Αυτή η πολιτική αυτοβιογραφία είναι ένα σημαντικό και διαφωτιστικό βιβλίο. Πειστήκαμε γρήγορα ότι αυτό το ντοκουμέντο πρέπει να διαδοθεί και πέρα από την Ελλάδα.
Οι ένοπλες ομάδες στην Ελλάδα πέρασαν από φάσεις και αντιφάσεις, των οποίων τα διακυβεύματα έχουν αναδυθεί με παρόμοιο τρόπο και αλλού: Ποιος είναι ο σωστός δρόμος για την επανάσταση; Πάνω σε ποιον να οικοδομήσουμε; Πώς να οργανωθούμε; Μαζικός προσανατολισμός ή ένοπλη πρωτοπορία; Απομονωμένοι και αποτελεσματικοί πυρήνες ανταρτών, ή πυρήνες αγκυρωμένοι μέσα στην αριστερά και την κοινωνία; Το βιβλίο δίνει την ελληνική εκδοχή των ερωτημάτων και των πρακτικών αποτελεσμάτων τους σε όσους ψάχνουν δρόμους για τη ριζική αλλαγή των κυρίαρχων συνθηκών.
Η μεταφράστρια, ο εκδοτικός και οι εκδότες/τριες επενδύσαμε πολλή δουλειά στη γερμανόφωνη έκδοση, καθώς βρίσκουμε σημαντικό να παρουσιάσουμε την ιστορία της 17Ν με αυθεντικό λόγο. Μοιραζόμαστε τον σεβασμό των Ελλήνων/ίδων αναρχικών και κομμουνιστών για τον ένοπλο αντάρτη, ο οποίος -και ο μόνος- ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για τη δράση της 17Ν. Εμείς δεν βλέπουμε την απόφασή του αυτή ως προσωπική πράξη ηρωισμού, αλλά ως ατομική συνέπεια συλλογικών πολιτικών αποφάσεων και έκφραση πραγματικής πίστης. Αυτό είναι για εμάς το ιδιαίτερο σε αυτό το βιβλίο. Ελπίζουμε να αποτέλεσε στην Ελλάδα ένα εμπόδιο απέναντι στον ιστορικό αναθεωρητισμό και στο ίδιο αποσκοπούμε με αυτή τη μετάφραση.
Φαίνεται ότι εγκάρδια επιθυμία του συγγραφέα, όπως και δική μας είναι να καταστεί η επαναστατική ιστορία διαθέσιμη στην επίκαιρη συζήτηση. (Από τη γερμανική έκδοση baoe books)
Ο Δημήτρης Κουφοντίνας γεννήθηκε το 1958 στο καπνοχώρι Τερπνή της Νιγρίτας Σερρών. Το 1972 η εσωτερική μετανάστευση μετέτρεψε την αγροτική οικογένεια σε βιομηχανικούς εργάτες στην Αθήνα. Τέλειωσε το Ε΄ Γυμνάσιο στα Εξάρχεια, πέρασε στο Οικονομικό της Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Οι ανάγκες του αγώνα, η παρανομία, δεν του επέτρεψαν να πάρει το πτυχίο του.
Συνειδητοποιείται πολιτικά τη μεγάλη στιγμή του λαϊκού ξεσηκωμού στις 17 Νοέμβρη του 1973. Η πολιτική του διαδρομή ξεκινά από το ακηδεμόνευτο ταξικό κίνημα της Μεταπολίτευσης, συνεχίζει το 1977 με το πέρασμα στον παράνομο τόπο, περνά το 1981 στο μεγάλο σταθμό της 17 Νοέμβρη, για να βρεθεί στην παρανομία το 1985.
Μετά το χτύπημα της οργάνωσης το 2002 επιλέγει να βγει από την παρανομία, για να υπερασπίσει την τιμή της οργάνωσης και τις επαναστατικές αξίες που ευτελίζονταν από τις ομολογίες και το κενό της σιωπής. Σήμερα κλείνει δεκαεννιά χρόνια κρατούμενος στην απομόνωση της Ειδικής Πτέρυγας στις Φυλακές Κορυδαλλού καταδικασμένος έντεκα φορές σε ισόβια και, επιπλέον, σε μερικές χιλιάδες χρόνια φυλάκιση.
