Καταρχας, δεν ξέρω γιατί η πρόσληψη του Φαμπέρ στην Ελλάδα, περιορίζεται στην απλοϊκή εξήγηση πως αυτό το βιβλίο περιγράφει όλη τη γενιά των τριαντάρηδων. Σίγουρα ο συγγραφέας στήνει την πλοκή και τους χαρακτήρες του μέσα από μια λεπτομερή αναπαράσταση και ξεκοκάλισμα των κοινωνικοπολιτικών συνθηκών στη Γαλλία στα μέσα της δεκαετίας του '90, αλλά ο ήρωας δεν είναι σε καμία περίπτωση η χαρακτηριστική περίπτωση ενός εφήβου του τότε. Ο Φαμπέρ είναι μια φωτεινή εξαίρεση, ένα χαρισματικό παιδί (χαρισματικό με την έννοια που δίνει στη λέξη η ψυχολογία, δηλαδή υψηλός δείκτης νοημοσύνης, βιβλιόφιλος, απόμακρος), σε καμία περίπτωση δεν αντιπροσωπεύει τον μέσο όρο. Ακόμα και στις τελευταίες σελίδες, όπου ο αφηγητής αφήνει να εννοηθεί πως ο Φαμπέρ μπορεί να ερμηνευθεί ως ένα σύμβολο των εφηβικών προσδοκιών κάθε γενιάς, η απόπειρα δεν βρίσκει τον στόχο της, γιατί ο σημερινός Φαμπέρ, δεν είναι πια μια φαντασίωση, αλλά ένας υπαρκτός και ξεπεσμένος (στα μάτια του μέσου όρου) άνθρωπος. Αν επρόκειτο για μια φαντασίωση, θα θριάμβευε.
Οι λόγοι που βαθμολόγησα χαμηλά το βιβλίο, είναι κυρίως τεχνικοί. Το παιχνίδι με τα εναλλασσόμενα πρόσωπα αφηγητών μοιάζει αμήχανο, δεν έχει κάποια συνοχή. Το ύφος είναι πανομοιότυπο σε όλο το βιβλίο, η Μαντλέν δεν ξεχωρίζει από τον Μπαζίλ και τον Φαμπέρ, οπότε το όλο τέχνασμα της εναλλαγής των αφηγητών καταρρέει.
Η πλοκή καθυστερεί σημαντικά στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου. Αυτό δεν είναι απαραίτητα αρνητικό, αλλά καταλήγει τεράστιο πλην στις τελευταίες σελίδες: βρίσκουμε συμπυκνωμένη μια αφελής δράση που μοιάζει να έχει ως μοναδικό σκοπό το να εξηγήσει με φτηνά κόλπα τα σκοτεινά σημεία του πρώτου μέρους της αφήγησης.
Το πρόσωπό του Τριστάν που υποτίθεται πως υποκίνησε μεγάλο μέρος της δράσης, είναι αχνό, μοιάζει εντελώς ψεύτικο και σχεδόν φωνάζει πως πρόκειται για από μηχανής θεό που θα δώσει ένα "plot twist" στο τέλος του βιβλίου. Ο τρόπος που μαθαίνει για την ιστορία των τριών φίλων είναι κραυγαλέα απίθανος, όπως και όλες οι συμπτώσεις που συμβάλουν στο να μάθει περισσότερα για αυτούς.
Το μίσος των δυο φίλων του Φαμπέρ προς τον ίδιο (της Μαντλέν και του Μπαζίλ) είναι μάλλον ακατανόητο και τραβηγμένο από τα μαλλιά.
Ο Φαμπέρ ως χαρακτήρας είναι πειστικός, φαίνεται πως ο συγγραφέας έχει μελετήσει το ψυχολογικό πορτραίτο ενός χαρισματικού ατόμου και συμπληρώνει αληθοφανώς το πρόσωπό του με πετυχημένες λεπτομέρειες (για παράδειγμα οι χαρακιές που κάνει ο Φαμπέρ στο σώμα του, είναι ενδεικτικές της πίεσης που νιώθει, όπως πολλοί χαρισματικοί άνθρωποι). Αν ο παραλληλισμός του με τον διάβολο και το παιχνίδι με τις θρησκευτικές έννοιες ήταν η βασική προοπτική που δίνεται στο κείμενο, θα μιλούσαμε για μια υπέροχη απεικόνιση ενός σύγχρονου Αντριά, ενός Φάουστ δηλαδή. Ωστόσο ο συγγραφέας τραβάει πάρα πολύ το σενάριο, η πλοκή είναι αδύναμη, παρά τα επιφανειακά κρεσέντο της.
Τέλος, κάτι τρέχει με την μετάφραση του βιβλίου ή την συντακτική επιμέλεια. Κάποιες προτάσεις δεν έβγαζαν καν νόημα, ενώ το κείμενο ήταν κάπως δειλό, οι λέξεις μάγκωναν από την υπερφόρτωση με κόμματα που θα μπορούσαν και να λείπουν, χωρίς να πλήττεται η συντακτική ορθότητα του κειμένου.
18 ευρώ, υπερβολικά υψηλή τιμή για το συγκεκριμένο βιβλίο.