Ένα φιλήσυχο προάστιο της βόρειας Αττικής ετοιμάζεται να γιορτάσει τα Χριστούγεννα. Μέσα σε μια πρωτόγνωρη βαρυχειμωνιά, κάτι αλλόκοτο θα στοιχειώσει τους κατοίκους, φέρνοντας στην επιφάνεια τα καλά μέχρι τότε κρυμμένα μυστικά τους. Παράνομοι έρωτες, ύπουλες πολιτικές διαμάχες, κοινωνικές διαφορές και ανομολόγητοι πόθοι, κατά έναν παράξενο τρόπο, συνδέονται με το ερειπωμένο αρχοντικό του προαστίου και την αιωνόβια κάτοικό του, που αποτελούν αστικό μύθο για τους κατοίκους. Κι ενώ οι άνθρωποι – κυριευμένοι από μια ανεξήγητη δύναμη- αλλάζουν σταδιακά δείχνοντας τις πιο σκοτεινές και ζωώδεις πτυχές τους, οδηγούνται μοιραία στην πιο παράξενη και ολέθρια νύχτα της ζωής τους, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, που θα τους στιγματίσει με τον πιο ανελέητο τρόπο.
Η Βάλια Καραμάνου εκμεταλλεύεται έξυπνα έναν -άγνωστο έως τώρα σε εμένα - ιαπωνικό μύθο μιας αλεπούς με εννέα ουρές που μετατρέπεται σε γυναίκα με υπερφυσικές δυνάμεις και πολλές ζωές. Στα ιαπωνικά κιτσούνε σημαίνει αλεπού και σύμφωνα με την ιαπωνική παράδοση στις αλεπούδες αποδίδονται αρκετές μαγικές κατά κάποιον τρόπο δυνάμεις. Σε μια συνοικία των βορείων προαστείων ο Μάνος Αλεξίου εκλέγεται δήμαρχος, είναι νέος, ωραίος και παντρεμένος με την κόρη ενός πλούσιου εργοστασιάρχη. Το ζευγάρι έχει δύο μικρά παιδιά και όλα φαίνονται ιδανικά. Αλλά τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται σε αυτή την γειτονιά. Ο Μάνος νιώθει άνια για την παχουλή γυναίκα του που δεν κατάφερε να χάσει τα περιττά κιλά της εγκυμοσύνης και ο γάμος τους είναι αρκετά συμβατικός, αφού τα χρήματα και η κοινωνική θέση της βαρετής και παχουλής συζύγου βοηθούν τον Μάνο στην πολιτική του ανέλιξη. Στην πραγματικότητα ο Μάνος είναι ερωτευμένος με την καθαρίστρια του δημαρχείου, την όμορφη Φωτεινή, μια νώθα κόρη που έχει και η ίδια ένα νώθο παιδί. Οι κοινωνικές αντιλήψεις όμως και η έλλειψη σπουδών και χρημάτων δεν δίνουν περιθώρια στην Φωτεινή να κάνει πολλές επιλογές για τη ζωή της. Έτσι περιορίζεται σε ένα ταπεινό επάγγελμα και σε μια λειψή ερωτική ζωή μένοντας η κρυφή ερωμένη του δημάρχου. Στην συνοικία των βορείων προαστείων υπάρχει ένα αρχοντικό μισογκρεμισμένο σπίτι στο οποίο μένει μια ηλικιωμένη γυναίκα, γύρω από τη ζωή της οποίας υπάρχει ένα μυστήριο. Οι νομοταγείς κάτοικοι -που κρύβονται πίσω από την σοβαροφάνειά τους - αντιπαθούν οτιδήποτε το διαφορετικό και το ¨ξένο¨και επειδή το φοβούνται θέλουν και να το καταστρέψουν. Αλλά κάπως έτσι δεν συμπεριφέρονται γενικά και όλοι οι άνθρωποι; Ό,τι είναι διαφορετικό από τις επιβαλλόμενες νόρμες και τα ήθη τους ( που φυσικά διαμορφώνονται από τις εποχές και τους τόπους) αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό και ακόμα χειρότερα με περιφρόνηση και με φόβο. Και όταν ο ένας γίνεται πολλοί επικρατεί η λογική του όχλου: ο κάθε θρασύδειλος αποκτά την δύναμη της μάζας και η μάζα μπορεί να καταστρέψει. Ελάχιστοι είναι αυτοί που θα αντισταθούν στην κραυγή της μάζας και ακόμα και αυτοί που δεν επιθυμούν το κακό θα σταθούν πολύ μικροί για να το αποτρέψουν. Για να αντέξουμε αυτήν τη σαθρή κοινωνία χρειάζεται πολύ κουράγιο, χρειάζεται μια υπερφυσική δύναμη, ένας λυτρωτικός μύθος. Και αυτό είναι το κιτσούνε: η πανίσχυρη και πανέμορφη αλεπού, ένα εξωτικό πλάσμα που θα φέρει μια μορφή δικαιοσύνης. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο για να μην αποκαλύψω λεπτομέρειες. Θα πω μόνο ότι η γραφή της Βάλιας Καραμάνου είναι άμεση, δημιουργεί εικόνες και προσφέρει το σασπένς που πρέπει να διαθέτει κάθε καλό θρίλερ και κάθε καλό παραμύθι.