Πάντοτε «δρων πολιτικά», γράφει, παρεμβαίνει. Έχει μεταφράσει πολλά βιβλία.
Όσο περισσότερο αντέδρασαν κάποιοι στην απόφαση του Κουφοντίνα να αποτυπώσει σ' ένα βιβλίο την προσωπική πολιτική του πορεία, τόσο περισσότερο θέλησα κι εγώ να διαβάσω γι' αυτήν από αυτόν τον ίδιο. Το αποτέλεσμα δε με απογοήτευσε καθόλου. Διαβάστε πρώτα το "Ο πιο σκληρός μυς είναι η καρδιά" του Βίκτορα Αναγνωστόπουλου (δυστυχώς στα Goodreads δεν υπάρχει καταχώρηση) κι αμέσως μετά το "Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη". Ο Κουφοντίνας είναι ειλικρινής και μένει πιστός στις λαϊκές του καταβολές. Από εκεί και ύστερα είτε συμφωνείς μαζί του είτε όχι. Προσωπικά συμφωνώ.
Από περιέργεια ήθελα να διαβάσω αυτό το βιβλίο εδώ και καιρό αλλά λίγο η τύχη, λίγο το γεγονός ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν στις ανταγωνιστικές προτεραιότητες μου αυτή η στιγμή άργησε. Τελικά βρήκα το χρόνο και τη διάθεση για να το κάνω και πρέπει να σημειώσω ότι δεν πλήρωσα (στον πιο εμπορικό εκδοτικό οίκο της Ελλάδας αλλά αυτό ας το αφήσω ασχολίαστο) για αυτό καθώς για λόγους αρχής δεν θα έδινα σε κανέναν τη δυνατότητα να βγάλει χρήματα από τα εγκλήματα του.
Συγγραφέας, λοιπόν, προσφέρει στο αναγνωστικό κοινό ένα ρομαντικό πολιτικό μανιφέστο, διανθισμένο με στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος που παρουσιάζει την οργάνωση 17 Νοέμβρη ως τη γνήσια έκφραση της λαϊκής οργής και της λαϊκής δικαιοσύνης που με τις πράξεις της έφτασε πολύ κοντά στο να ανατρέψει το ετοιμοθάνατο καπιταλιστικό σύστημα στη χώρα μας αλλά δεν τα κατάφερε γιατί υπάρχουν και ρουφιάνοι. Ο ρόλος του συγγραφέα ήταν φυσικά καθοριστικότατος και αυτό το τονίζει ο ίδιος μέσα από το ρομαντικό τόνο του κειμένου, χτίζοντας το προφίλ του ρομαντικού λαϊκού αγωνιστή που με αυταπάρνηση και αυτοθυσία, αντλώντας από την επαναστατική παράδοση των Ελλήνων, έκανε το καθήκον του, κερδίζοντας στο τέλος την εκτίμηση των λαϊκών ανθρώπων και ιδιαίτερα της νεολαίας που περιμένει στην άκρη για να συνεχίσει την επανάσταση που ο ίδιος ξεκίνησε.
Όλα αυτά είναι βλακείες φυσικά αλλά μας δίνουν μία πολύ καλή ιδέα για τους λόγους που επέλεξε αυτή τη διαδρομή, για τις αυταπάτες που καλλιέργησε και τις λάθος αναγνώσεις του που τον έκαναν να αισθάνεται ότι επιτελεί σημαντικό έργο στο όνομα του λαού και ότι το σύστημα μπορεί να ανατραπεί με λίγες σφαίρες. Φανερή επίσης γίνεται η ικανοποίηση που αισθανόταν για τις πράξεις του, που διανθίζονται από την ψευδαίσθηση του πως αυτές οι πράξεις επιδοκιμάζονταν και πως έφερναν πρακτικά αποτελέσματα. Φυσικά δεν μπαίνει στον κόπο να απολογηθεί καθώς έχει την έτοιμη δικαιολογία ότι αυτά τα έκανε εν ονόματι του λαού, στα πλαίσια της επανάστασης που θα έφερνε τη λαϊκή κυριαρχία. Όσο για τα μηδαμινά αποτελέσματα αυτής της δράσης που πολλές φορές στην πραγματικότητα ευνοούσαν το σύστημα αυτά τα εξηγεί μέσα από τη θεωρία του χτυπήματος πίσω από την πλάτη και της ηθικής δειλίας κάποιων από τους συντρόφους του.
