, γιατί τα χρώματα στην Αγγλία είναι μουντά, στο Κτίριο της Μάριον, οπωσδήποτε μεταλλικά και πάλλευκα, σκληρός φωτισμός και απόλυτο σκοτάδι.
Ελπίζω ως τώρα να έχετε ιντριγκαριστεί αρκετά, γιατί αυτό μου συνέβη από τις πρώτες αράδες. Το κείμενο βλέπετε, είναι τόσο δυνατό που σε πιάνει απ΄το λαιμό και λυπάσαι όταν τελειώνει. Σε κυριεύει η ατμόσφαιρα και η ιδιοσυγκρασία τόσο της Κυρίας Τζόουνς, όσο και μέσα στο Κτίριο όπου η δομή έχει τη μορφή συνεντεύξεων (ανακρίσεων;) στις οποίες υποβάλλεται η Μάριον αφού ξυπνά, οι οποίες καταλήγουν στην ανατροπή του τέλους του βιβλίου.
Το βιβλίο λοιπόν για μένα έχει στη ραχοκοκκαλιά του αναδυόμενη με ανατριχίλα τη λέξη ΕΛΕΓΧΟΣ. Η κυρία Τζόουνς, βλέπετε, είναι αφοσιωμένη, ψυχή τε και σώματι, στον στόχο της, τη συγκέντρωση χρημάτων για την διαδικασία της κρυογονικής και μετέπειτα στη διασφάλιση ότι τίποτε δεν μπορεί και δεν πρέπει να πάει στραβά. Αυτό όταν το διαβάζεις την εποχή της πανδημίας, όπου όλες οι σταθερές όλων των ανθρώπων, ό,τι έχουν προσπαθήσει να ελέγξουν, πράξεις, καριέρες, ανθρώπους έχουν βγει όλα εκτός, και σιγά σιγά έχει χαθεί ή έχει γίνει σκοπός ο έλεγχος εντός, τότε καταλαβαίνεις πόσο επίκαιρο καθίσταται ένα τέτοιο βιβλίο.
Και εγείρει σιγά σιγά τα ερωτήματα, που θα μπορούσε άνετα να τα καταγράψει σε ένα φιλοσοφικό δοκίμιο, αλλά τα αφήνει οξυδερκέστατα, ως αγαπημένου είδους μου σουπιά-συγγραφέας, να αναδύονται απ΄την πλοκή, αφήνοντας με το μελάνι της να μας κατακλύσει η αχλύ από τις αντιδράσεις των χαρακτήρων και την επενέργεια τους στα γεγονότα: Μπορούμε να ελέγξουμε πώς θα ζούμε; Πώς και πότε κυρίως θα πεθάνουμε; Μπορούμε να ορίσουμε το θάνατό μας, και κυρίως μπορούμε να εξασφαλίσουμε τη μετά ζωή; Τη μεταζωή; Και μήπως εν τη διαδικασία, χάνουμε την ουσία, κτίζουμε παλάτια στην άμμο, ή στον πάγο καλύτερα, γιατί ο πανδαμάτωρ όχι χρόνος, αλλά θάνατος, όταν συμβεί, όταν έρθει, τα αφήνει όλα στον TOΠΟ;
Αυτή είναι η παγίδα από τη μιά μεριά του Ατλαντικού, - που κάνει την αποτελεσματικότητα της Κυρίας Τζόουνς να φλερτάρει με το χειρισμό, άλλωστε πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις υπάρχει ο χειριστής όσο κι ο καθ΄όλα πρόθυμος χειριζόμενος.