Ένα προάστιο στα βόρεια της Αθήνας με κατοίκους γεμάτους μυστικά και φιλοδοξίες, ανώτερης και μεσαίας τάξης. Παράνομες σχέσεις, βία, αδιαφορία και ξαφνικά ένα άγριο ζώο αρχίζει να κυκλοφορεί ανάμεσά τους ξεσκίζοντας και σκοτώνοντας. Τι είναι το kitsune και πώς σχετίζεται με την υπερήλικη γυναίκα που κατοικεί σ’ ένα ερειπωμένο αρχοντικό της περιοχής; Γιατί η Φωτεινή αρχίζει να τη βοηθάει και πώς αυτό θα αλλάξει τη ζωή της αλλά και τη στάση των γειτόνων απέναντί της;
Ο Μάνος Αλεξίου είναι ο δήμαρχος της περιοχής, παντρεμένος με την Ιουλία-Ροδάνθη. Άρτι εκλεγείς, πέσανε όλα πάνω του: αντιπολίτευση, παράπονα πολιτών, γκρίνια συζύγου, φασαρία από τα πολύ μικρά παιδιά του. Σχεδιάζει λοιπόν την αντεπίθεσή του: λαμπερές γιορτές εν όψει των Χριστουγέννων και μια στρατηγική για ένα ερειπωμένο αρχοντικό, με μια υπεραιωνόβια ένοικο που δεν πείθεται με τίποτα να παραχωρήσει το ατημέλητο και επικίνδυνο για την υγιεινή κτήριο στον Δήμο, αλλά πρέπει επιτέλους να το αποκτήσουν και να το αξιοποιήσουν. Ειδικά από τη στιγμή που οι κάτοικοι και ψηφοφόροι του αρχίζουν να φοβούνται με τα αυξανόμενα κρούσματα σαρκοφάγων επιθέσεων και οι φήμες συνδέουν τον τετράποδο εχθρό με το ερειπωμένο σπίτι της ηλικιωμένης.
Από την άλλη, έχουμε τη Φωτεινή, καθαρίστρια του δημαρχείου, με τον δεκάχρονο γιο της, Λευτέρη, και μια παράνομη σχέση στο ενεργητικό της που τη γεμίζει τύψεις. Το παιδί της λατρεύει τα manga και τις σειρές anime, μελετάει και προτιμά να μένει μόνος. Ο ήπιος χαρακτήρας του τον κάνει θύμα σχολικού εκφοβισμού, ο διευθυντής όμως δεν τιμωρεί τα παιδιά των επιφανών γονέων που τον βασανίζουν, με μεγαλύτερο εχθρό από αυτά τον Κώστα Αλεξόπουλο, ένα παιδί που ουσιαστικά μεγαλώνει μόνο, σε μια αδιάφορη για κείνον οικογένεια, κι έτσι ξεσπάει παντού τον θυμό του. Η Φωτεινή αποφασίζει να επισκεφθεί την Ελένη, η οποία τη βεβαιώνει πως έχουν πολλά κοινά οι δυο τους, όμως τα μυστηριώδη και χωρίς νόημα λόγια της την τρομάζουν. Ταυτόχρονα, αυτή η συναναστροφή τη μετατρέπει σε εξιλαστήριο θύμα αυτών που μέχρι χτες είχαν σιωπηρά αποδεχτεί το εκτός γάμου παιδί της και η αντίδρασή τους θα είναι απρόσμενη.