Για να μην τα πολυλογώ, πρόκειται για ένα βιβλίο που δεν θα μας κάνει σοφότερους, ούτε καν όσον αφορά την ιστορική διαδρομή της οργάνωσης 17 Νοέμβρη. Ένα βιβλίο με ελάχιστη συνοχή, με τον συγγραφέα να κινείται σε κύκλους, επαναλαμβάνοντας τα ίδια πράγματα, πηγαίνοντας μας από τις λεπτομέρειες των ενεργειών στο μάθημα ιστορίας. Ένας ρομαντικός απολογισμός μιας εποχής ο συγγραφέας πιστεύει ότι τα πράγματα ήταν πολύ απλά και οι λαϊκοί αγώνες ήταν έτοιμοι να φέρουν αποτελέσματα καθώς καθοδηγούνταν από ευγενείς αγωνιστές όπως ο ίδιος.
Εξαιρετικό. Η αλήθεια του Κουφοντινα, χωρίς υπερβολές και βερμπαλισμους. Γλαφυρή περιγραφή του πολιτικού σκηνικού της μεταπολιτευσης και απολογισμός του ένοπλου κινήματος. Φανταστική γραφή, μαγικό πάντρεμα πολιτικού λόγου και αστυνομικής δράσης. Εύκολα στο τοπ 5 μου. Must Read είτε συμφωνείς είτε όχι.
Το Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη είναι η πολιτική αυτοβιογραφία του Δημήτρη Κουφοντίνα. Από τις οικογενειακές καταβολές, τις μαθητικές νεολαίες και το μαζικό κίνημα αφηγείται με ευθύγραμμο τρόπο τη μετάβαση του στον ένοπλο τρόπο δράσης. Βλέπουμε το υλικοτεχνικό στήσιμο της οργάνωσης, τις αιτιάσεις πίσω από την επιλογή των θυμάτων, την εξέλιξη της στο χρόνο, την εξάρθρωση. Κάποια από αυτά ευρέως γνωστά από τον Τύπο αλλά διανθισμένα με μπόλικη δράση. Πέρα από τα παραπάνω, το βιβλίο διαθέτει έναν έντονο ιστορικό χαρακτήρα, καθώς αποτυπώνει τον παλμό και τα γεγονότα από τη μεταπολιτευση και έπειτα , τις συνθήκες διαφθοράς και επεμβατισμού που έδωσαν λόγο και χώρο δράσης στις ομάδες ένοπλου αγώνα.
Είναι ο ορισμός του ιστορικού μυθιστορήματος, χωρίς να είναι μυθιστόρημα! Διαβάζεται πάνω από μία φορά και πάντα κάτι ανακαλύπτεις για την κοινωνική και πολιτική ιστορία της χώρας.
...' η χώρα οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στην οικονομική χρεωκοπία και την καταστροφή, στον μαρασμό και στην εναπόθεση της τύχης της στις αγαθές προθέσεις των Δυτικών τραπεζών, της ΕΟΚ και του ΔΝΤ. Οδηγούμαστε όχι μόνο στη χρεωκοπία, στον μαρασμό, στην πλήρη εξάρτηση από τις Δυτικές τράπεζες αλλά και σε μιά σκληρή ημιφασιστική λύση'... σ. 270
(γραμμένο το 1986, δύο και πλέον δεκαετίες από την πλήρη και πολύπλευρη κατάρρευση)
Ein Buch über ein Kapitel des revolutionären, bewaffneten Kampfes, das vielen Menschen im deutschsprachigen Raum unbekannt sein dürfte. Eine wichtige, selbstkritische, intensive, nachdenkliche und kämpferische politische Autobiographie von Einem, der bis zum Schluss zu seinen Überzeugungen gestanden ist. Gerade im ersten Drittel wird den innerlinken Debatten der verschiedenen revolutionären Strömungen vielleicht etwas zuviel Platz eingeräumt - man merkt hier schreibt ein linker Grieche für andere linke GriechInnen - aber die Genauigkeit und Emotion die das ganze Buch durchzieht, macht das für mich wieder wett. Man erfährt viel über die alltäglichen Herausforderungen des illegalen Lebens, über die Planung und Durchführung der Aktionen im urbanen Kontext und auch über die vielfältigen politischen Debatten der 1980er und 90er Jahre.
