1975: Φάρος Τρικερίου. Ο πρώην νομάρχης Μαγνησίας Σταύρος Σούλας βρίσκεται δολοφονημένος μετά τη συνάντησή του με τον ηγούμενο των Μετεώρων. Ο νοσταλγός της επταετίας, διοικητής της χωροφυλακής Βόλου Ηλίας Μπάρδας, αναθέτει την υπόθεση στον υποβαθμισμένο τα προηγούμενα χρόνια, υπομοίραρχο Μάνο Πετράκη, στο πλαίσιο των άνωθεν πιέσεων για φρέσκο αίμα στα σώματα ασφαλείας. Ποντάρει στην αποτυχία του. Ο άπειρος υπομοίραρχος ξεκινάει την αναζήτησή του δολοφόνου από τα Μετέωρα. Η αλληλουχία των γεγονότων θα τον οδηγήσει από τον Πολιτικό στον Έμπορο και μετά στον Αγρότη και τον Αστυνομικό. Ξεδιαλύνοντας την υπόθεση, θα βρεθεί αντιμέτωπος με το μεγαλύτερο σκάνδαλο στα χρόνια της χούντας, με πιέσεις και εμπόδια από την ίδια την χωροφυλακή και με μια διαδικασία η οποία θα τον οδηγήσει στην ριζική αναθεώρηση του τρόπου προσέγγισης του νόμου, των κανόνων και της ίδιας της ζωής. 1967: Τρεις βασανιστές δείχνουν που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος όταν υποκινείται από το μίσος. Το «και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι» είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα για την κατάχρηση της εξουσίας και το μίσος ενάντια σε καθετί διαφορετικό. Σε έναν κόσμο όπου οι λύκοι φυλούν τα πρόβατα, τι πρέπει να κάνει ο αδικημένος για να βρει δικαιοσύνη;
Ο Γιάννης Μόσχος (γεν. 1982) μεγάλωσε στη Γάβριανη του νομού Μαγνησίας. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στη Θεσσαλονίκη. Μένει στην Αθήνα. Γράφει στίχους και ιστορίες. Το 2019 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο Τοκορόρο, το οποίο συμπεριλήφθηκε στη μικρή λίστα βραβείων του περιοδικού Αναγνώστης, στην κατηγορία «Πρωτοεμφανιζόμενοι πεζογράφοι». Το 2021 εκδόθηκε από τις εκδόσεις Τόπος το δεύτερο μυθιστόρημά "Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι". Το 2025 εκδόθηκε το μυθιστόρημα "Αμνοί και λέοντες" Διάφορα διηγήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογές. Δημιουργός του podcast "Crime Fiction Explained" όπου συζητά με ειδικούς του είδους θεωρητικά θέματα αστυνομικής λογοτεχνίας. Είναι μέλος της ΕΛΣΑΛ (Ελληνική Λέσχη Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας) και έχει διατελέσει Πρόεδρος και Γραμματέας της.