Πρόκειται για ένα συναρπαστικό και ενδιαφέρον μυθιστόρημα τρόμου, όπου, εκτός από την ενδιαφέρουσα κεντρική ιδέα και το σασπένς με το οποίο περιτυλίγεται, έχουμε γραφή παραστατική και γρήγορη, με ενδιαφέρουσες περιγραφές του χιονισμένου τοπίου, εστιασμένες σε λεπτομέρειες που δεν είχα προσέξει όποτε βίωνα την εμπειρία μιας χιονόπτωσης και με καλοσχεδιασμένες διαπροσωπικές σχέσεις. Από σελίδα σε σελίδα μάλιστα η συγγραφέας αλλάζει έξυπνα κάποια πράγματα, εντείνοντας την αγωνία ως προς το τι πραγματικά συμβαίνει σε αυτό το προάστιο, πόσο ακουμπάμε στην πραγματικότητα και πόσο στο υπερφυσικό, γι’ αυτό και στην αρχή πίστευα πως είχα ένα διαφορετικό κοινωνικό μυθιστόρημα. Σταδιακά όμως έρχονταν στιγμές τρόμου που με ανατρίχιαζαν, όχι μέσα από περιγραφές γεγονότων αλλά μέσα από την καλοστημένη αίσθηση της ανασφάλειας που προσφέρει η αβεβαιότητα, το σκοτεινό φεγγάρι και μια μυστηριώδης φιγούρα. Αληθινοί και ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, ανατροπές και η σκιά ενός kitsune (στην ιαπωνική κουλτούρα είναι ένας μύθος για μια αλεπού που έπαιρνε γυναικεία μορφή τη νύχτα) που στοιχειώνει τους ήρωες, βγάζοντας σταδιακά από μέσα τους τον κακό, μέχρι απανθρωπιάς, εαυτό τους. Ένα θηρίο είναι τελικά ο άνθρωπος και οι περιστάσεις το ξυπνούν ή το νανουρίζουν μα πάνω απ’ όλα δε θέλει το ξένο ή το διαφορετικό γιατί τον βγάζει από τα όρια του μικρόκοσμού του. Το μυθιστόρημα πρεσβεύει αυτήν την αντίληψη και οι απρόσμενες εξελίξεις με ανάγκαζαν να το διαβάζω μόνο με το φως της μέρας.
Ένα κατ’ επίφασιν φιλήσυχο προάστιο, ένα σύνολο ανθρώπων που περιμένουν ένα «κλικ» για να μετατραπούν από καλοσυνάτοι γείτονες σε αδηφάγους εκδικητές κι ένα αέναο σύνολο μετενσαρκώσεων που ψάχνει να βρει την ευτυχία και τη γαλήνη είναι μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά του νέου μυθιστορήματος της Βάλιας Καραμάνου. Η γραφή της και ο χειρισμός της πλοκής δε μετατρέπουν το κείμενο σε παρέλαση υπερφυσικών πλασμάτων αλλά το κρατάνε στα όρια του ρεαλιστικού και του υπερφυσικού έτσι ώστε να ταξιδέψουμε μέσα από τις σελίδες σε μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας, με το «και αν;» να κρέμεται από πάνω μας σε κάθε σελίδα. Κι όλα οδηγούν σ’ ένα απρόσμενο φινάλε, που μου θύμισε έντονα αυτό του «Αρώματος», μόνο που ανέβηκε πολύ ψηλότερα και χρησίμευσε για την πιο κατάλληλη ολοκλήρωση αυτής της ευφάνταστα παράδοξης ιστορίας! Kitsune λοιπόν και ανατριχίλα πάνε μαζί!