《Το ερώτημα, όμως, που έμπαινε ήταν γιατί η δράση της οργάνωσης δεν συνοδευόταν από μια αντίστοιχη ή, έστω, κάποια κίνηση των λαϊκών δυνάμεων. Έτσι, αυτή η σχέση πολιτικής εκπροσώπησης δεν απείχε τελικά από μια σχέση πολιτικής ανάθεσης》 σ.388
Ένα δύσκολο βιβλίο, δεδομένου ότι καλεί ή μάλλον απαιτεί από τον αναγνώστη την διασταύρωση των γεγονότων στα οποία γίνεται αναφορά. Αυτό το βιβλίο δεν είναι για φανατικούς αναγνώστες του Nesbo και του King, οι οποίοι, όπως θα δείτε σε άλλες κριτικές του βιβλίου (κυρίως 2 αστέρων) παραδέχονται πως δεν έγιναν σοφοί. Γενικός κανόνας φίλοι, όποιος ψάχνει ένα ελαφρύ ανάγνωσμα καλύτερα να μην ψάχνει σε βιβλία ιστορικού περιεχομένου.
Ο Κουφοντίνας, με απόλυτη ψυχραιμία και επίγνωση των πράξεών του, παραθέτει στιγμές από την επαναστατική του δράση πριν, μέσα και μετά τη 17Ν. Η εικόνα της Ελλάδας της μεταπολίτευσης χτίζεται στο βιβλίο επηρεασμένη σίγουρα από τις πεποιθήσεις του συγγραφέα, με βάση όμως ιστορικά γεγονότα στα οποία ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει. Δεν είναι φυσικά μια εικόνα πλήρης, κάτι τέτοιο δεν περιμένει κανένας από κανένα βιβλίο, είναι όμως η εικόνα που οδήγησε τον Κουφοντίνα στη δράση του.
Ενδιαφέρουσες, σχεδόν διασκεδαστικές, λεπτομέρειες σχετικά με τη δράση της 17Ν, οι οποίες ίσως αποδεικνύουν τρόπον τινά ότι η χρυσή εποχή της τρομοκρατίας και του αποκαλούμενου αντάρτικου πόλης έχει πλέον τελειώσει οριστικά για διάφορους, τεχνικούς και ιδεολογικούς λόγους. Ένας γενικός απολογισμός της επαναστατικής οργάνωσης, με κεντρικό σημείο ενδιαφέροντος την αντίθεση ανάμεσα στην αποδοχή των ενεργειών της από μεγάλο τμήμα του ελληνικού λαού, και την έλλειψη εκδήλωσης αυτής της αποδοχής λόγω και του τύπου της οργάνωσης.
Σε κάθε περίπτωση ένα ιδανικό έργο για όσους θέλουν να ξεκινήσουν από κάπου να διαβάζουν για τις τρεις δεκαετίες της μεταπολίτευσης στην Ελλάδα (1970-2000) για τις οποίες η γενιά του 90' έχει μάθει τόσο λίγα. Η "αναξιοπιστία" του συγγραφέα είναι μάλλον κάτι θετικό για τον αναγνώστη, ο οποίος πρέπει να τριπλοτσεκάρει την κάθε σελίδα του βιβλίου για να μάθει, ανεξαρτήτως προσωπικής άποψης, για τα γεγονότα που έθεσαν σε κίνηση τις εξελίξεις του 2009 μέχρι σήμερα.
