Στις 18 Απριλίου του 1938, Δευτέρα του Πάσχα για τους Ιταλούς, Μεγάλη Δευτέρα για τους Έλληνες, στην κεντρική πλατεία της Λέρου, ένας ψαράς ο Αποστόλης Νταλλαρής μαχαιρώνει χωρίς φανερό λόγο τον υπολοχαγό Σαλβατόρε Μπονάνο. Μοιάζει με «αστυνομικό», αλλά δεν είναι.
Οι ερωτικές ιστορίες είναι συνήθως προφορικές, μόνον αυτές της λογοτεχνίας παραμένουν ανεξίτηλες – το μελάνι και το χαρτί, το άρωμα των λέξεων. Παλιές εφημερίδες και τυπωμένες φωτογραφίες με τα απολιθωμένα μυστικά τους είναι αυτές που στο τέλος βγάζουν νόημα.
Η Ιστορία είναι γενικά ευρύχωρη, απλώνεται πάνω από θάλασσες και κράτη, αλλά καμιά φορά μπορεί να στριμωχτεί και σε ένα μικρό νησί όπως η Λέρος. Όλα εκεί, μέσα στα ίδια κτίρια. Δύο πόλεμοι, ο ένας Παγκόσμιος, ένας Εμφύλιος, μια Δικτατορία, το Ψυχιατρείο, και τώρα οι πρόσφυγες. Η ιστορία ενός δύσκολου αιώνα.
Εκεί στη Λέρο καταλήγουν τελικά και οι δύσκολες διαδρομές του έρωτα και της ιστορίας, οι χαρές και οι λύπες των πρωταγωνιστών αυτής της αφήγησης. Από την Αλεξάνδρεια στο Ταϊγάνιο της θάλασσας του Αζόφ και από τη Σικελία στο Χαλέπι της Συρίας. Από τη Νέα Ιωνία του Βόλου στη Νέα Ιωνία της Αθήνας και από τα Εξάρχεια στη Ζάκυνθο. Δύσκολο μελόδραμα βλέπεις η ζωή.
Η Κιμωλία είναι ένα βιβλίο που κατορθώνει πολλαπλές προκλήσεις. Καταρχάς, πρόκληση είναι το ίδιο το συγγραφικό ύφος του Δημήτρη Κωστόπουλου. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη κοφτή γραφή, αλλά γεμάτη ένταση και νοήματα που δημιουργούν έναν διεισδυτικό και επιβλητικό ποιητικό λόγο με έντονη εικονοπιοιΐα. Τα στοιχεία αυτά συμπλέκουν με εξαιρετικές γνώσεις στην Ιστορία και την Γεωγραφία, καθώς και ένα πλούσιο υπόβαθρό στις Τέχνες και τη Λογοτεχνία, για να δώσουν μια κατά βάση κοινωνική, πολιτισμική, πολιτική, οικονομικο-ιστορική, μα πάντα ανθρώπινη οπτική γωνία προσέγγισης στο περιεχόμενο. Η πλοκή διαρθρώνεται, κατ'αρχήν άναρχα, μέσα από πολλαπλές μοίρες ανθρώπων, λαών, τόπων, γεγονότων και συνθηκών, στο σήμερα και διαχρονικά. Κεντρικός άξονας είναι η Λέρος, που παρουσιάζεται σαν μαυροπίνακας όπου πάνω του γράφονται, ξαναγράφονται και ξεθωριάζουν οι ιστορίες της ζωής. Πρόκειται για ένα πολύ προκλητικό στήσιμο πλοκής που εκκινεί από μια ερωτική ιστορία κι ένα έγκλημα, αλλά δεν είναι ούτε αισθηματικό ούτε αστυνομικό διήγημα. Είναι ένα "υπό κυριολεξία" μελόδραμα. Μια σύνθεση της φαντασίας με την πραγματικότητα όπου, εν τέλει, τα πρόσωπα, τα εγώ, τα θέλω τους, τα εγκλήματά τους δεν έχουν καμία σημασία: Η σημασία δίνεται στη μοίρα που τους υπαγορεύει η ίδια η ιστορία της ζωής. Η ζωή παρουσιάζεται εύθραυστη και εύθρυπτη, όπως η κιμωλία, που γράφει και διαγράφει ξανά και ξανά στην ιστορία τούς έρωτες και τα εγκλήματά της. Το μελόδραμα, η γλύκα και το δράμα, αναδεικνύονται ως εγγενή στοιχεία της ζωής που ταξιδεύουν, αναπαράγονται και αναιρούνται στον χρόνο και στον κόσμο. Με συνεχείς μεταπηδήσεις στην πλοκή, από την Λέρο στην Αίγυπτο, την Κωνσταντινούπολη, τη Σικελία, την Ισπανία, τη Ρωσία, την Αμερική, ενώνονται η φαντασία, η ιστορία, η ιδεολογία, οι πολιτισμοί και τα πρόσωπα σε μια τολμηρή σύνθεση. Κοινός παρανομαστης, καταδεικνύεται η ορμή της ελεύθερης βούλησης που τελικά υποκύπτει στη μοίρα που υπαγορεύει η ζωή. Παρα τα πυκνά νοήματα, η Κιμωλία έχει γρήγορη πλοκή, και οι εναλλαγές ανάμεσα στα πρόσωπα τους τόπους και τους χρόνους, αφήνουν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Την ίδια στιγμή παραχωρεί ένα πλούσιο πληροφοριακό υλικό για τον ιστορικά φορτισμένο τόπο της Λέρου, το "παρεξηγημένο" νησί στο νοτιοανατολικό άκρο του Αιγαίου, με διακριτή την επιθυμία του συγγραφέα να ανατρέψει στερεοτυπικές εντυπώσεις και μάλιστα, το καταφέρνει.