Λίγο μετά την τυχαία συνάντηση με μια παλιά της σχέση και λίγο πριν από μια προγραμματισμένη υποχρέωση με το σύζυγό της, η Λένα έρχεται αντιμέτωπη με μια γυναίκα: τον εαυτό της. Είναι ευχαριστημένη με τις επιλογές της; Θα μπορούσε άραγε να είχε αποφασίσει αλλιώς; Η σβούρα των σκέψεων την οδηγεί σε ένα πολύ λογικό ή ένα εντελώς αυθαίρετο συμπέρασμα. Ίσα για να αποφύγει την επώδυνη συνειδητοποίηση.
Αναμνήσεις, αυταπάτες, ματαιωμένα όνειρα – όλα μαζί ένα βλέμμα, πότε γλυκόπικρο, πότε διψασμένο κι ανικανοποίητο, πότε σαρκαστικό, πάνω στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Μια χειμαρρώδης αφήγηση που διαβάζεται απνευστί. Ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα, όπου οι λέξεις διαρκώς ξεγυμνώνουν.
Το βιβλίο αυτό δεν έχει πραγματική πλοκή. Με αφορμή μία συνάντηση, βλέπουμε να ξετυλίγονται οι σκέψεις της πρωταγωνίστριας σε ένα διάστημα ούτε ώρας. Σκέψεις μπερδεμένες, που πάνε από το ένα θέμα στο άλλο, από τη μία ανάμνηση στην άλλη και από τη μία αγανάκτηση στην άλλη, αλλά με έναν τρόπο όλες συνδέονται μεταξύ τους.
Τις στιγμές, που οι σκέψεις αυτές αποτυπώνονται με σαφήνεια στο χαρτί, το βιβλίο γίνεται συναισθηματικά αφόρητο με τον πιο σωστό τρόπο. Σού πετάει ωμά στα μούτρα όλες τις άμεσες και έμμεσες καταπιέσεις του να μεγαλώνεις και να ζεις στην ελληνική κοινωνία, ειδικά ως γυναίκα. Σού υπενθυμίζει, ανάλογα με το στάδιο της ζωής σου, είτε παρελθοντικές αποφάσεις, που φανερά ή κρυφά μέσα σου μετανιώνεις, είτε τους φόβους σου για το αύριο και για έναν μελλοντικό εαυτό σου, που ίσως αποφασίσει να συμβιβαστεί στα σημεία της ζωής, που είναι στο τέλος τα πιο σημαντικά. Τον φόβο για το τι μπορεί να καταλήξεις να γίνεσαι ή και τι ίσως ήδη να έχεις γίνει σε έναν βαθμό.
Το μείον του βιβλίου, ωστόσο, είναι ότι αυτός ο χείμαρρος σκέψεων της πρωταγωνίστριας μπορεί να καταλήξει χαοτικός. Χαοτικός σε σημείο να ξεχνάς τι διαβάζες, όταν ξεκίνησες μία παράγραφο και ποιο ακριβώς ήταν το θέμα μας, και η σκέψη σου να ξεφεύγει αρκετά από τις λέξεις, που έχεις μπροστά σου.