Αν και ιδεολογικά είμαι αρκετά μακρύα από την ιδέα της ταξικής πάλης και του ένοπλου αγώνα, ήθελα πολύ να διαβάσω αυτό το βιβλίο για να καταλάβω καλύτερα κάποια πράγματα για τη 17Ν και τον ένοπλο αγώνα, από την οπτική των μελών της και πως αυτή έχει αλλάξει (αν έχει αλλάξει) κάποια χρόνια μετά την σύλληψη και φυλάκιση τους. Το βιβλίο είναι αρκετά καλογραμμένο και κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την αρχή μέχρι το τέλος. Δίνει απαντήσεις σε κάποια ερωτήματα αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί επιπρόσθετα ερωτήματα σε αρκετά σημεία. Ελπίζω στο μέλλον, όταν τα πάθη καταλαγιάσουν ακόμα λίγο, η απόσταση από τα γεγονότα μεγαλώσει και κάποια άτομα που πιθανόν να επηρεάζονται και έίναι ακόμα ελέυθερα δεν είναι πλέον μαζί μας, να δωθούν απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά.
Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο επιβεβαίωσα για ακόμα μια φορά, ότι τελικά όσο αγνά και να είναι τα κίνητρα κάποιου (από οποιονδήποτε ιδεολογικό χώρο και αν προέρχεται), κάπου στην πορεία εγκλωβίζεται στο μικρόκοσμο που έχει δημιουργήσει, η ιδεολογία δογματικοποιήται, τα μέσα γίνονται πιο σημαντικά από το σκοπό και ο αγνός ιδεολόγος καταντά ένας ιδεοληπτικός που έχει χάσει την επαφή με τα αρχικά ιδανικά του. Στη συγκεκριμμένη περίπτωση του Κουφοντίνα, ισχύει, κατ'εμένα, αυτό που είπε κάποτε και Pablo, ότι δηλαδή τέτοιες μεθόδοι δεν οδηγούν σε ένα μαζικό επαναστατικό κίνημα αλλά αντίθετα σε ξεκόβουν από τις μάζες.
Συστήνω αυτό το βιβλίο σε οποιδήποτε ανεξατήτου ιδεολιγίς, που τον ενδιαφέρει το θέμα της 17Ν αλλά και η σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, το θέμα της βίας και της ένοπλης 'ταξικής' πάλης. Καλή ανάγνωση
Ξεκίνησα αυτό το βιβλίο με τους αμυντικούς μηχανισμούς μου σε εγρήγορση. ''Τρομοκράτες, δολοφόνοι, αδίστακτοι'' ήταν μερικές από τις λέξεις που μου έρχονταν στο μυαλό για την οργάνωση, οι λέξεις που άκουγα τότε στην τηλεόραση. Ήμουν μόλις 8 χρονών όταν συνελήφθησαν τα μέλη της και δεν είχα την παραμικρή ιδέα για τη δράση τους, ακόμα και μέχρι σήμερα. Μου αρκούσε ότι δολοφονούσαν, ότι ήταν βίαιοι και εγώ - όπως και πολλοί από εσάς - μεγαλώσαμε καταδικάζοντας τη βία. Άλλοι γιατί απλά έτσι μάθαμε, άλλοι - όπως εγώ- γιατί απλά δεν αντέχω την εικόνα του ανθρώπινου πόνου, όσο κι αν το αξίζει κάποιος, γι' αυτό και δε θα μπορούσα ποτέ να τον προκαλέσω.