Θα ξεκινήσω την κριτική κάπως ανορθόδοξα, με το εξής σχόλιο: χαίρομαι όταν η «νέα» γενιά παίρνει την σκυτάλη από τις προηγούμενες και κάνει το extra mile. Θα γίνω πιο συγκεκριμένος, προς αποφυγή παρερμηνειών. Γνώμη μου είναι ότι η σύγχρονη ελληνική αστυνομική λογοτεχνία χαρακτηρίζεται από μια στατικότητα, θα τολμούσα να πω και μια μη τολμηρότητα όπου ανακυκλώνονται τα ίδια τετριμμένα θέματα λόγω του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν (ενδεχομένως να μην τους δίνεται και ο απαραίτητος χώρος, βήμα να αναδειχτούν) νέες φρέσκιες φωνές (όχι απαραίτητα με ηλικιακό κριτήριο). Ο Γιάννης Μόσχος, έρχεται να ανανεώσει και να δώσει μια νέα ώθηση στον χώρο, καταφέρνοντας με πλήρως ισσοροποιήμενο τρόπο, ωστόσο με οξεία κριτική μάτια να αφηγηθεί μια αγωνιώδης αστυνομική ιστορία, με σφικτή (πλήρως ρεαλιστική) πλοκή και ιστορικό φόντο την βρώμικη επταετία 67-74´. Ο πρωταγωνιστής υπομοιραρχός Πετράκης, αναλαμβάνει (πιο συγκεκριμένα του αναθέτουν) να εξιχνιάσει την δολοφονία του πρώην νομάρχη Μαγνησίας Σταύρου Σιόλα. Στην διάρκεια της αναζήτησης, θα έρθει αντιμέτωπος με το σκληρό πρόσωπο της ελληνικής επαρχίας που τίποτε δεν είναι όπως φαίνεται. Ο συγγραφέας με σαφείς επιρροές από του μεγάλους τους είδους Jim Thompson, Raymond chandler και τους Sam Peckinpah, Corman McCarthy να κλείνουν από πίσω διακριτικά το μάτι, δημιουργεί ένα ατόφιο ελληνικό επαρχειακο νουάρ, με το δικό του όμως προσωπικό στυλ και αποτύπωμα και αυτή είναι και η μεγαλύτερη επιτυχία του. Στα επόμενα και σπουδαιότερα λοιπόν!
Οφείλω να ομολογήσω ότι απέναντι στο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα, και μάλιστα σε αυτό που αξιώνει να έχει και πολιτικές προεκτάσεις, κρατάω μικρό καλάθι, καθώς οι πρόσφατες -λίγες- εμπειρίες μου με έφεραν σε επαφή με βιβλία που χρησιμοποιούσαν την αστυνομική πλοκή όχι απλώς ως πρόσχημα (αυτό δεν θα ήταν απαραίτητα κακό), αλλά και χωρίς καμία ιδιαίτερη φροντίδα να είναι ρεαλιστική ή έστω αληθοφανής. Για να το πω κι αλλιώς, ελληνικό πολάρ που να το ευχαριστηθώ σαν μυθιστόρημα δεν μου είχε κάτσει ως τώρα.
Αυτό άλλαξε την προηγούμενη εβδομάδα (μέσα Απρίλη 2021), όταν βρέθηκε στα χέρια μου το νεοεκδοθέν μυθιστόρημα του Γιάννη Μόσχου «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι.» (όχι και ο πιο εύστοχος τίτλος που θα μπορούσε να βρεθεί, ενώ αυτή η τελεία στο τέλος του εξακολουθεί να μου κάθεται στραβά). Αφορμή ήταν η μίνι-συνέντευξη που πήρα από τον συγγραφέα και η αναδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο στα Marginalia. Τόσο οι πληροφορίες στο συνοδευτικό Δελτίο Τύπου, όσο -κυρίως- οι απαντήσεις του συγγραφέα στις ερωτήσεις που του έθεσα, με παρακίνησαν να το ξεκινήσω αμέσως και δεν απογοητεύτηκα.
Το «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι.» λοιπόν είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στον Βόλο και την ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας και της Στερεάς το 1975, έναν χρόνο μετά τη μεταπολίτευση, ενώ υπάρχουν διάσπαρτες στο βιβλίο αναδρομές στα χρόνια της δικτατορίας. Ήρωάς του είναι ο Μάνος Πετράκης, ένας υπομοίραρχος της χωροφυλακής, ιδιότητα που κανονικά δύσκολα θα τον έκανε συμπαθή στο προοδευτικό αναγνωστικό κοινό. Εδώ όμως πρόκειται για έναν εύστροφο, αλλά παραγκωνισμένο τα προηγούμενα χρόνια υπομοίραρχο, βιβλιόφιλο και «ιδιόρρυθμο», που έχει βρεθεί στο Σώμα για να ξεφύγει -για τελείως προσωπικούς λόγους- από την ασφυκτικά συντηρητική κρητική κοινωνία.