Γιατί στον αντίποδα, κάπου όπου φαντάζομαι ότι ξυπνάει η Μάριον, η στόχευση είναι εντελώς αντίθετη. Η αποτίναξη του ελέγχου, η επιβολή της ελεύθερης σκέψης, που το σύστημα προσπαθεί να φυλακίσει αλλά μέχρι σήμερα ιστορικά δεν τα έχει καταφέρει. Ποιος είναι ικανός να ελέγξει πότε θα πεθάνει κάποιος; Ποιος μπορεί να ορίσει τι σημαίνει θάνατος; Τι σημαίνει ζωή; Υποταγή στο σύστημα; Παπαγαλία κανόνων; Πώς μπορεί το άτομο να αρνηθεί να συμπράξει στην αλλοτρίωση; Να αντιδράσει κάνοντας τη διαφορά; Και οι λειτουργοί του συστήματος; Μήπως έρχεται και γι΄αυτούς κάποια στιγμή να αμφισβητήσουν την παντοδυναμία του, να ορθώσουν ανάστημα, να γκρεμίσουν τις ψευδαισθήσεις, να απαιτήσουν αλήθεια;
Ο θάνατος είναι εξαφάνιση; Η ανάμνηση πεθαίνει άραγε ποτέ; Η μνήμη μπορεί να σβήσει όταν αυτός που θυμάται δε θέλει να ξεχάσει ποτέ; Μπορεί να τα σβήσει όλα ο θάνατος, ή μπορεί να είναι μια χρυσή μεταζωή; Μήπως θα χρειαστεί να επανεφεύρουμε τις λέξεις, να έχουν άρωμα, να είναι πολύτιμες, έγχρωμες και εύγευστες σαν ζουμερά πορτοκάλια;
Κι οι σχέσεις των ανθρώπων; Ο έρωτας; Γίνεται κάτι άλλο; Μεταλλάσεται όπως ο ιός; Γίνεται εργαλείο ελέγχου, ή άλλοθι χειρισμού ή ακόμα μπορεί να καταλήξει "μια ξένη φορτική" όπως λέει κι ο Αλεξανδρινός ποιητής;
Η φιλοσοφική αναζήτηση, με σαφείς αλλά αδιόρατες αναφορές σε όλα τα υπαρξιστικά και υπαρξιακά ρεύματα, στις φιλοσοφικές θεωρήσεις περί θανάτου και ζωής, από τη θεολογική ως την απολύτως πραγματιστική, συνεχίζεται με υπόγειο τρόπο, αυτόν της αλληγορίας, αλλά και της εκφοράς του λόγου των ηρώων σε όλο το βιβλίο. Τα εξετάζει όλα με συμβολαιογραφική ακρίβεια η συγγραφέας και επαναδιατυπώνει ή θέτει σε συζήτηση όλα όσα μας απασχολουν αιώνες τώρα για τη ζωή, την αγάπη, το θάνατο. ΄Ολα όσα αυτόν τον καιρό, μας απασχολούν και έχουμε χάσει τον έλεγχό τους, ή τουλάχιστον αυτόν τον έλεγχο που νομιζαμε - όπως ο αξιολογητής Σάντερς που εξετάζει τη Μάριον -, ότι είχαμε πάνω τους.
Η αλήθεια είναι πως το βιβλίο αυτό αποτελεί χρυσό οδηγό για τη συνεχειά μας. Μπορεί να φαίνεται εκ πρώτης ματιάς, μια πραγματεία θανάτου, αλλά κατ΄ουσίαν και εν κατακλείδι είναι ύμνος της ζωής. Η ατμόσφαιρα προς το τέλος, εκεί λίγο πριν την τελική ανατροπή, θυμίζει την αντίστροφη πορεία του κόσμου του Μπέντζαμιν Μπάττον. Αυτή είναι άλλωστε,κατ΄εμέ, και κατά τη συνάφειά μου με το βιβλίο, η κινητήρια δύναμη της προσπάθειας του ανθρώπου να ελέγξει το φόβο του θανάτου. Είναι η αναίμακτη ανακάλυψη του τι υπάρχει στο επέκεινα, ποια συνδεσμολογία καλωδίων, ποιος δρόμος. Γιατί αυτήν την ανακάλυψη την έχει συνδέσει υπαρξιακά, έχει συνδυάσει το τέλος του ο άνθρωπος, με την ανώδυνη, ομαλή επιστροφή στην ίδια την αρχή. Στη μήτρα. Στην άνευ ορίων και όρων αγκαλιά. Εκεί που όλα μυρίζουν πορτοκάλι. Κι όλα θυμιζουν πορτοκάλι.
΄Οσο για μένα η εμπειρία της ανάγνωσης αποτελεί ήδη μεταζωή. Είναι οδηγός μου, στη Νέα Εποχή, για τα επόμενα που θα έρθουν, το βιβλίο αυτό. Από προσωπική διεργασία έχω μάθει και ξέρω πια να αξιοποιώ τον τόπο που με ταξίδεψε. Δεν θα φοβάμαι ή μάλλον θα πορεύομαι αντάμα με το φόβο και θ΄αφεθώ στο τώρα που είναι εδώ, χωρίς προσπάθεια να ελέγξω τίποτε. Θα περπατώ και θα κρατώ το μέρος της καρδιάς ζεστό, δεν θα την αφήσω να παγώσει.