Στην πορεία της ζωής μου, βέβαια, συγκρούονταν κατά καιρούς η λογική με το συναίσθημα, η νομιμοφροσύνη και υπακοή μου με την έμφυτη αίσθηση δικαίου και την αγανάκτηση μου. Η τυφλή δικαιοσύνη που πάντοτε προέκρινα ως λύση, πολλές φορές παραήταν τυφλή, επιλεκτικά τυφλή. Συνειδητοποίησα ότι με τον τρόπο αυτό εξίσωνα για παράδειγμα τη βία ενός κατακτητή με τη βία του λαού που αμύνεται. Εξίσωνα τη βία των σωμάτων καταστολής με τη βία των απλών πολιτών που αντιδρούσαν στα γκλομπ και το ξύλο (από τα πιο απλά παραδείγματα -πέρσι είδαμε κρατικά όργανα να δέρνουν απροκάλυπτα πολίτες επειδή τόλμησαν να βγουν βόλτα στην πλατεία της Νέας Σμύρνης! - μέχρι τις δεκάδες δολοφονίες ειρηνικών διαδηλωτών ακόμη και εφήβων ή παιδιών που επαναλαμβάνονται με τρομακτική συχνότητα).Τη βία που ασκούσαν οι χουντικοί και οι ασφαλίτες της εποχής με τη βία των επαναστατικών οργανώσεων που πάλευαν για ελευθερία.
Το ίδιο; Όχι. Ακόμη και η βία που ασκεί ένας γονιός για το δολοφονημένο παιδί του, ακόμη και η βία της εκδίκησης και του πόνου δε μπορεί να μπει στο ίδιο τσουβάλι με αυτή του δολοφόνου του παιδιού. Μην τα πολυλογώ, άρχισα να ξεφεύγω από το παραμυθάκι ότι μπορείς να αντιμετωπίσεις την άνιση βία - φυσική και ηθική - που βιώνει ένας λαός με λουλούδια και κορδέλες.
Ξεκινώντας το βιβλίο, αμφισβητούσα όλα όσα διάβαζα, αυτόματα. Στην πορεία, όμως, άρχισα να βυθίζομαι. Το μυαλό μου αμφισβητούσε τις ίδιες του τις ιδέες. Που χτυπούσε η 17 Ν; Λυπόμουν τον στρατηγό που ξεκλήρισε και αιματοκύλισε τη Λιβύη; Δεν τον λυπόμουν. Λυπόμουν τους Τούρκους αξιωματικούς που αιματοκύλησαν την Κύπρο; Δεν τους λυπόμουν. Λυπόμουν τους εφοπλιστές και τους εργοστασιάρχες που έβαψαν τα χέρια τους με το αίμα εκατοντάδων εργατών που από δόλο σκότωσαν, επειδή στο ζύγι της ανθρώπινης ζωής και του χρήματος, βάραινε περισσότερο το χρήμα που θα πλήρωναν για να τους παρέχουν τα στοιχειώδη μέτρα ασφαλείας κατά την εργασία τους; Δεν τους λυπόμουν.
Σίγουρα, θα προτιμούσα να είχε κάνει η δικαιοσύνη αυτή τη δουλειά και να μη χρειαζόταν κανείς να πάρει το όπλο στα χέρια. Αλλά και αυτός ο μύθος σύντομα εξανεμίστηκε. Είδαμε σαν επανάληψη σίριαλ την παύση δίωξης πολιτικών προσώπων που ξεπουλούσαν τη χώρα, όταν μέχρι και σήμερα οι πολίτες της αδυνατούν να ζήσουν αξιοπρεπώς, όταν δεν μπορούν συνταξιούχοι να πληρώσουν θέρμανση ή κλιματισμό και πεθαίνουν μέσα στα σπίτια τους από το κρύο ή τον καύσωνα. Άνθρωποι που πληρώνουν φόρους και εισφορές μια ζωή, για να τα τσεπώνει η πολιτική μαφία. Άνθρωποι και θεσμοί ανώτεροι των δικαστηρίων, της κυβέρνησης ακόμα, που στη χώρα μας πάντοτε ήταν το δεκανίκι κάποιας άλλης ισχυρής χώρας. Πότε καταδικάστηκαν οι ιθύνοντες των πολέμων απο τη δικαιοσύνη; Ακόμη και οι βασανιστές της Χούντας έζησαν ελεύθεροι μέχρι τα βαθιά γεράματα.