Τυφλό σημείο και παραφωνία του συστήματος που τον άφηνε να υπάρχει κρυμμένος πίσω από όγκους γραφειοκρατικής δουλειάς, ο Μάνος Πετράκης είχε πλέον εσωτερικεύσει το «λάθε βιώσας» -μέχρι που η ηγεσία της τοπικής Χωροφυλακής του αναθέτει την εξιχνίαση του φόνου του χουντικού πρώην νομάρχη Μαγνησίας, στο πλαίσιο της εν πολλοίς προσχηματικής αποχουντοποίησης της εποχής που ήθελε άφθαρτα πρόσωπα να βγουν μπροστά στα σώματα ασφαλείας. Το παιχνίδι των προϊσταμένων του Πετράκη είναι διπλό, καθώς μπορούν να χρησιμοποιήσουν κατά το δοκούν την θετική ή αρνητική έκβαση των ερευνών του, αλλά ταυτόχρονα και να τις έχουν υπό τον έλεγχό τους.
Ο Πετράκης, στα χαμένα αρχικά, διαψεύδει τις χαμηλές προσδοκίες και αρχίζει να ξετυλίγει το νήμα της δολοφονίας, που την ακολουθούν κι άλλες, φτάνοντας μπροστά σε ένα από τα πολλά σκάνδαλα της χούντας, όταν διάφοροι απίθανοι κι επικίνδυνοι τύποι, υπό την πλήρη κάλυψη του καθεστώτος, γέμιζαν τις τσέπες τους κάνοντας κάθε είδους κομπίνες (εδώ συγκεκριμένα το σκάνδαλο περιελάμβανε κάποια πολύ μαύρα -κυριολεκτικά και μεταφορικά- εισαγόμενα κρέατα). Ακολουθώντας τον, παίρνουμε μια γεύση από την πολύ πρώιμη μεταπολίτευση και την απρόθυμη για ένα μεγάλο κομμάτι του κρατικού μηχανισμού μετάβαση στην ομαλότητα -πρόθυμη, μόνο όταν συνδυαζόταν με λήθη και κουκούλωμα.
Παράλληλα, ο Μόσχος αποτολμά να μας δώσει την οπτική γωνία κάποιων από τους «κακούς» της ιστορίας, των πιο λούμπεν θα μπορούσαμε να πούμε, σε καμία περίπτωση για να τους δικαιολογήσει, αλλά σε μια προσπάθεια να γίνουν κατανοητά τα κίνητρά τους, αλλά και οι ρίζες και τα αίτια των πράξεών τους, ψηλαφώντας το παρελθόν τους και το παρελθόν του τόπου: οικογένεια, κατοχή, εμφύλιος, μετεμφυλιακό κράτος και χούντα. Κατορθώνει μάλιστα να το κάνει χωρίς να μειώνεται στο ελάχιστο -το αντίθετο μάλλον- η αποστροφή μας για τις πράξεις τους.
Παρότι, όπως και ο συγγραφέας, γεννήθηκα λίγο μετά την εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται το βιβλίο, η αίσθηση αληθοφάνειας που μου έδινε ήταν έντονη και βαθιά, τόσο σε επίπεδο ατμόσφαιρας, όσο και αστυνομικού μυστηρίου. Καθώς φαίνεται, ο Μόσχος αξιοποίησε δημιουργικά την έρευνά του, αλλά και όσα άκουσε από ανθρώπους που έζησαν τα γεγονότα. Ελάχιστα πράγματα να φαντάζουν ξεκούρδιστα ή εκτός κλίματος, όπως κάποια σημεία όπου διαβάζουμε για τις αρκετά ιδεαλιστικές σκέψεις του Πετράκη για τη δικαιοσύνη και το χρέος του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι φτάνουμε στον διδακτισμό ή σε ένα τελείως αχρείαστο exposition.
