<< Το δίχως άλλο, τη στιγμή που γεννήθηκε, οι Μοίρες στάθηκαν από πάνου του, καθώς στέκονται σ’ όλες τις κούνιες, και του άνοιξαν τη μικροσκοπική σπαρταριστή καρδιά και του έβαλαν ένα παράφορο αηδόνι μέσα: εν’ αηδόνι που ολοένα τραγουδούσε και χτυπούσε τα φτερά του κι αρρώσταινε από πόθο και πάθος. Τη νύχτα, σαν έπεφτε να κοιμηθεί, το αηδόνι αυτό κελαηδούσε και γέμιζε, τα όνειρα του ευτυχίες. Κι εκεί που περπατούσε τη μέρα, τύχαινε τότε κι αργότερα και σ’ όλη του τη ζωή αυτό το αηδόνι να δει κάποιο κλωνάρι σ’ ένα μαντρότοιχο λοξά φωτισμένο από τον ήλιο του απομεσήμερου ή κάποιο κατάχρυσο συννεφάκι στον ουρανό που ταξίδευε μακριά ή ν’ ακούσει μελωδικό βηματισμό κοριτσιού – και τότε το αηδόνι μεθούσε και πονούσε και δεν το βόλευε ο στενός τόπος της καρδιάς και δεν ήξερε τι να κάνει. Μήτε τη φτώχια, μήτε τη θλίψη ένιωθε γύρω του >>
Από τις πρώτες σελίδες στα μικρατά του Άγγελου, στην αντιδιαστολή της χριστιανικής ηθικής με τον προσδιορισμό του Άγγελου μέσα στον κόσμο, περιγράφεται εξαιρετικά αυτή η μάχη αδιεξόδων, όταν προσπαθούμε να βρούμε ένα μπούσουλα για το δικό μας στίγμα.
<< Η γρίππη; Και ποιος να τη συλλογιστεί; Βέβαια πολλά σπίτια είχανε άσκημα χτυπηθεί από την επιδημία. Στα θέατρα και στους κινηματογράφους ανάμεσα στους δυο θεατές έμενε κι ένα κάθισμα άδειο, που μάταια προσπαθούσαν να το γεφυρώσουν τ’ ανυπόμονα ζευγαράκια μες στο σκοτάδι. Επιτέλους, εκείνες τις μέρες είχε δημοσιευτεί και τούτη η είδηση στις εφημερίδες: << Εις το ινστιτούτον Παστέρ παρεσκευάσθη εκ μικροβίων Πφάιφερ, στρεπτόκοκκων και πνευμονόκοκκων, εμβόλιον προφυλακτικόν κατά των επιπλοκών της γρίππης >>. Μα τέτοια πράγματα να διαβάζανε μονάχα οι συνοικιακές επιτροπές, οι γιατροί, οι γεροντοκόρες κι όσοι είχανε περάσει τα εξήντα, μ’ ένα λόγο όλοι οι φρόνιμοι άνθρωποι που καρτερούσαν τη σωτηρία τους από τούτο το μικροβιακό κοκτέιλ. Τα νιάτα μήτε γρίππες λογάριαζαν μήτε τίποτε >>
<< Τι σημαίνει, ποια είναι; Είναι η γυναίκα. Αισθάνεται την ανάσα της ζεστή σιμά του. Μυρίζει φλούδα ροδάκινου και γλυκό κρασί. Τα μαλλιά της αγγίζουν τ’ αυτιά του και κρυώνει ίσαμε τα κατάβαθα της ψυχής του. Πως φέρεται ένας άντρας σε μια τέτοια περίσταση; Πώς φέρεται ένας άντρας; Είναι θαυμάσιο να μπορείς να καταχτήσεις τον άλλο άνθρωπο, να κερδίσεις το κορμί και το νου του. Είναι νύχτα και μοναξιά κι η θάλασσα >>
Δεν είναι όμως παρά η εξανθρωπισμένη φαντασία που στρέφεται και αταβιστικά, αν θες, αναζητά τον Άλλο μέσα μας, μέσα απ’ την προέκταση στον κόσμο έξω από ‘μας.
Όταν ο Άγγελος προσλαμβάνεται στου Στεργη, το σκηνικό και οι σχέσεις των ανθρώπων, το πώς κινούνται στο χώρο, θυμίζει έντονα το αντίστοιχο γραφείο στο Ένας δρόμος στον κόσμο, του Νάϊπωλ.
Το βιβλίο ζωντανεύει αν και όχι με την κρυστάλλινη μαγκιά του Ξενόπουλου, στους Πρόσφυγες, τον ερχομό στα μουράγια, ύστερα απ’ τη μικρασιατική καταστροφή. Μαζί δε, με τη Λωξάντρα, του Πρόσφυγες, τον Πόλεμο ( επίσης του Ξενόπουλου ) συμπληρώνουν μια ενδιαφέρουσα οντότητα, που κάλλιστα ως μελλοντικά παιδιά της, βλέπουμε το Δίχως θεό και την Καγκελόπορτα.
<< Στην Αθήνα είχαν πιάσει τα πόστα οι δημοκρατικοί… μα ο θείος του δεν ήταν της γνώμης. Έβλεπε ένα σωρό στρατιωτικούς να την πιλατεύουν αυτή τη δημοκρατία – κι ήταν βέβαιος, πως τα πράγματα θ’ άλλαζαν >> Έχει τη σημασία του πως είναι γραμμένο το 1945.
Η μεγαλύτερη επιτυχία του βιβλίου είναι πως ζωντανεύει την πρώτη γενιά που ενηλικιώθηκε αμέσως μετά τον πόλεμο. Ένας συγγραφέας με εξαιρετικό ύφος, λεξιλόγιο και άριστη χρήση της γλώσσας που ζωντανεύει τη νοσηρότητα του βιβλίου που έθλιψε εμένα ως αναγνώστη σε υπέρμετρο βαθμό. Μια γενιά χαμένη μέσα σε ηθική νύχτα. Ενδιαφέρον βιβλίο, που μένει χαραγμένο κι ας μην ήθελα, γιατί με λύπησε σε πολλά σημεία. Κι ο Άγγελος είναι παιδί μιας εποχής που κανείς δεν ξεκίνησε ‘’καλός’’, όλοι ξεκίνησαν χαμένοι.
3,5