Ας μην κουράσω άλλο. Νιώθω από τώρα τους δικούς σας αμυντικούς μηχανισμούς να αφυπνίζονται. Όχι, δεν δέχομαι σύσσωμη τη δράση της οργάνωσης. Έγιναν τρομερά λάθη και σε κάποιες περιπτώσεις άδικες ενέργειες (αναγνωρίζονται τα περισσότερα από το συγγραφέα μέσα στο βιβλίο). Όπου κι αν καταλήξει κανείς μετά την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, δεν θα χάσει σε καμία περίπτωση. Αποτελεί σκιαγράφηση μιας μεγάλης περιόδου της νεοελληνικής ιστορίας, η οποία αποτέλεσε το κρηπίδωμα πάνω στο οποίο στηρίχτηκε η σημερινή εξέλιξη και πραγματικότητα όπως τις ζούμε.
Πολλά από όσα αναφέρει είναι καθαρά γεγονότα, βεβαιώνονται ακόμα και μέσα από εκθέσεις εισαγγελέων και ποινικές δικογραφίες. Και η αλήθεια είναι ότι έχω κουραστεί να βλέπω ανθρώπους να μην τους νοιάζει η ιστορία του τόπου τους ακόμα κι αν αφορά δέκα και είκοσι χρόνια πριν. Να ζουν μουδιασμένοι χωρίς να ενημερώνονται για την επικαιρότητα που επηρεάζει κατά κόρον την ίδια τη ζωή τους. Νέους να μεμψιμοιρούν χωρίς να μπαίνουν στην διαδικασία να ρωτούν ή να ψάχνουν γιατί. Εκφράσεις από μορφωμένα άτομα, όπως «τί να κάνουμε μωρέ τώρα, τί να κάνουν μωρέ κι αυτοί, έλα μωρέ πάντα έτσι ήταν, ΄ντάξει όλα θα φτιάξουν, ας πήγαινε ο άστεγος να βρει μια δουλειά, κρίμα οι πρόσφυγες αλλά προτιμώ να πνιγούν κτλ κτλ κτλ» με έχουν εξουθενώσει. Να βουτάνε στην στείρα εκπαίδευση, να αποκτάνε τους ανώτερους των τίτλων και την ίδια ώρα να είναι βαθιά αμόρφωτοι, αδαείς και απαίδευτοι.
Ακόμη, λοιπόν, και καθόλου να μη συμφωνήσεις με το βιβλίο, ακόμη και αν σιχαίνεσαι την οργάνωση όταν φτάσεις στην τελευταία σελίδα, ακόμη κι αν η πολιτική σου ιδεολογία δεν σου επιτρέπει ούτε με σφαίρες να σκεφτείς με αυτόν τον τρόπο - ναι, στην Ελλάδα τασσόμαστε υπέρ κάποιας ιδεολογίας με άρθρα τύπου Καταστατικού και υπογράφουμε συμβόλαιο πιστής υπακοής μέχρι θανάτου - είμαι σίγουρη ότι κάτι θα πάρεις από το βιβλίο. Κάτι θα μάθεις για τις βάσεις του συστήματος της χώρας σου, για έναν κρίκο της ιστορικής της αλυσίδας που παραμένει σχεδόν πιστή στην πορεία της επί αιώνες.
Σε μια εποχή μιας εγκληματικά ταγμένης δημοσιογραφίας που κινεί εγκληματικά τα νήματα και βυθίζει το λαό στο ψέμα και την άγνοια, που καλύπτει εγκλήματα και κοιμίζει συνειδήσεις, εγώ προτιμώ αυτά τα βιβλία. Και άλλα βιβλία σαν αυτά.
Ένα αστεράκι για την περιγραφή των χτυπημάτων και ένα για το τι ακολούθησε τη σύλληψη του Ξηρού. Το υπόλοιπο είναι κακογραμμένο, αφρόντιστο, φλϋαρο και επαναλαμβανόμενο.