Εκεί όμως που το μυθιστόρημα κερδίζει το στοίχημα, είναι ο ρυθμός, που θυμίζει στο μεγαλύτερο μέρος του τις καλύτερες στιγμές των γαλλικών ή αμερικανικών νουάρ. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι καταιγιστικός, αλλά ότι είναι πραγματικά καλοκουρδισμένος: όχι φρενήρης, αλλά ούτε και πλαδαρός, πράγμα που σπάνια το συναντά κανείς στα ελληνικά αστυνομικά, με ελάχιστες και πολύ λιτές περιγραφές και φυσικούς διαλόγους, τη μεγάλη μάστιγα των περισσότερων μυθιστορημάτων, ελληνικών και μη. Πρόκειται για ένα βιβλίο δηλαδή που σε τραβά να το ρουφήξεις.
Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι το μυθιστόρημα διασταυρώνεται, με τον δικό του τρόπο, με τέσσερα θέματα που απασχόλησαν πρόσφατα την κοινή γνώμη: τη γέννηση της 17Ν, την ατιμωρησία της αστυνομικής βίας, τους παιδοβιασμούς και την υπόθεση Γιακουμάκη, ενώ και οι διακειμενικές του αναφορές, με κορυφαίο το κεφάλαιο που συνομιλεί με το Οδός Αβύσσου, αριθμός 0 του Λουντέμη, είναι πολλές και καλά δεμένες με το περιεχόμενο.
Εν κατακλείδι, το «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι.» είναι ένα καλογραμμένο αστυνομικό μυθιστόρημα με πολιτικές προεκτάσεις που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον και μιλά πειστικά για το λίγο μετά της χούντας, αλλά κυρίως για την ίδια, τους ανθρώπους και όσους της αντιστάθηκαν. Αναζητήστε το.
Το νέο βιβλίο του Γιάννη Μόσχου «Και οι τέσσερις ήταν απαίσιοι» κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Τόπος. Πρόκειται για ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, όπου η ιστορία μας που εκτυλίσσεται την μεταπολιτευτική περίοδο στην ελληνική επαρχία. Ο συγγραφέας στην περίτεχνη αφήγησή του παραθέτει ιστορικά στοιχεία, αλλά και μουσικές που δίνουν ακόμα πιο νοσταλγικό χαρακτήρα.
Βιβλίο γροθιά στο στομάχι με τις περιγραφές χαρακτήρων και καταστάσεων. ο Συγγραφέας είναι ένας νέος άνθρωπος που δεν έχει ζήσει ούτε τη χούντα ούτε τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, όμως τα περιγράφει με ανατριχιαστικά ακριβή τρόπο σαν, όχι μόνο να ήταν εκεί, αλλά και να τα ένοιωσε στο πετσί του. Περιγράφει όχι μόνο την διαφθορά κατά την περίοδο της χούντας αλλά και την νοοτροπία του καθεστώτος αλλά και κάθε απολυταρχικού καθεστώτος. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αναγνώστες αναγνωρίζουν καταστάσεις, αντιδράσεις, αναφορές, και γενικότερα την ατμόσφαιρα της ελληνικής επαρχίας της περιόδου και τη σαπίλα που δυστυχώς κληροδότησε η χούντα στο δημόσιο βίο που δεν ξεριζώθηκε από τις επόμενες κυβερνήσεις. Διαχειρίζεται επίσης έξοχα το θέμα της αντιμετώπισης του "διαφορετικού" από την συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου εκείνη την εποχή (και που δυστυχώς δεν έχει κάνει πολλά βήματα ακόμα και σήμερα στην κοινωνία εκτός μεγάλων πόλεων) και την ψυχική κατάσταση του ανθρώπου που το υφίσταται. Το βιβλίο αυτοχαρακτηρίζεται ως αστυνομικό αλλά νομίζω ότι αυτό το αδικεί γιατί ουσιαστικά είναι ένα μοντέρνο Κατηγορώ. Οπότε το συστήνω σε όποιον αγαπά την κοινωνιολογία και την ιστορία, θα βρει πολύτιμο υλικό για εκείνη την εποχή.