Το διαβαζεις αν θελεις να εχεις μια προσωπική άποψη για αυτο που ονομάζουμε «τρομοκρατια» στην ελληνική πραγματικότητα. Για εμενα, οι ιδεολογικες ασυνέπειες που οδήγησαν στην κατάρρευση της οργάνωσης διαφαίνονται πληρως απο την αφήγηση. Αν μη τι αλλο, διαμορφώνεις μια άποψη εκτός media και διακηρύξεων πολιτικών χώρων. Είτε σου αρεσει είτε οχι ειναι κατι διαφορετικό.
Η βαθμολογία δεν έγινε για "ηθικούς λόγους" αλλά καθαρά λόγω περιεχομένου που δεν μπορώ να το κατηγορησω γιατί ο καθένας γράφει αυτά που θέλει. Αλλά οι πολιτικές απόψεις του Κουφοντινα και το τι έκανε με τους εργάτες στο ΠΑΣΟΚ δεν με ενδιαφέρουν. Και πολύ φλυαρία για θέματα πολιτικής και επαναστατικής οργάνωσης και θεωρίας που είναι κατά πολύ σαχλά και αφελή. Αλλά κάποια κομμάτια ήταν φανταστικά όπως όταν αποφασίζει να παραδώθει και κάθεται στα αστέρια ή όταν είναι με την οικογένειά του και το παιδί του. Σίγουρα μπορώ να αναγνωρίσω τις ηγετικές ικανότητες του Κουφοντινα αλλά δεν μπορώ να καταλάβω την χρήση του "εμείς" σε κάθε πρόταση ακόμα και αν ο ίδιος είναι υπεύθυνος για μια πράξη πχ. Μια δολοφονία ή απλά μια ρίξη μπαζούκας. Μπορεί να δρούσαν ως ομάδα αλλά μόνο στο τέλος προασπίζει το "εγώ" σαν πολιτικό ον. Παράλληλα δεν μαρεσει αυτή η απόκρυψη γεγονότων και προσώπων εφόσον τα ίδια τα πρόσωπα ή οι καταστάσεις έχουν παραγραφει ή είναι στην φυλακή. Ούτε πως ιδρύθηκε είπε ούτε πως έβαζαν άτομα στην οργάνωση και ποιος τα έβαζε κλπ.
Απαραίτητο και διαφωτιστικό για τα κίνητρα, τη δημιουργία, τη λειτουργία και τη δράση της πιο γνωστής ένοπλης οργάνωσης της ελληνικής μεταπολεμικής ιστορίας. Ταυτόχρονα δε απομυθοποιητικό και αρκετές φορές πληκτικό ιδίως στα κομμάτια που ο συγγραφέας του παρασύρεται σε εκτεταμένες λυρικές περιγραφές. Μια σπάνια ματιά σ έναν παράξενο κόσμο στράτευσης, συντροφικότητας, καχυποψίας, βίας, συνομωσίας, απομόνωσης, και τελικά δραματικού αδιεξόδου που απασχόλησε την πολιτική, την ειδησεογραφία και την ίδια την κοινωνία.
[...]Ακόμα, δεν μου άρεσε ούτε η έννοια του "κοινωνικού πολέμου". Ούτε από θεωρητική, ούτε από πολιτική, ούτε από ηθική σκοπιά. Επειδή η λέξη «πόλεμος» είναι σαν να δηλώνει ηθική ισοδυναμία των δύο αντίπαλων κοινωνικά πλευρών. Δεν είναι έτσι όμως. Το έχουν αποδείξει οι θεωρητικοί μας. Το γνωρίζουν από την πείρα τους, από την αυγή ακόμα της Ιστορίας, οι αδύναμοι. Το ξέρουν καλά οι ισχυροί, καμιά φορά μέσα στην αλαζονεία της νίκης τους το ομολογούν κυνικά. Η τάξη των πλουσίων εξαπολύει τον «άκρως άδικο» κοινωνικό πόλεμο κατά των φτωχών.[...]
[...]Οι θεωρητικοί μας δάσκαλοι έλεγαν ότι αυτό που χαρακτηρίζει μια σοβαρή πολιτική δύναμη είναι η ανοιχτή αναγνώριση των λαθών της, η γυμνή έκθεση των αιτίων τους, η προσεκτική συζήτηση για τη διόρθωσή τους.[...]