Όσο περίπλοκο χρειάζεται, κλασσική αστυνομική ιστορία με φόντο την ελληνική επαρχία. Ωραία και δεμένη πλοκή.
Παρότι έχει κάποια κλισέ στη γλώσσα και αλλού (π.χ. τις ψαγμένες μουσικές προτιμήσεις του ήρωα), διαβάζεται πολύ ευχάριστα και γρήγορα.
Το τελευταίο κεφάλαιο αδυνατίζει ελαφρώς, επειδή εμπλέκει αρκετά έναν χαρακτήρα που ως εκείνη τη στιγμή φαίνεται δευτερεύοντας. Το τελικό κλείσιμο πάντως είναι από τα δυνατά σημεία του βιβλίου, ταιριαστό με τη ως εκεί πορεία του ήρωα.
Μετά το πολύ ενδιαφέρον και Ελλροϋκό Τοκορόρο ο Γιάννης Μόσχος γράφει ένα εξαιρετικό Ελληνικό νουάρ με άρωμα νεοπολάρ και Τάιμπο. Η γραφή του εξαιρετικά λυρική, η ιστορία δυνατή και ο κεντρικός χαρακτήρας πραγματικά αξιομνημόνευτος. Είναι πολύ σημαντικό να συναντάμε φωνές συγγραφέων που ξεφεύγουν από τα πρότυπα των παιδιών του Μαρή και των παιδιών του Νέσμπε που κατακλείουν το ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Θα ήθελα πολύ να ξαναδώ τον Μάνο Πετράκη στο μέλλον αλλά σίγουρα θα διαβάσω ό, τι άλλο γράψει ο Μόσχος στην πορεία! (4,5/5)
Πολύ καλύτερο από ότι ο ανέμπνευστος τίτλος και εξώφυλλο μας προϊδεάζει . Ελληνικό hard boiled γίνεται ; Φυσικά ! Καλύτερο, αν μη τι άλλο από τη σωρεία αστυνομικών μυθιστορημάτων που μεταφράζεται από την αλλοδαπή που τα περισσότερα είναι για τα μπάζα !… Ενδιαφέρον θέμα ,εποχή, έχει τα θεματάκια του στη δομή, οι «ραφές» του φαίνονται (εννοώ οι συγγραφείς και τα βιβλία που έχουν εμπνεύσει τον συγγραφέα) αλλά το πρόσημο θετικό . Αξίζει να διαβαστεί !
Υπόθεση Μπαλόπουλου επι χούντας , βασανιστές Μπουμπουλίνας , αδιάφθορος υπομοιραρχος , οι κακοί brutal , οι καλοί ολίγον …… Σίγουρα φαίνεται ότι μπορεί Ας διαβάσει μερικούς Ισπανούς που διαπραγματεύονται αντίστοιχα Και μπορεί να μας εκπλήξει
Το θέμα πολύ καλό, η απεικόνιση των χρόνων εκείνων πολύ καλή, εκείνη των τόπων όχι και τόσο. Με εμφανείς ιστορικές αναφορές περιγράφει τη σαπίλα και τη διαφθορά της πολιτικής, θρησκευτικής και αστυνομικής εξουσίας. Ο τρόπος γραφής είναι ιδιαίτερος, όχι και τόσο ελκυστικός όμως. Και ο σεξουαλικός προσανατολισμός του πρωταγωνιστή θα μπορούσε να έλειπε, καθώς δεν προσθέτει κάτι στην αφήγηση. Το δε τέλος αιφνιδιάζει και είναι μάλλον ασύνδετο με τη μέχρι τότε ροή και κάπως ''υπερβολικό''. Δεν με ενθουσίασε (αν και θα μπορούσε), αλλά αξίζει σίγουρα να διαβαστεί. 3,5/5
Από τα καλύτερα αστυνομικά της νέας γενιάς Ελλήνων συγγραφέων. Πέρα από την ωραία ατμόσφαιρα και γραφή, ο Μόσχος δεν διστάζει να ακουμπήσει κομμάτια (και όχι μόνο την επταετία) που παραδοσιακά μένουν ανέγγιχτα από διάφορους άλλους συγγραφείς.
Φάρος Τρικερίου, 1975 (Νότιο Πήλιο). Ο πρώην νομάρχης Μαγνησίας, Σταύρος Σούλας, βρίσκεται νεκρός κάτω από περίεργες συνθήκες. Στον τόπο του εγκλήματος φτάνει πρώτος ο αστυνόμος Ηλίας Μπάρας (διοικητής χωροφυλακής Βόλου & εξουσιαστής/νοσταλγός της επαναστάσεως 1967-1974). Την υπόθεση όμως την αναθέτει (για κάποιο λόγο) σε έναν άμεμπτο και ακέραιο χαρακτήρα, φρέσκο αίμα της χωροφυλακής, τον Μάνο Πετράκη. Ο υπομοίραρχος (Υπαστυνομος Α' της Ε.Α) με καταγωγή από τη Κρήτη, με ανώτατες σπουδές (ευστροφος αν και άπειρος), που μέχρι εκείνη τη στιγμή ένιωθε εγκλωβισμένος σε ένα γραφείο αρχειοθετώντας χαρτούρα, βρίσκει την ευκαιρία να δείξει τις ικανότητές του. Η υπόθεση φαίνεται να είναι ένα κουβάρι αποκαλύψεων. Θα έρθει αντιμέτωπος με το μεγαλύτερο σκάνδαλο της χώρας. Παρόλα τα εμπόδια και τις πιέσεις όμως που θα συναντήσει (ακόμα και από την ίδια τη χωροφυλακή), ο Υπαστυνομος θα ξεδιαλύνει την υπόθεση αλλάζοντας μέχρι τότε τον τρόπο προσέγγισης του νόμου και των κανόνων.
Λίγα λόγια για τον ήρωα του βιβλίου : Ο Μάνος Πετράκης με βαθμό υπομοίραρχου (που δεν θα γινόταν εύκολα συμπαθής) καταφέρνει να γίνει πολύ αγαπητός για τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του. Διαβάζει βιβλία , ακούει rock και jazz , είναι ομοφυλόφιλος (ένας λόγος που ήθελε να φύγει από τον τόπο καταγωγής του) και προσπαθεί να κάνει τα πάντα για να αποδοθεί δικαιοσύνη.
Έχει 'ζωντανό' ύφος, διαλόγους που περιγράφουν την ελληνική επαρχία, σασπένς που είναι διάχυτο σε όλη την αφήγηση καθώς και ωμές/βίαιες σκηνές. Θίγει πολιτικά θέματα που συγκλόνισαν το καθεστώς της Ελλάδας: όπως τα βασανιστήρια επί χούντας, τις παράνομες δοσοληψίες και αγοραπωλησίες, τη παιδική πορνεία, την κατάχρηση εξουσίας και δύναμης στρατιωτικών,πολιτικών και όχι μόνο.
Ο Γιάννης Μόσχος παρόλο που ανήκει στη νέα γενιά συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας, καταφέρνει επάξια να πλέκει γεγονότα της παλιάς και της νέας ιστορίας της Ελλάδας. Και να θίξει γεγονότα της περιόδου 1967-1975
Πριν ξεκινήσω το βιβλίο του Μόσχου διάβασα στα παιδιά το βιογραφικό του. Αφού το τελείωσα, τους το έβαλα για αντιγραφή. Είναι ο συγγραφέας που θα διαβάζουν για εκείνον μόνο επαίνους σε λίγα χρόνια. Οι απαίσιοι με ταξίδεψαν στα μέρη μου, μέσα από μια πένα που ξέρει να δημιουργεί αβίαστα ιστορίες με κοινωνικό και πολιτικό αντίκτυπο. Παλιό χαρακτήρες άπειροι και φονικά διαδοχικά.